Η ακροδεξιά επελαύνει και κάποιοι απαντούν με… μεταρρυθμίσεις

 Η ακροδεξιά επελαύνει και κάποιοι απαντούν με… μεταρρυθμίσεις
💡 AI Summary by Libre

Το γερμανικό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να αντιμετωπίσει την ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς, παρά τις καταστροφικές εκλογικές απώλειες του CDU και τις υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις.

Η ακροδεξιά έχει γίνει κοινωνικά αποδεκτή και εκλογικά ισχυρή, ενώ οι παραδοσιακοί μεγάλοι συνασπισμοί καταρρέουν λόγω κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων που αλλάζουν τη στάση των πολιτών.

Η νίκη της ακροδεξιάς αντικατοπτρίζει την απογοήτευση των πολιτών από την πολιτική που εξυπηρετεί οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, αφήνοντας τις κοινωνίες εγκαταλελειμμένες και ευάλωτες.

Η κατάσταση στη Γερμανία αποτελεί προειδοποίηση για την Ευρώπη, καθώς η άνοδος της ακροδεξιάς μπορεί να οδηγήσει σε σκοτεινές πολιτικές εξελίξεις, απειλώντας τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

Είναι προφανές ότι το εγχώριο πολιτικό σύστημα αδυνατεί να μεταβολίσει το ανατριχιαστικό μήνυμα που εκπέμπει με αυξανόμενη ένταση, εδώ και καιρό, η Γερμανία. Έως ένα βαθμό είναι λογικό, πρώτη η Κομισιόν δείχνει να το προσπερνά. Άλλωστε, ο ίδιος ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δηλώνει πώς τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών συνιστούν “καταστροφή” (για τον ίδιο και το CDU), όμως αρνείται, προς το παρόν, να παραιτηθεί και απαντά πώς θα επισπεύσει τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές της κυβέρνησής του. Ποιές μεταρρυθμίσεις, ακριβώς, και υπέρ ποίων, είναι μία συζήτηση που δεν γίνεται. Οι …μεταρρυθμίσεις είναι η μαγική λέξη που αναδεικνύεται κάθε φορά που τα λεγόμενα συστημικά κόμματα και οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν κρίσεις, ή ενοχοποιούνται για σκάνδαλα.

Καθένας σχολιάζει το γερμανικό αποτέλεσμα με τον βολικότερο τρόπο. Η κυβέρνηση (Ν.Δ) με το “δικαίωμα της σιωπής”, η Αριστερά με ενθουσιασμό για την, όντως “ιστορική”, νίκη της 45χρονης Ελίφ Εράλπ (κόρη Τούρκων μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία το 1980) στις εκλογές στο Βερολίνο. Το Μαγδεμβούργο (Σαξονία-Άνχαλτ), όπου σάρωσε πρόσφατα το ακροδεξιό (με νεοναζιστικό παρελθόν) AfD, είναι πολύ μακριά (μας), το Μεκλεμβούργο της Δυτικής Πομερανίας, ακόμα μακρύτερα. Απαρατήρητο περνά και το ότι οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) δεν θα εκπροσωπηθούν -έλαβαν 4,9% με όριο εισόδου το 5%- στην τοπική Βουλή για πρώτη φορά.

Οι δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο δείχνουν ότι η ακροδεξιά συγκεντρώνει 29% και οι Χριστιανοδημοκράτες 20%, το SPD βυθίζεται και οι Φιλελεύθεροι (σταθερό προσάρτημα των κυβερνήσεων συνεργασίας) εξαερώνονται. Το υποτίθεται υποδειγματικό σύστημα των μεγάλων συνασπισμών έχει καταρρεύσει εδώ και καιρό και ο συνδυασμός του μεταναστευτικού, της υποβάθμισης του κοινωνικού προτύπου, μαζί με την ακρίβεια και την όξυνση της στεγαστικής κρίσης, αλλάζει εκ βάθρων την πολιτική στάση του μέσου Γερμανού. Η Βαϊμάρη δεν είναι μόνο μία κηλίδα στο σκοτεινό παρελθόν που έφερε τους Ναζί στην εξουσία, είναι πλέον μία πιθανή αυριανή πραγματικότητα.

Όλα αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στη Γερμανία, απλώς κάποιοι αφελείς πίστευαν πώς η χώρα που στιγματίστηκε ιστορικά για τον Χίτλερ και την ανοχή μερίδας του πληθυσμού της στους Ναζί θα ήταν η τελευταία που θα παραδιδόταν στην ακροδεξιά αγριότητα ενός κόμματος όπως το AfD.

Αυτή η ακροδεξιά έχει πάψει προ πολλού να είναι μία εξωτική πολιτική πινελιά σε ανθούσες,κατά τα άλλα, ευρωπαϊκές δημοκρατίες και έχει μεταβληθεί σε μία ζοφερή κανονικότητα, αποδεκτή από εκλογικές και κοινωνικές πλειοψηφίες.

Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για τις ευθύνες της δεξιάς και της ενσωματωμένης σοσιαλδημοκρατίας, ούτε για την αδυναμία της κεντροαριστεράς και αριστεράς να προβάλλει πειστικά εναλλακτικά αφηγήματα διακυβέρνησης. Ούτε για την διαχρονική εμμονική ανοησία του διευθυντηρίου των Βρυξελλών και ειδικά της Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν. Επιπλέον, δεν είναι καν επαρκές να θεωρείται η ακροδεξιά επέλαση το λογικό επακόλουθο της μεταδοτικής νεοπλασίας του τραμπισμού.

Στην άλλη όψη του νομίσματος είναι οι άνθρωποι, είναι οι κοινωνίες που εγκαταλείφθηκαν και είναι η πολιτική που ευνουχίστηκε για να υπηρετήσει τις τράπεζες, τους προτεσταντικής εμμονής δημοσιονομικούς κανόνες, τον γεωπολιτικό αναθεωρητισμό και, τα τελευταία χρόνια, τον πόλεμο.

Το ζήτημα, καθ΄ ημάς, δεν είναι, λοιπόν, εάν καταρρέει ο Μέρτς, για να επιχαίρουν κάποιοι αντιστοιχίζοντας τον στον Μητσοτάκη, ούτε εάν νίκησε η Αριστερά στο Βερολίνο, η οποία σε εμάς παλεύει με τους εγωϊσμούς της και την απομάκρυνσή της από τις κοινωνικές διεργασίες. Οι κοντόφθαλμοι θα σταθούν σε αυτά.

Κάθε νίκη της ακροδεξιάς στην Ευρώπη (και αλλού), και κάθε μακιγιάρισμα της σε κάτι κανονικό και εν τέλει ελκυστικό ως “λύση” διαμαρτυρίας, έκφρασης θυμού και αντίδρασης, θα φέρνει πιό κοντά στο βαθύ σκοτάδι που εκπροσωπεί απλούς, καθημερινούς ανθρώπους που νοιώθουν κυκλωμένοι από χαμηλές προσδοκίες, από την απόγνωση και την παραίτηση.

Κινδυνεύουμε κι εμείς, κινδυνεύουμε όλοι, όχι μόνο στο Μεκλεμβούργο…

Σχετικά Άρθρα