Σφοδρές αντιδράσεις για το “όχι” του Αρείου Πάγου στην ανάσυρση της υπόθεσης των υποκλοπών
✨Η δικαιοσύνη αρνείται ξανά να ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των παρακολουθήσεων με το παράνομο λογισμικό Predator, παρά τα νέα στοιχεία.
✨Το ΠΑΣΟΚ και άλλες πολιτικές δυνάμεις καταγγέλλουν συγκάλυψη, ζητώντας πλήρη διερεύνηση των εντολέων και των υπευθύνων για τις παράνομες υποκλοπές.
✨Η απόφαση του Αρείου Πάγου προκαλεί έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, καθώς θεωρείται ότι πλήττει το κράτος δικαίου και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
✨Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη επισημαίνει την εμμονική άρνηση της δικαιοσύνης να διερευνήσει περαιτέρω, παρά τις καταδικαστικές αποφάσεις και τις ομολογίες των εμπλεκομένων.
Στο αρχείο παραμένει σε δικαστικό επίπεδο η υπόθεση των επισυνδέσεων και του λογισμικού παρακολούθησης, καθώς η Δικαιοσύνη απέρριψε εκ νέου τα σχετικά αιτήματα που είχαν καταθέσει ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης, καθώς και ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των παρακολουθήσεων.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους προσφεύγοντες δεν κρίθηκαν ως νέα ή ουσιώδη ώστε να δικαιολογούν την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και την επανέναρξη της εισαγγελικής έρευνας.
Παρά την οριστική δικαστική εξέλιξη, το θέμα διατηρεί το πολιτικό ενδιαφέρον στα ύψη, τροφοδοτώντας νέες αντιπαραθέσεις μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης.
ΠΑΣΟΚ: Όσο οι αρχειοθετήσεις συνεχίζονται, οι σκιές παραμένουν και μεγαλώνουν
«Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, να απορρίψει τα αιτήματα ανάσυρσης της δικογραφίας για την υπόθεση των υποκλοπών αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα στη δυσώδη υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων», αναφέρει ο Κώστας Τσουκαλάς.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, σε δήλωσή του υπό τον τίτλο, «Όσο οι αρχειοθετήσεις συνεχίζονται, οι σκιές παραμένουν και μεγαλώνουν», αναφέρει ειδικότερα πως:
– Την ώρα που οι καταδικασμένοι ιδιώτες εκβιάζουν δημόσια τον πρωθυπουργό ενόψει του εφετείου,
– την ώρα που το δεξί χέρι του κ. Μητσοτάκη ομολογεί κυνικά ότι έφαγε τη σφαίρα για να προστατεύσει το αφεντικό (Από τι και ποιον άραγε; Γιατί οι ‘μεμονωμένες’ ενέργειες ιδιωτών βαρύνουν έναν γ.γ. στου Μαξίμου και τον ωθούν στην παραίτηση;)
– την ώρα που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κάνει λάστιχο τον Κανονισμό της Βουλής και το Σύνταγμα για να μην κληθούν οι πρωταγωνιστές στις κοινοβουλευτικές επιτροπές και να μην συγκροτηθεί εξεταστική επιτροπή,
η εν λόγω εξέλιξη ενισχύει την εικόνα ότι δεν αξιοποιείται κάθε διαθέσιμη θεσμική και δικονομική δυνατότητα για την πλήρη διερεύνηση ενός σκανδάλου που έπληξε το κράτος δικαίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς».
Ο κ. Τσουκαλάς τονίζει ότι «η επίκληση της απουσίας ‘νέων ουσιωδών στοιχείων’ και της ύπαρξης ενός ‘οιονεί δεδικασμένου’, δεν μπορεί να συνιστά γενική και επαρκή απάντηση σε κάθε αίτημα περαιτέρω έρευνας». Πολύ περισσότερο, υπογραμμίζει, «όταν κρίσιμα πραγματικά περιστατικά δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί, συγκεκριμένα πρόσωπα δεν έχουν εξεταστεί και δεν έχουν δοθεί πειστικές απαντήσεις ως προς το ποιοι βρίσκονταν πίσω από τις παρακολουθήσεις».
Πιο συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ σημειώνει ότι στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά «η καταγγελλόμενη απόπειρα παρακολούθησης ενός πρώην Πρωθυπουργού, ο οποίος διαθέτει γνώση και πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες εθνικού ενδιαφέροντος, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική διαφορά». Τονίζει ότι «επιβάλλεται να εξακριβωθεί ποιος τον στοχοποίησε, ποιος διέθετε το παράνομο λογισμικό, ποιος έδωσε την εντολή και ποιο ήταν το επιδιωκόμενο όφελος», προσθέτοντας πως «ούτε σε αυτή την περίπτωση προχώρησε η αναγκαία διερεύνηση».
Επιπλέον, αναφέρει ότι στην περίπτωση της αίτησης του Χρήστου Σπίρτζη «προκύπτει ότι ως αιτιολογικό επιστρατεύεται ότι τα νέα στοιχεία προσκομίστηκαν κατά τη δίκη». Δηλαδή, συνεχίζει «παρότι επιβεβαιώνεται ότι κατά την πρώτη αρχειοθέτηση από τον Άρειο Πάγο δεν υπήρχαν τα εν λόγω νέα στοιχεία, ωστόσο κρίνεται… περιττό να ερευνηθούν».
Ο κ. Τσουκαλάς σημειώνει ότι το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής σέβεται απολύτως την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, για να επισημάνει παράλληλα ότι «ο σεβασμός, όμως, στην ανεξαρτησία της δεν συνεπάγεται σιωπή ούτε παραίτηση από την άσκηση θεσμικού και δημοκρατικού ελέγχου».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «όσο δεν εντοπίζονται οι εντολείς, οι χρηματοδότες και οι χειριστές του Predator, η αρχειοθέτηση της υπόθεσης εμπεδώνει το κλίμα δυσπιστίας των πολιτών στους θεσμούς και την αίσθηση πως ένα αόρατο χέρι δεν θέλει τη διαλεύκανση του σκανδάλου των υποκλοπών…Τη στιγμή μάλιστα, που η δημόσια φωνή του κ. Μητσοτάκη, ο Αδ. Γεωργιάδης, σε συνέντευξη του στο news247, φτάνει στο σημείο να συγκρίνει την κυβέρνηση με το σταλινικό καθεστώς για να δικαιολογήσει πως υπάρχουν και… χειρότερα».
ΕΛΑΣ: Η απροκάλυπτη ώσμωση δικαστικής Αρχής και Εκτελεστικής εξουσίας εκθέτει για άλλη μια φορά την χώρα
Για τρίτη συνεχή φορά, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνείται κατηγορηματικά να ανασύρει από το αρχείο μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις που απασχολούν τη δικαιοσύνη αυτή των υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator, αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη.
Η επίμονη αυτή άρνηση παρά τα νέα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως και όσα συντριπτικά στοιχεία προέκυψαν αφενός από την πολύμηνη αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, το οποίο επέβαλε βαριές ποινές 126 ετών στους τέσσερις καταδικασθέντες ως και από την ομολογία του ιδίου του Ντίλιαν ότι πωλούσε το παράνομο λογισμικό σε κυβερνήσεις, διατηρεί τη σύγκρουση γύρω από το εύρος της δικαστικής διερεύνησης, τον ρόλο των προσώπων που εμφανίζονται ως εμπλεκόμενα και τα όρια της αξιοποίησης νέων, ή συμπληρωματικών στοιχείων.
Οι πολίτες παρακολουθούν και κρίνουν την απαράδεκτη αυτή στάση ανώτατων λειτουργών της δικαιοσύνης που αρνούνται εμμονικά την διερεύνηση μιας τόσο σημαντικής υπόθεσης και με πολιτικές προεκτάσεις. Κατόπιν αυτού προκειμένου να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη θα πρέπει οι λειτουργοί της ανεξάρτητοι και ανεπηρέαστοι να επιτελούν το έργο τους αναζητώντας πάντα και με κάθε τρόπο την ανεύρεση της αλήθειας, όποια και αν είναι αυτή, όποιους και αν αφορά και θίγει και όχι με νομικούς προσχηματισμούς και ακροβατισμούς.
Η απροκάλυπτη ώσμωση δικαστικής Αρχής και Εκτελεστικής εξουσίας εκθέτει για άλλη μια φορά την χώρα διεθνώς σε σχέση με τον σεβασμό των αρχών του Κράτους δικαίου.
ΣΥΡΙΖΑ: Νέα απόπειρα συγκάλυψης του σκανδάλου των υποκλοπών – Η δημοκρατία δεν μπαίνει στο αρχείο
Για τρίτη φορά η υπόθεση των υποκλοπών δεν ανασύρεται και παραμένει στο αρχείο. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απέρριψε τα αιτήματα για νέα έρευνα, μεταξύ αυτών και του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Χρήστου Σπίρτζη, παρά τα στοιχεία που αναδείχθηκαν στη δίκη του Predator και τις βαριές καταδίκες τεσσάρων ιδιωτών.
Το σκάνδαλο που ξεκίνησε από το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρείται για ακόμη μία φορά να μπαζωθεί χωρίς να απαντηθεί το θεμελιώδες ερώτημα: ποιος έδωσε τις εντολές, ποιο ήταν το ενιαίο κέντρο παρακολουθήσεων, ποια η σχέση Predator και ΕΥΠ και ποιοι τελικά βρίσκονταν πίσω από την πρωτοφανή εκτροπή;
Η σημερινή εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο θεσμικό βάρος καθώς έρχεται λίγο μετά την επιλογή της νέας ηγεσίας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου από την κυβέρνηση. Δυστυχώς η Εισαγγελία επιλέγει να μην αναζητήσει περαιτέρω τις ποινικές ευθύνες πίσω από ένα αποδεδειγμένο σύστημα παράνομων παρακολουθήσεων. Σε μια περίοδο κλονισμού της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης στους θεσμούς τέτοιες κινήσεις εντείνουν την ανησυχία για την αξιόπιστη αντιμετώπιση των σκανδάλων που μαστίζουν την ελληνική κοινωνία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρακολουθεί αυτή τη νέα πράξη θεσμικής ασυδοσίας σαν να μην την αφορά. Τους αφορά. Και πολύ. Έκαναν την ΕΥΠ προσωπική αρμοδιότητα του πρωθυπουργού, άλλαξαν τον νόμο για την ενημέρωση των παρακολουθούμενων και επί τέσσερα χρόνια αρνούνται την πλήρη διαλεύκανση.
Δεν έχουν τσίπα.
Νέα Αριστερά: Νέο θάψιμο των ερευνών για τις υποκλοπές
Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση, αλλά και στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, ασκεί η Νέα Αριστερά με αφορμή την απόφαση να παραμείνει στο αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.
Μέσω ανακοίνωσής του, το κόμμα της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζει τη στάση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, ως ένα νέο «θάψιμο» των ερευνών, το οποίο, όπως υποστηρίζει, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κυβερνητικής εκστρατείας με στόχο τη συγκάλυψη του σκανδάλου.
Ειδικότερα, η Νέα Αριστερά στρέφει τα πυρά της στις τέσσερις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις του Αντώνη Σαμαρά, του Χρήστου Σπίρτζη και του Ζαχαρία Κεσσέ. Στην ανακοίνωσή της κάνει λόγο για προκλητικές αποφάσεις που στηρίζονται σε έωλα επιχειρήματα.
Σύμφωνα με το κόμμα, η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει μια ενορχηστρωμένη μεθόδευση, προκειμένου να προστατευθούν και να παραμείνουν στο απυρόβλητο συγκεκριμένα πρόσωπα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), καθώς και επιχειρηματίες που φέρονται να συνεργάζονταν με το Μέγαρο Μαξίμου και να διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην υπόθεση.
Καταλήγοντας, η Νέα Αριστερά ανεβάζει κατακόρυφα τους πολιτικούς τόνους, θέτοντας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης την πτώση της σημερινής κυβέρνησης.
Το κόμμα κατηγορεί ευθέως την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι οργάνωσε και εκτέλεσε το σχέδιο των παράνομων παρακολουθήσεων, ενώ της καταλογίζει ότι καθοδηγεί ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, καταπατώντας κάθε έννοια του κράτους δικαίου.
Πρώτη αντίδραση από Κεσσέ
Σχετικά με τη μη ανάσυρση της δικογραφίας, ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
«Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλας, έχει προ πολλού αποδείξει ότι αποτελεί μέρος του προβλήματος και έχει επιλέξει πρόθυμα να υπηρετήσει τη σκυταλοδρομία συγκάλυψης στην υπόθεση των υποκλοπών. Χρειάστηκε τρεις μήνες για να παραδώσει τα διαπιστευτήριά του και να αποφασίσει ότι δε θα διενεργηθεί καμία περαιτέρω ουσιαστική έρευνα.
Επικαλείται νομικούς ισχυρισμούς που δεν αποτελούν πειστική εφαρμογή του δικαίου, αλλά κατασκευές χωρίς επαρκές έρεισμα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Αντί να ερμηνεύσει τον νόμο, υπό το πρίσμα της ανάγκης πλήρους διερεύνησης μιας υπόθεσης, μείζονος θεσμικής σημασίας, επινοεί συλλογισμούς που λειτουργούν ως διαδικαστικά αναχώματα απέναντι στην αποκάλυψη της αλήθειας. Πρόκειται για ερμηνευτικές ακροβασίες, που απομακρύνονται από τον σκοπό του νόμου και χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα, για να αποφευχθεί κάθε ουσιαστικός έλεγχος των νέων αποδεικτικών στοιχείων.
Η απόφαση δεν απαντά στην ουσία των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν. Αντιθέτως, οικοδομεί ένα τεχνητό νομικό κατασκεύασμα, μέσω του οποίου, η διαδικασία μετατρέπεται σε μηχανισμό αποφυγής της έρευνας, αντί σε μέσο απονομής δικαιοσύνης. Η νομική επιχειρηματολογία του παύει να υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και στοχεύει στο να αποκλείσει την ίδια την έρευνα.
Για άλλη μία φορά, ο επικεφαλής της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επιλέγει να συντηρήσει μια θεσμική πληγή και να υποβαθμίσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη».
Το σκεπτικό του Αρείου Πάγου
Αναλυτικά, ο κ. Μπακέλας απέρριψε τα αιτήματα κρίνοντας ότι δεν συντρέχει προς το παρόν -για νομικούς λόγους- περίπτωση ανάσυρσης από το αρχείο της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν κατατέθηκαν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν την εκ νέου έρευνα, κάτι που ουσιαστικά θέτουν στο αρχείο τις υποκλοπές για τρίτη φορά.
Αναφορικά, με το αίτημα του κ. Σαμαρά, με το οποίο ζητούσε «την πλήρη διαλεύκανση της παγίδευσής του», ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν προσφέρθηκαν νέα στοιχεία από εκείνα που είχαν ερευνηθεί, τόσο από τον επίτιμο πλέον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση όσο και τον τέως εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα.
Σχετικά με το αίτημα του Χ. Σπίρτζη για εκ νέου έρευνα των υποκλοπών, με την προσκόμιση μηνυμάτων (emails) από το κινητό του εκ των οποίων ένα έφερε τον χαρακτήρα «απόρρητο», στην ειδική πράξη μη ανάσυρσης της υπόθεσης ο κ. Μπακέλας αναφέρει πως δεν προσκομίστηκε κάτι καινούργιο από αυτά που εξετάστηκαν στην πολύμηνη δίκη για τους τέσσερις ιδιώτες, που κατέληξε σε βαριές καταδίκες με 126 χρόνια κάθειρξη.
Για τα αιτήματα που κατατέθηκαν από τον δικηγόρο Ζαχαρία Κεσσέ με βάση το περιεχόμενο και τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης για τους τέσσερις, αλλά και τις δημόσιες τοποθετήσεις ενός εξ αυτών, του Ταλ Ντίλιαν, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οδηγείται με χωριστές πράξεις στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί για νομικούς λόγους να ανοίξει εκ νέου έρευνα.
Σύμφωνα με τον κ. Μπακέλα οι νομικοί λόγοι είναι ότι ο μεν Ταλ Ντίλιαν που έχει δηλώσει δημόσια ότι εμπορεύθηκε το pretador σε κρατικές οντότητες (κρατικές υπηρεσίες) είναι εμπλεκόμενος στις υποκλοπές και δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, διότι η μαρτυρία του θα τεθεί αμέσως εκτός δικογραφίας, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ενώ το ίδιο σημειώνεται και για τους άλλους τρεις που καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές από το δικαστήριο.
Ακόμη, για τους ίδιους νομικούς λόγους κρίθηκε ότι δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες και άλλοι πέντε ιδιώτες, για τους οποίους είχε στραφεί δικαστικά σε βάρος τους ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης.
Τέλος, και οι τέσσερις πράξεις του κ. Μπακέλα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει προς το παρόν νέα έρευνα για τους νομικούς λόγους που αναπτύσσονται.