• 25 Οκτωβρίου, 2020

Πώς ο κοροναϊός άλλαξε τη ζωή των Γερμανών

 Πώς ο κοροναϊός άλλαξε τη ζωή των Γερμανών

Η πρώτη μόλυνση από τον κοροναϊό στη Γερμανία επιβεβαιώθηκε πριν από έξι μήνες. Από τότε έχουν αλλάξει πολλά. Μερικά πράγματα προς το καλό, πολλά προς το κακό και μερικά πράγματα πιθανώς θα αλλάξουν μακροπρόθεσμα.

Τηλεργασία: κατάρα ή ευλογία; 

Όταν τα σχολεία και τα νηπιαγωγεία έκλεισαν στα μέσα Μαρτίου και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επέβαλε στις 22 Μαρτίου την απαγόρευση των επαφών σε εθνικό επίπεδο για τον περιορισμό του κορονοϊού, πολλοί εργαζόμενοι στάλθηκαν για εργασία στο σπίτι τους. Μερικοί από αυτούς έχουν παραμείνει εκεί μέχρι σήμερα. Προφανή πλεονεκτήματα δεν υπάρχουν: οι εργαζόμενοι εξοικονομούν τον χρόνο της μετάβασης στην εργασία τους, ειδικά τις πρώτες εβδομάδες υπήρχαν λιγότερα μποτιλιαρίσματα στους δρόμους και η ποιότητα του αέρα βελτιώθηκε. Κατά τα άλλα οι έρευνες εμφανίζουν μια διφορούμενη εικόνα.

Μια μελέτη του Ταμείου Υγείας «DAK» αναφέρει ότι πολλοί υπάλληλοι θεωρούν πως η τηλεργασία είναι ανακουφιστική και μπορούν να συνδυάσουν έτσι καλύτερα την επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή τους. Ο αριθμός των εργαζομένων που αισθάνονται συχνά άγχος μειώθηκε κατά 7% σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την κρίση. Αντίθετα, περίπου οι μισοί από τους ερωτηθέντες στην έρευνα του Ταμείου Υγείας «Techniker Krankenkasse» δήλωσαν ότι αισθάνονταν κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορονοϊού περισσότερο επιβαρυμένοι από το συνηθισμένο. Ένας λόγος που αναφέρθηκε ήταν το διπλό βάρος της εργασίας και της φροντίδας των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της σχολικής εκπαίδευσης στο σπίτι.

Ωστόσο, η τηλεργασία θα μπορούσε να παραμείνει ουσιαστικό μέρος του γερμανικού εργασιακού κόσμου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολλές εταιρείες έχουν συνειδητοποιήσει ότι μπορούν να εξοικονομήσουν πολλά χρήματα εάν αφήσουν περισσότερους υπαλλήλους από πριν να εργάζονται από το σπίτι – για παράδειγμα, επειδή απαιτείται λιγότερος χώρος γραφείων.

Αναμένονται περισσότερες ψυχικές ασθένειες

Οι ειδικοί φοβούνται την αύξηση των ψυχικών παθήσεων ως αποτέλεσμα της πανδημίας του κορονοϊού. Μεταξύ άλλων, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποιεί ότι η απομόνωση, ο φόβος, η ανασφάλεια και η οικονομική αναταραχή θα μπορούσαν να προκαλέσουν υπερβολικό άγχος κατά την διάρκεια της κρίσης.

Το ερευνητικό ινστιτούτο δημοσκοπήσεων Infratest Dimap έχει πραγματοποιήσει σχετικές έρευνες στη Γερμανία. Σύμφωνα με αυτές, περίπου οι μισοί από αυτούς που ερωτήθηκαν φοβούνται ένα πιθανό δεύτερο κύμα μόλυνσης. Σχεδόν τα τρία τέταρτα λένε ότι συναντούν μόνο σε περιορισμένο βαθμό φίλους και συγγενείς. Δεν υπάρχουν πια χειραψίες, οι αγκαλιές αποφεύγονται όπως και οι οικογενειακές συνευρέσεις από το φόβο μήπως μολυνθούν οι γιαγιάδες και οι παππούδες ή κάποιο αγαπημένο άτομο. Αυτό ανατρέπει τις συνήθειες της καθημερινής ζωή και είναι πιθανό να έχει διαρκή αντίκτυπο στην κοινωνία.

Από την άποψη της εξελικτική βιολογίας, η έλλειψη φυσικής επαφής είναι ιδιαίτερα προβληματική. Ο απτικός ερευνητής Μάρτιν Γκρούνβαλντ είπε στο Spiegel Online ότι οι άνθρωποι ως θηλαστικά χρειάζονται ένα συγκεκριμένο βαθμό αγγιγμάτων για να αναπτυχθούν σωματικά και ψυχικά. Μέσω της σωματικής επαφής επικοινωνούνται μη λεκτικές πληροφορίες, όπως είναι η συμπάθεια, η εξοικείωση, η εκτίμηση, η συμπόνια ή η παρηγοριά. Οι σχέσεις τους ρυθμίζονται δηλαδή από την αφή.