Τέσσερα λάθη: Ο “κακός εαυτός” της κυβέρνησης και ο κίνδυνος…Λιμπεράτσε

 Τέσσερα λάθη: Ο “κακός εαυτός” της κυβέρνησης και ο κίνδυνος…Λιμπεράτσε

Ενδεικτικά “δανείζομαι” τα αποτελέσματα των μετρήσεων της MRB- σε εκείνες άλλων εταιρειών τα πράγματα είναι μάλλον χειρότερα. Πριν ένα χρόνο, λοιπόν, η διαφορά μεταξύ Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (Απρίλιος 2021) ήταν λίγο πάνω από 13 μονάδες. Στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση της ίδιας εταιρείας (30 Μαρτίου), η “ψαλίδα” είχε κλείσει στο 7,4%.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Μέσα σε περίπου ένα χρόνο, δηλαδή, το κυβερνών κόμμα κατέγραψε απώλειες έξι μονάδων. Δύο πρώτες παρατηρήσεις: α. μέσα σε αυτόν τον ένα χρόνο της μεγάλης φθοράς η κυβέρνηση είχε να διαχειριστεί δύο σοβαρά θέματα, αυτό της πανδημίας, και εκείνο της ενεργειακής κρίσης που είχε αρχίσει να δείχνει το δόντια της από το περασμένο φθινόπωρο, και β. από την μέτρηση στα τέλη Μαρτίου (με τον πόλεμο να έχει κλείσει τον πρώτο μήνα από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία) μέχρι σήμερα, οι συνέπειες που βιώνουν οι πολίτες από τις πολεμικές παρενέργειες στους λογαρισμούς του ρεύματος και γενικότερα την ακρίβεια είναι, πλέον, φαραωνικές.

Οι παρατηρήσεις οδηγούν στο μάλλον εύλογο συμπέρασμα πως την περίοδο που η κυβέρνηση έχανε σταδιακά έξι δημοσκοπικές μονάδες, το γενικότερο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα θύμιζε “σχολική εκδρομή” (έτσι φαινόταν λόγω της επικοινωνιακής υπεροπλίας αλλά από κάτω δρούσε διαβρωτικά) σε σύγκριση με όσα συμβαίνουν τον τελευταία περίπου ενάμιση μήνα. Ως εκ τούτου, αναμένει κανείς, υπό φυσιολογικές συνθήκες, να δει στις επόμενες μετρήσεις να αποτυπώνεται ακόμα μεγαλύτερη φθορά για την κυβέρνηση. Να αποτυπωθεί, δηλαδή, μια “ρήτρα αναπροσαρμογής” του θυμού των πολιτών.

Η πολύ δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει η κυβέρνηση δεν είναι κάτι που συνέβη ξαφνικά, ως αποτέλεσμα των συνεπειών του πολέμου. Η ρωσική εισβολή και η αμήχανη στάση των Ευρωπαίων απέναντι στις συνέπειες επιδείνωσαν το κλίμα, όμως δεν το δημιούργησαν. Αυτό συνιστά το πρώτο σφάλμα που διαπράττει η κυβέρνηση: μεταθέτει, δηλαδή, όλα αυτά που βιώνουν οι πολίτες σε εξωγενείς παράγοντες και επιχειρεί να πείσει πως ο μέσος Έλληνας υφίσταται ότι υφίσταται και ο μέσος Ισπανός, Δανός, Σουηδός, ή Πορτογάλος. Ο θυμός, όμως, είχε αρχίσει να καταγράφεται στις μετρήσεις εδώ και πολλούς μήνες, και σε κάθε περίπτωση στα ερωτήματα των δημοσκόπων απαντούν Έλληνες ψηφοφόροι και όχι Δανοί.

Το δεύτερο σφάλμα της κυβέρνησης ήταν ότι βασίστηκε επικοινωνιακά σε μεγάλο βαθμό στην διψήφια -και βάλε- διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και καλλιέργησε αίσθημα υποτίμησης του αντιπάλου. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που “ξέχασε” πως ο βασικός της αντίπαλος δεν ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση αλλά ο…εαυτός της.

Το τρίτο “διπλό” σφάλμα ήταν η αρχική υπόθεση εργασίας πως η εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στο ΚΙΝ.ΑΛ θα προκαλέσει μετακινήσεις ψηφοφόρων από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ελάχιστα θα επηρεάσει τη Ν.Δ. Η διάψευση ήρθε γρήγορα από τις μετρήσεις και αυτό προκάλεσε έναν μικρό πανικό, με αντιφατικές δηλώσεις και τακτικές κινήσεις, αρχικώς με αδιαφορία, μετά με επιθετικούς -σχεδόν εχθρικούς- τόνους προς το ΚΙΝ.ΑΛ, και εν τέλει με θολές προσκλήσεις συνεργασίας που έφεραν τεράστιες ρωγμές στην υπερφίαλη αυτοπεποίθηση περί αυτοδυναμίας. Οι σχετικές δηλώσεις του πρωθυπουργού για την πιθανότητα κυβερνήσεων συνεργασίας γκρέμισαν ότι έκτιζε από τον περασμένο Σεπτέμβριο, και παρά την άρον-αρον στροφή 180 μοιρών μετά την άρνηση Ανδρουλάκη αυτό το αίσθημα υπεροχής είναι δύσκολο έως απίθανο να ανακτηθεί.

Παράλληλα, η κυβέρνηση υποτίμησε την δυναμική της απλής αναλογικής και εστίασε λανθασμένα στην δημοσκοπική διαφορά της από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Αυτό, όμως, ήταν το έλασσον. Διότι, όταν, εξαιτίας των δικών σου λαθών, χάνεις μία μονάδα τον μήνα, κάποια στιγμή η “ψαλίδα” θα κλείσει επικίνδυνα, ακόμα κι αν στην Κουμουνδούρου πυροβολούν τα πόδια τους-κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις όντως συνέβη.

Μέχρι πρότινος ο πρωθυπουργός παρέπεμπε στις ευρωπαϊκές διαστάσεις του προβλήματος της ακρίβειας στο φυσικό αέριο και το ηλεκτρικό ρεύμα αλλά τώρα σπεύδει να ανακοινώσει δέσμη εθνικών μέτρων για να προλάβει τον κοινωνικό κατακλυσμό. Προφανώς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, από την άλλη, όμως, αυτό επιβεβαιώνει εκείνους που λένε πως θα μπορούσε να είχε κάνει νωρίτερα κάτι τέτοιο.

Μπορεί, όμως, η ανακοίνωση μέτρων στήριξης επιδοματικού ή ευρύτερου χαρακτήρα να ανακόψουν την φθορά και να επαναφέρουν τη Ν.Δ σε τροχιά αυτοπεποίθησης για αυτοδυναμία; Κάτι τέτοιο μάλλον (ποτέ δεν μπορεί να είναι κανείς απόλυτος στην πολιτική) είναι αδύνατο. Το κοινωνικό “κρακ” έχει ακουστεί πολύ έντονα, σχεδόν διαπεραστικά, και δεν αφορά κάποιον ενθουσιασμό των ψηφοφόρων για το εναλλακτικό αφήγημα διακυβέρνησης που προσφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αλλά την ανάγκη να εκφραστεί ο θυμός. Το ερώτημα από εδώ και στο εξής μετατίθεται περισσότερο στο πώς και σε ποιά κατεύθυνση θα εκφραστεί.

Η κυβέρνηση προσβλέπει στα μέτρα που θα ανακοινώσει. Πράγματι, ίσως δημοσκοπικά καταγραφεί μία πρόσκαιρη στασιμότητα στην φθορά. Αν και αρκετοί θεωρούν αμφίβολο ακόμα και κάτι τέτοιο επειδή, όπως λένε, θα επιδράσει το “too little, to late”. Ίσως τα πράγματα ηρεμήσουν λίγο λόγω της σύντομης θερινής ραστώνης. Κι αυτό είναι επίσης αμφίβολο καθώς οι λογαριασμοί ρεύματος δεν αφορούν τη θέρμανση (χειμώνας), αλλά και την ψύχη(καλοκαίρι), ενώ το μείγμα ανατιμήσεων θα αφορά κάθε δραστηριότητα της καθημερινότητας, ακόμα και το σοβαρό ζήτημα των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων που θα βαρύνει αρνητικά ως προς τις διακοπές των νοικοκυριών.

Με το δεδομένο πως ο πόλεμος και οι συνέπειές του δεν θα τελειώσουν σύντομα (ήδη από την Παγκόσμια Τράπεζα μέχρι διεθνείς οίκους, όλοι κάνουν λόγο για παρενέργειες ετών), το φθινόπωρο η κοινωνική δυσαρέσκεια θα επιστρέψει δριμύτερη.

Τούτων δοθέντων, αρκετοί εκπονούν εκλογικά σενάρια και προκαταλαμβάνουν, με τον ένα, ή τον άλλο τρόπο, τις αποφάσεις του πρωθυπουργού. Διπλές κάλπες το φθινόπωρο, ή την άνοιξη; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει, σε κάθε ευκαιρίας, πως θα εξαντλήσει την κυβερνητική θητεία και αξίζει να σημειωθεί αυτή η επιμονή, ακόμα κι αν δεν την υιοθετούν οι υπουργοί και οι βουλευτές του. Αρκετοί από αυτούς έχουν κατεβάσει τα μολύβια και ρίχνουν το βάθος στην προεκλογική προετοιμασία τους παρά στο κυβερνητικό έργο.

Εδώ, λοιπόν, προβάλλει ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο “κακός εαυτός”. Ιδιαίτερα σε συνθήκες πανικού.

Η οργισμένη κοινωνία ζητάει κάποιον που να νοιάζεται και να δίνει λύσεις. Το δεύτερο είναι πιθανώς δύσκολο λόγω των δημοσιονομικών περιορισμών και της ευρωπαϊκής αδράνειας. Όταν, όμως, συνυπάρχει με την έλλειψη και του πρώτου (“νοιάζομαι”), ο συνδυασμός γίνεται κοινωνικά και πολιτικά εκρηκτικός. Εδώ η κυβέρνηση κάνει το τέταρτο λάθος: εκπέμπει -ακριβές, ή λιγότερο ακριβές, μικρή σημασία έχει- μηνύματα αλαζονείας. Από το “χαλάλι του” στους “τσαμπατζήδες”, και από τις “βίλες” στις “καγιέν”, ενώ η κυβέρνηση θα έπρεπε να εμφανίζεται με μοναστική λιτότητα λόγων και έργων, παρουσιάζεται συχνά ως κραυγαλέος Λιμπεράτσε. Ο διάσημος πιανίστας και σόουμαν έλεγε πως “η υπερβολή στη ζωή είναι ένα υπέροχο πράγμα”. Δυστυχώς, δεν ισχύει κάτι τέτοιο και στην πολιτική, ιδιαίτερα όταν οι πολίτες παθαίνουν εμφράγματα κάθε φορά που ανοίγουν τους λογαριασμούς ρεύματος.

Άλλωστε, δεν χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (κάτι που αναμφίβολα φαίνεται λιγότερο απίθανο απ΄ ότι πριν μερικούς μήνες), αρκεί να τις χάσει η Ν.Δ (σε σύγκριση με την απόλυτη βεβαιότητα που εξέπεμπε μέχρι πρόσφατα). Εφόσον εδραιωθεί δημοσκοπικά η πεποίθηση απώλειας της αυτοδυναμίας και ο πήχης πέσει κάτω από το 30%, η πολιτική ατμόσφαιρα θα μετατοπισθεί στο ποιοί θα συγκυβερνήσουν. Και όλα θα είναι ανοιχτά…

Σεραφείμ Κοτρώτσος