Πακέτο ΔΕΘ: Περισσότερο ωφελημένοι συνταξιούχοι, Δημόσιο, μισθωτοί, κοινωνικές ομάδες-Αντιδράσεις από παραγωγικούς φορείς
✨Το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ για το 2027 στοχεύει κυρίως σε συνταξιούχους, δημοσίους υπαλλήλους, μισθωτούς και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
✨Προβλέπονται αυξήσεις μισθών και συντάξεων, φορολογικές ελαφρύνσεις, νέα επιδόματα και κοινωνικές παρεμβάσεις για οικογένειες, νέους, άτομα με αναπηρία και την περιφέρεια.
✨Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα με κατώτατο μισθό θα δουν αυξήσεις και μείωση ασφαλιστικών εισφορών, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι θα λάβουν αυξήσεις και επίδομα Χριστουγέννων.
✨Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και άλλες κατηγορίες εκφράζουν απογοήτευση, καθώς θεωρούν ότι το πακέτο δεν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες τους και αφήνει πολλούς εκτός.
Το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ για το 2027 έχει συγκεκριμένους μεγάλους ωφελημένους, με τους συνταξιούχους, τους δημοσίους υπαλλήλους, τους μισθωτούς και συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες να βρίσκονται στο επίκεντρο των παρεμβάσεων. Την ίδια ώρα, όμως, η κατανομή των ωφελημάτων αφήνει εκτός ή λιγότερο ευνοημένες άλλες κατηγορίες, ενώ οι πρώτες αντιδράσεις από την αγορά και τους εκπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ήταν από χλιαρές έως έντονα επικριτικές.
Η αντίθεση ανάμεσα στους ωφελούμενους των μέτρων και στους παραγωγικούς φορείς που δηλώνουν απογοητευμένοι δίνει το στίγμα της πολιτικής αντιπαράθεσης το επόμενο διάστημα.
Οι εξαγγελίες περιλαμβάνουν αυξήσεις μισθών και συντάξεων, φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις, νέα επιδόματα και παρεμβάσεις για οικογένειες, νέους, άτομα με αναπηρία και την περιφέρεια.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι ποιοι θα δουν πραγματικά ουσιαστική διαφορά στο διαθέσιμο εισόδημά τους και ποιοι θεωρούν ότι το «καλάθι» της ΔΕΘ έμεινε μισοάδειο.
Οι μισθωτοί και το μεγάλο στοίχημα των αυξήσεων
Περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό θα δουν τις αποδοχές τους να αυξάνονται κατά 40 ευρώ από την 1η Απριλίου του 2027, με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στα 960 ευρώ μεικτά από 920 ευρώ σήμερα.
Από την ίδια ημερομηνία προβλέπεται και μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, η οποία θα αυξήσει περαιτέρω τις καθαρές αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Το επόμενο βήμα τοποθετείται στον Ιανουάριο του 2028, όταν ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να φτάσει τα 1.000 ευρώ σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Έτσι, ένας εργαζόμενος με τρεις τριετίες θα μπορεί να φτάσει σε μικτές αποδοχές 1.300 ευρώ.
Οι εργαζόμενοι με προϋπηρεσία συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους κερδισμένους. Αντίθετα, λιγότερο ευνοημένοι θεωρούνται οι νέοι εργαζόμενοι χωρίς προϋπηρεσία, αλλά και όσοι αμείβονται λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό, χωρίς να είναι δεδομένο ότι οι επιχειρήσεις θα μετακυλίσουν σε αυτούς αντίστοιχες αυξήσεις.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα συμπαρασύρει παράλληλα και μια σειρά από επιδόματα και παροχές, όπως το επίδομα ανεργίας, το επίδομα μητρότητας και τις αμοιβές υπερωριακής εργασίας.
Δημόσιοι υπάλληλοι: αυξήσεις και επίδομα Χριστουγέννων
Στους μεγάλους ωφελημένους του πακέτου περιλαμβάνονται και περίπου 720.000 δημόσιοι υπάλληλοι.
Από τον Δεκέμβριο του 2027 καθιερώνεται επίδομα Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ μεικτά, το οποίο θα είναι μόνιμο και θα προσμετράται στις συντάξιμες αποδοχές. Το καθαρό ποσό διαφοροποιείται ανάλογα με το εισόδημα και την οικογενειακή κατάσταση.
Παράλληλα, προβλέπονται δύο αυξήσεις στον βασικό μισθό: 40 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και επιπλέον 40 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Συνολικά, οι αυξήσεις θα φτάσουν τα 80 ευρώ μεικτά μηνιαίως.
Για έναν δημόσιο υπάλληλο 40 ετών με δύο παιδιά και μεικτές αποδοχές 2.000 ευρώ, το συνολικό όφελος από τις αυξήσεις και το επίδομα Χριστουγέννων υπολογίζεται σε εκατοντάδες ευρώ ετησίως.
Οι συνταξιούχοι στους μεγάλους κερδισμένους
Ιδιαίτερα ευνοημένοι εμφανίζονται οι συνταξιούχοι άνω των 65 ετών, καθώς η ετήσια οικονομική ενίσχυση αυξάνεται στα 400 ευρώ καθαρά και διευρύνεται η βάση των δικαιούχων.
Συνολικά, περίπου 2,2 εκατομμύρια πολίτες αναμένεται να λαμβάνουν την ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένων συνταξιούχων, ατόμων με αναπηρία και ανασφάλιστων υπερηλίκων.
Οι πλέον κερδισμένοι είναι τα ζευγάρια συνταξιούχων, τα οποία μπορούν να λάβουν διπλή ενίσχυση, καθώς καταργούνται τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια που περιόριζαν μέχρι σήμερα την πρόσβαση στο βοήθημα.
Επιπλέον, περίπου 270.000 νέοι δικαιούχοι εντάσσονται στην ενίσχυση, ενώ όσοι λάμβαναν μικρότερο ποσό θα δουν την παροχή να αυξάνεται.
Από το τέλος του 2026, εξάλλου, στον κύκλο των ετήσιων αυξήσεων εισέρχεται το σύνολο των συνταξιούχων, καθώς προβλέπεται η οριστική κατάργηση του μηχανισμού της προσωπικής διαφοράς, με περίπου 670.000 συνταξιούχους να λαμβάνουν πλέον ολόκληρη την αύξηση.
Υπάρχουν όμως και εδώ κατηγορίες που μένουν εκτός. Συνταξιούχοι μικρότερης ηλικίας με χαμηλές συντάξεις δεν θα λάβουν την ενίσχυση υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, ενώ περίπου 400.000 συνταξιούχοι με συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ εξακολουθούν να επιβαρύνονται από την Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης, χωρίς η ελάφρυνσή της να συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο της ΔΕΘ.
Οικογένειες, παιδιά και κοινωνικές παρεμβάσεις
Το πακέτο περιλαμβάνει και σειρά μέτρων κοινωνικής πολιτικής, με στόχο τη στήριξη της οικογένειας και την αντιμετώπιση του δημογραφικού.
Από το 2027 προβλέπεται η δυνατότητα δημιουργίας ειδικού επενδυτικού-αποταμιευτικού λογαριασμού για παιδιά, στον οποίο το κράτος θα καταβάλλει ποσό αντίστοιχο με εκείνο που αποταμιεύουν οι γονείς, μέχρι συγκεκριμένου ετήσιου ορίου.
Για τις πολύτεκνες οικογένειες, αυξάνεται το επίδομα γέννησης κατά 1.000 ευρώ για κάθε επιπλέον τέκνο, ενώ προβλέπονται βελτιώσεις στα vouchers για βρεφονηπιακούς σταθμούς και ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τρίτεκνους και πολύτεκνους.
Παράλληλα, από το 2027 προβλέπεται η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων για περίπου 218.000 δικαιούχους, ενώ αυξάνεται και η αποζημίωση σίτισης των φοιτητών.
Οι μικρομεσαίοι βλέπουν το «καλάθι» μισοάδειο
Αν οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν τον βασικό κορμό των ωφελουμένων, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στον χώρο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Οι πρώτες αντιδράσεις των παραγωγικών φορέων ήταν εμφανώς ψυχρές. Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, έκανε λόγο για «διάψευση προσδοκιών», υποστηρίζοντας ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις περίμεναν περισσότερο στοχευμένες παρεμβάσεις.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η κριτική από το ΕΒΕΑ, με τον Γιάννη Μπρατάκο να χαρακτηρίζει ανεπαρκή τη σταδιακή αποκλιμάκωση της προκαταβολής φόρου σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα.
Η πιο σκληρή αντίδραση ήρθε από τη ΓΣΕΒΕΕ, με τον πρόεδρό της Γιώργο Καββαθά να υποστηρίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων παραμένει εκτός ουσιαστικών ελαφρύνσεων.
Τα παράπονα για τεκμαρτό, προκαταβολή φόρου και χρηματοδότηση
Η ΓΣΕΒΕΕ εστιάζει ιδιαίτερα στο τεκμαρτό φορολογητέο εισόδημα, υποστηρίζοντας ότι οι προβλεπόμενες απαλλαγές αφορούν περιορισμένο μόνο αριθμό επιχειρήσεων και συνοδεύονται από αυστηρές προϋποθέσεις.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει ανεπαρκή τη μείωση της προκαταβολής φόρου, ενώ ασκεί κριτική και στον τρόπο σταδιακής κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος.
Επιφυλάξεις διατυπώνονται ακόμη και για τη σχεδιαζόμενη ανακατεύθυνση πόρων προς τη χρηματοδότηση μικρών επιχειρήσεων, καθώς παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν οι επιχειρήσεις που σήμερα αποκλείονται από τον τραπεζικό δανεισμό θα μπορέσουν πράγματι να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέα κεφάλαια.
Οι επαγγελματικοί φορείς επαναφέρουν ως βασικά αιτήματα τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την κατάργηση ή ριζική αναθεώρηση του τεκμαρτού συστήματος, τη μείωση ΦΠΑ και ειδικών φόρων, την επαναφορά περισσότερων δόσεων για οφειλές και την απλοποίηση του φορολογικού και εργασιακού πλαισίου.
Η εστίαση δηλώνει «αόρατη»
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η αντίδραση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων, η οποία υποστήριξε ότι ο κλάδος της εστίασης έμεινε ουσιαστικά εκτός των κυβερνητικών παρεμβάσεων.
Η ΠΟΕΣΕ σημειώνει ότι δεν ικανοποιήθηκαν βασικά αιτήματα, όπως η εφαρμογή ενιαίου ΦΠΑ 13%, η κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ και η ελάφρυνση των επιβαρύνσεων στις ηλεκτρονικές παραγγελίες και το delivery.
Παράλληλα, εκφράζει ανησυχία για το πρόσθετο μισθολογικό κόστος που συνεπάγεται η αύξηση του κατώτατου μισθού, υποστηρίζοντας ότι η περιορισμένη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος από το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τη φορολογία και τη μείωση του τζίρου.
Ένα πακέτο με σαφείς νικητές, αλλά και δυσαρεστημένους
Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων υπολογίζεται σε 605 εκατ. ευρώ για το 2026 και 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, ενώ προβλέπεται περαιτέρω αύξηση των παρεμβάσεων έως το 2030.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το πακέτο ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, ενίσχυση της ανάπτυξης και στήριξη της οικογένειας. Με στόχο, μεταξύ άλλων, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης να φτάσει τα 1.800 ευρώ έως το 2030, επιχειρεί να δώσει ένα πολυετές στίγμα οικονομικής πολιτικής.
Ωστόσο, η πρώτη αποτίμηση δείχνει ότι η ΔΕΘ έχει ήδη δημιουργήσει μια σαφή διαχωριστική γραμμή: από τη μία βρίσκονται οι συνταξιούχοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι και σημαντικό μέρος των μισθωτών, που αναμένεται να δουν άμεσες αυξήσεις και ενισχύσεις. Από την άλλη, οι μικρές επιχειρήσεις και συγκεκριμένοι επαγγελματικοί κλάδοι, που θεωρούν ότι οι δικές τους ανάγκες δεν βρέθηκαν στον πυρήνα των κυβερνητικών επιλογών.