Μια χρήσιμη συνάντηση που, όμως, κρύβει και παγίδες

Στις 10 Μαρτίου, στην Αττάλεια, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου θα παρακαθήσει ως διαμεσολαβητής στο ίδιο τραπέζι με τους Σεργκέϊ Λαβρόφ και Ντμίτρο Κουλέμπα. Τρεις ημέρες αργότερα (13 Μαρτίου) αναμένεται να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ταγίπ Ερντογάν.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Οι συμβολισμοί που επιδιώκει να καλλιεργήσει η Άγκυρα είναι προφανείς. Αφενός προσφέρεται (…) ως χρήσιμος εταίρος των αντιμαχόμενων πλευρών (Ρωσία και Ουκρανία) με σκοπό την ειρήνευση, αφετέρου καλλιεργεί την εντύπωση πως επιθυμεί διάλογο και ύφεση στα ελληνοτουρκικά, ώστε να μην προστεθεί άλλη μία “εύφλεκτη” εστία στην ατζέντα κρίσης που διαχειρίζεται αυτή την περίοδο η Δύση.

Η διαμεσολαβητική προσπάθεια του Ερντογάν στην ουκρανική κρίση δεν είναι η μόνη και πιθανότατα δεν είναι η κύρια. Αυτή που ξεκίνησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός διαθέτει, αναμφίβολα, σημαντικότερες προοπτικές: ‘Εχει την παρότρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών που εμπιστεύεται τον πιο στενό σύμμαχό του (Ιερουσαλήμ) περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, και είναι ταυτόχρονα πολύ περισσότερο αξιόπιστος συνομιλητής έναντι της Μόσχας εξαιτίας των πολύ καλών σχέσεων των δύο χωρών.

Δεν πρέπει, όμως, να υποτιμά κανείς την εικόνα που φιλοτεχνεί ο Ερντογάν. Με επιτήδεια και επιδέξια “ουδετερότητα” συγκεντρώνει το εγκώμιο του Ζελένσκι, την ίδια ώρα που ενισχύει την στρατηγική συμμαχία του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Τούρκος πρόεδρος παίζει με τη φωτιά αλλά μέχρις ώρας δεν έχει καεί. Υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι απόβλητος από τη Δύση, δεδομένου ότι αρνήθηκε να συναινέσει σε κυρώσεις κατά της Ρωσίας, κρατά ανοικτό τον εναέριο χώρο του σε ρωσικά αεροσκάφη, έκλεισε, δε, τα στενά των Δαρδανελλιων μόνο όταν ο ρωσικός στόλος πέρασε ανενόχλητος στη Μαύρη Θάλλασα για να συνταχθεί με την αρμάδα που θα πολιορκήσει από θαλάσσης την περιοχή της Οδησσού. Δεν συνέβη, όμως, κάτι τέτοιο.

Εφόσον η Ρωσία κυριαρχήσει στο μέτωπο της ανατολικής Ουκρανίας και καταστήσει την χώρα περίκλειστη, η Τουρκία θα βρεθεί να συνορεύει στη θάλασσα με έναν επεκτατικό σύμμαχο. Η συγκατοίκηση αυτή δεν προοιωνίζεται εύκολη. Όμως, αυτή την ώρα, παρά την ανυπακοή του στις δυτικές προτροπές για αποκλεισμό της Ρωσίας, ο Ερντογάν συγκεντρώνει τουλάχιστον την ανοχή της Ουάσιγκτον και της Ε.Ε.

Με την συνάντησή του με τον Έλληνα πρωθυπουργό επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ενός εποικοδομητικού συνομιλητή με την Αθήνα και να εδραιώσει το “κύρος” ενός σημαντικού περιφερειακού παίκτη που δεν επιθυμεί να προσθέσει προβλήματα στο ΝΑΤΟ, την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες. Πρόκειται για μια καλά σκηνοθετημένη κίνηση που πόρρω απέχει από την θεωρία της απομονωμένης Τουρκίας που αφελώς παρήγαγαν πολιτικά και μιντιακά κέντρα στην Αθήνα.

Πως είναι, όμως, δυνατό να επιθυμεί αποκλιμάκωση έναντι της Ελλάδας αυτός που μόλις προ μερικών εβδομάδων με επιστολή του στον ΟΗΕ έθετε επισήμως θέμα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά του Αιγαίου και διατηρεί ανέπαφο το πρωτοφανές στον δυτικό κόσμο casus belli απέναντι σε ανεξάρτητη χώρα, μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε; Η απάντηση είναι εύκολη: η Άγκυρα δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος συνομιλητής της Ελλάδας, από την άλλη, όμως, εμείς είμαστε καταδικασμένοι να συνομιλούμε μαζί της.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προσέλθει -εκτός απροόπτου- σε μία συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν έχοντας απόλυτη γνώση σχετικά με τα παραπάνω. Η ματαίωση μιας τέτοιας συνάντησης θα έστελνε λάθος μήνυμα στους δυτικούς μας συμμάχους και εταίρους ακόμα κι αν πιστεύουμε πως αυτή είναι εκ προοιμίου ναρκοθετημένη από την αναθεωρητική στρατηγική του Τούρκου προέδρου που, δίχως άλλο, δεν αναιρείται από την μία στιγμή στην άλλη.

Πρέπει, ωστόσο, να αντιλαμβανόμαστε το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται ραγδαία. Η απερίφραστη καταδίκη του ρωσικού αναθεωρητισμού έστειλε σαφές σήμα και για την προκλητικότητα του τουρκικού αναθεωρητισμού. Η Αθήνα οφείλει να διεκδικεί από τη Δύση να τηρήσει έναντι του δεύτερου την ίδια στάση που τηρεί έναντι του πρώτου. Πόσο πιθανό είναι, όμως, να συμβεί κάτι τέτοιο;

Την ίδια ώρα η ελληνική κυβέρνηση έχει διαρρήξει τις παραδοσιακές σχέσεις της με τη Ρωσία. Η ευθύνη ανήκει στην δεύτερη, όμως πρέπει να μας προβληματίζει εάν μπορούσαμε να κρατήσουμε μία διαφορετική στάση, παρόμοια με εκείνη -χωρίς να ξεχνούμε τις αναλογίες- που τηρεί ο Εμανουελ Μακρόν, ίσως ακόμα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Ολλανδία) που υψώνουν σκληρούς τόνους ως προς τις κυρώσεις αλλά διατηρούν διαύλους επικοινωνίας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να αναλάβει πλήρως και αποκλειστικά την ευθύνη των χειρισμών σε αυτή την ιστορική στροφή της Δύσης έναντι της Ρωσίας, με τις συνέπειες που έχει αυτό για την Ευρώπη. Τόνισε πως δεν πιστεύει στην ιδέα των Συμβουλίων Πολιτικών Αρχηγών και στην εκπόνηση κοινού εθνικού μετώπου. Η αλήθεια είναι πως το δικαιούται, υπό την έννοια ότι ως εκλεγμένη κυβέρνηση και άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να χειρίζεται ελεύθερα κάθε περίσταση.

Εφόσον η συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν παραμείνει στην συνήθη “φλύαρη” εθιμοτυπία με στόχο να κερδηθεί χρόνος ύφεσης στα ελληνοτουρκικά, όλα τα παραπάνω έχουν μικρή σημασία. Εάν, ωστόσο, αξιολογηθεί πως δημιουργούνται συνθήκες για ένα παραπάνω βήμα διαλόγου, ή εάν η Αθήνα πιεστεί από τους εταίρους της προς μία τέτοια κατεύθυνση λόγω των τεκτονικών γεωπολιτικών αλλαγών, τότε θα ήταν λάθος της κυβέρνησης να συνεχίσει να αδιαφορεί και να υποτιμά την ανάγκη εθνικής στρατηγικής που να ενώνει τις πολιτικές δυνάμεις και κυρίως να αντιπροσωπεύει τον λαό.

Δεδομένου πως η χώρα έχει εισέλθει σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο -η οποία, όπως λέγεται και γράφεται επίμονα μπορεί να ανακοπεί ανά πάσα στιγμή για να ανοίξει εκλογικό “παράθυρο ευκαιρίας”-, οποιαδήποτε δεσμευτική διαδικασία με μεγάλο βάθος χρόνου μπορεί να αποβεί παρακινδυνευμένη. Σε μία τέτοια περίπτωση η συνεννόηση δεν είναι μόνο απαραίτητη, είναι επιβεβλημένη.

Σχετικά Άρθρα