Φίδια στην Ελλάδα: Γιατί γέμισαν οι πόλεις – Ο μύθος για τους οικολόγους

 Φίδια στην Ελλάδα: Γιατί γέμισαν οι πόλεις – Ο μύθος για τους οικολόγους

Ένας μικρός χαμός προκλήθηκε το απόγευμα της Δευτέρας με αφορμή την εμφάνιση φιδιών στην Ελλάδα αλλά και στο τηλεπαιχνίδι “Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος”.

Συγκεκριμένα, ερώτηση που ετέθη σε διαγωνιζόμενο, είχε να κάνει με το πόσα δηλητηριώδη φίδια υπάρχουν στη χώρα μας. Ως σωστή δόθηκε η απάντηση “1”, ενώ ο παίκτης επέλεξε να σταματήσει και να μην απαντήσει.

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο βιολόγος με ειδίκευση στη γενετική και την οικολογία των ερπετών και αμφίβιων και παρουσιαστής της εκπομπής της ΕΡΤ3 Άγρια Ελλάδα, Ηλίας Στραχίνης “τα είδη φιδιών στην Ελλάδα είναι 23 και τα δηλητηριώδη είναι 7 (5 είδη οχιάς και 2 οπσθόγλυφα άλλων οικογενειών). Είναι λάθος τόσο η ερώτηση όσο και οι απαντήσεις που δόθηκαν”.

Παράλληλα, τελευταία έχουν αυξηθεί οι αναφορές για εμφανίσεις φιδιών σε περιοχές της χώρας, όπως στην Αλεξανδρούπολη, την Λαμία και την Κατερίνη. Τα συγκεκριμένα ερπετά εμφανίζονται αυτή την περίοδο σε μεγάλα αστικά κέντρα και κατά βάση σε πάρκα, λόφους, ακάλυπτους, υπόγεια παλιών σπιτιών ή μεταφέρονται με αυτοκίνητα.

Οι ειδικοί αναφέρουν πως δεν υπάρχει κανένας λόγος πανικού, καθώς πρόκειται για ένα συνηθισμένο φαινόμενο, ειδικά αυτή την εποχή που οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, τα ερπετά έχουν ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη τους και βρίσκονται σε αναζήτηση τροφής.

Πρόκειται για μια φυσική ικανότητα της γης αυτή την εποχή, διότι η παρουσία των φιδιών στα αστικά κέντρα σχετίζεται πάντα με την τροφή” ανέφερε στο GRTimes ο αντιπρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Περιβάλλοντος και Σταθμού Περίθαλψης Άγριων Ζώων, Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος προσθέτει, ότι “πολλοί ονοματίζουν λανθασμένα τα φίδια με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση. Ειδικά ο Λαφιάτης, όταν είναι μικρός μοιάζει με Οχιά. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να ονοματίσουμε από μόνοι μας το φίδι. Πρέπει να γνωρίζουμε επιστημονικά εάν πρόκειται πραγματικά για το είδος που εμείς πιστεύουμε ότι είναι. Ξέρετε, κάποια φίδια έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν το χρώμα του περιβάλλοντος στο οποίο κινούνται με αποτέλεσμα κάποια να μοιάζουν μεταξύ τους, όμως ποτέ δεν αλλάζει το είδος τους”.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος προσθέτει επίσης ότι “τα φίδια υπήρχαν και υπάρχουν στο αστικό περιβάλλον, όμως τα περισσότερα είναι ακίνδυνα για τον άνθρωπο. Σχεδόν πάντα πρόκειται για Λαφιάτες, για Σπιτόφιδα ή ακόμα και για Τυφλίτες που δεν είναι φίδι, αλλά μια μεγάλη σαύρα. Ακόμη κι έτσι όμως, δε γινόμαστε ειδικοί. Δεν το προσεγγίζουμε για να το απομακρύνουμε. Είναι σημαντικό να παραμείνουμε ψύχραιμοι, να το φωτογραφίσουμε και να στείλουμε τη φωτογραφία σε έναν ειδικό, χωρίς να μας ξεφύγει από τα μάτια, διότι όταν φτάσει το ειδικό συνεργείο απομάκρυνσης θα πρέπει να ξέρουμε που ακριβώς βρίσκεται”.

ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΑΝ ΜΑΣ ΔΑΓΚΩΣΕΙ

Σε περίπτωση που ένα φίδι τελικά καταφέρει και μας δαγκώσει οι οδηγίες των ειδικών ως προς τους τρόπους αντιμετώπισης είναι συγκεκριμένες.

“Πρέπει να απευθυνθούμε στο γιατρό για να μας δώσει οδηγίες και βέβαια να θυμόμαστε καλά το φίδι. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, όταν συνυπάρχουμε με τα ερπετά. Δεν τα πιάνουμε επειδή κατά τη γνώμη μας είναι ακίνδυνα. Η οχιά, που είναι και το μοναδικό δηλητηριώδες φίδι, είναι ένα αργό και νωχελικό ερπετό, το οποίο αν σε δαγκώσει, αφήνει συνήθως δύο σημάδια. Τα υπόλοιπα αφήνουν σημάδι από όλο το σιαγόνα.

Επίσης, εκτός από την οχιά τα υπόλοιπα είδη έχουν στην πίσω γνάθο μια αμελητέα για τον άνθρωπο ποσότητα δηλητηρίου. Ποσότητα που δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να σε σκοτώσει” συμπληρώνει στο GRTimes, ο αντιπρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Περιβάλλοντος και Σταθμού Περίθαλψης Άγριων Ζώων.

“Εάν κάνουμε εργασίες φοράμε πάντα γάντια και δημιουργούμε θόρυβο. Επίσης στην εξοχή φοράμε πάντα μποτάκια γιατί εάν μας επιτεθούν, συνήθως το κάνουν στο ύψος του αστραγάλου μας. Τέλος, επίσης εάν υπάρχει πυκνή βλάστηση και ψηλά χόρτα κοντά σε κατοικία, φροντίζουμε να κόψουμε τα χόρτα και να καθαρίσουμε τον χώρο.

Τα φίδια τρυπώνουν συνήθως σε σωρούς από πέτρες, σε σωρούς ξύλα, σε ένα αντικείμενο που έχουμε καιρό να μετακινήσουμε από τη θέση του. Πρέπει να γνωρίζουμε τι κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις” τονίζει ο κ. Παναγιωτόπουλος, προσθέτοντας πως “πρέπει να γνωρίζουμε επίσης ότι εάν σκοτώσουμε ένα φίδι, διαπράττουμε μια παρανομία”.

Ο ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ‘ΑΜΟΛΟΥΝ’ ΦΙΔΙΑ -ΕΝΙΟΤΕ ΑΠΟ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΑ

Στην ιστοσελίδα του κυρίου Στραχίνη υπάρχει ειδικός σύνδεσμος, για τον αθάνατο μύθο των οικολόγων που αμολάνε στη φύση φίδια τα οποία με κάποιον τρόπο αναπαρήγαγαν σε μάλλον μυστικές εγκαταστάσεις κατά εκατοντάδες ή χιλιάδες, για χρόνια. Πώς προέκυψε;

“Έχω βρει πως πριν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, είχε κυκλοφορήσει στη Γαλλία. Επειδή υπήρχαν περιβαλλοντικές οργανώσεις που έρχονταν σε αντιπαράθεση με κυνηγετικές οργανώσεις, οι δεύτερες διέδωσαν το μύθο για να πλήξουν τις πρώτες. Δεν ξέρω όμως, αν ο μύθος μεταφέρθηκε από τη Γαλλία στην Ελλάδα ή αν ξεκίνησε στη χώρα μας διαφορετικά.

Μπορεί κανείς να καταλάβει πολύ εύκολα πως πρόκειται για αστικό μύθο, γιατί τον ακούμε όπου βρεθούμε και όπου σταθούμε στην Ελλάδα. Την ίδια ώρα, είναι φύσει αδύνατο να έχουν απελευθερωθεί τσουβάλια με φίδια παντού στην Ελλάδα. Πού τα αναπαρήγαγαν και δη σε χιλιάδες, κάτι που δε γίνεται; Η εντελώς ακραία διάσταση του μύθου θέλει να πετούν φίδια από ελικόπτερα. Αν συμβεί αυτό, το ζώο θα σκοτωθεί’.

Σε κάθε περίπτωση, η μαζική απελευθέρωση ζώων “είναι κάτι αντιοικολογικό, κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά όλες οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, που έχουν στα σχήματα τους επιστήμονες περιβάλλοντος”.

Όπως; “Απελευθερώνουν πέρδικες, υβριδικούς φασιανούς δεν ανήκουν στην ελληνική φύση, αγριογούρουνα (μάλιστα, στην Πελοπόννησο έχουν γίνει σχετικά δικαστήρια, γιατί δεν ανήκαν εκεί και έχουν προκαλέσει μεγάλες ζημιές), λαγούς, ορτύκια και διάφορα άλλα είδη που αποτελούν κυνηγετικά θηράματα. Γιατί τα απελευθερώνουν; Για να τα κυνηγήσουν. Αυτό έχει αποδειχθεί σε πολλές περιπτώσεις ως αντιοικολογικό”.

Γιατί; “Είναι τακτική που μπορεί να προκαλέσει γενετική μόλυνση. Έχουμε έναν άγριο πληθυσμό, με συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά. Αφήνουμε συγγενή κλάδο του είδους ή κοντινού είδους, που υβριδίζει (αναπαράγεται) με τον άγριο πληθυσμό. Επειδή διαφέρει γενετικά, αλλοιώνει τα γενετικά χαρακτηριστικά του άγριου πληθυσμού. Αυτό έχει γίνει ήδη με τον υβριδισμό νησιωτικής και ορεινής πέρδικας που προήλθε από απελευθερώσεις κυνηγετικών οργανώσεων, όπως αναφέρεται και σε σχετική μελέτη του 2007″.

 Ας δούμε και το λόγο.

ΟΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΑ ΕΙΔΗ -ΔΕΝ ΤΑ ΒΟΗΘΟΥΝ ΝΑ ΑΥΞΗΘΟΥΝ

Οι πληθυσμοί ενός είδους που απειλείται λόγω δυσμενών συνθηκών δεν αυξάνονται όταν απελευθερώνουμε επιπλέον ζώα. “Όταν οι συνθήκες είναι κακές και οδηγούν ένα είδος σε χαμηλούς αριθμούς, φανταστείτε πόσο πιο κακές θα γίνουν αν τις μοιραστούν με περισσότερα ζώα του ίδιου είδους.

Δηλαδή, αν υπάρχει τροφή και κρυψώνες μόνο για 100 ζώα, πόσο πιο δύσκολη θα γίνει η συνθήκη αν προσθέσουμε άλλα 100 ή 200 ή 1000 ζώα; Το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω μείωση τελικά. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε ένα είδος που κινδυνεύει, βελτιώνουμε τις συνθήκες στις οποίες ζει και οδήγησαν στη μείωση. Έτσι μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη βλάβη”. 

Στην περίπτωση των αγριογούρουνων “οι απελευθερώσεις οδήγησαν σε αύξηση. Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι η αύξηση οφείλεται στον υβριδισμό άγριων και ήμερων γουρουνιών που αύξησε την αναπαραγωγική επιτυχία, αλλά και στην απελευθέρωση αγριογούρουνων σε περιοχές που δεν υπήρχαν και έλειπαν και οι φυσικοί τους θηρευτές”.

Όπως λέει ο κύριος Στραχίνης, επειδή κάποιοι βλέπουν την πρακτική των κυνηγών με τις απελευθερώσεις θηραμάτων, ενδεχομένως να θεωρούν ως λογικό κάποιοι να την ακολουθούν με τα φίδια ή οποιοδήποτε άλλο άγριο ζώο. Δεν υπάρχει όμως, καμία λογική πίσω από αυτό.

“Απελευθερώσεις γίνονται πράγματι. Αφορούν όμως είτε θηράματα από κυνηγετικές οργανώσεις, είτε εξωτικά ζώα που κρατούνται ως κατοικίδια και όταν γίνουν άβολα, ιδιοκτήτες που είναι ανεύθυνοι, τα εγκαταλείπουν στη φύση. Και αυτό είναι τελείως αντιοικολογικό, γιατί μπορεί τα εγκαταλελειμμένα κατοικίδια να φέρουν παράσιτα ή ασθένειες και να τα μεταδώσουν στους αυτόχθονες πληθυσμούς. Ή ακόμα και να εδραιώσουν πληθυσμό και να εκτοπίσουν ή να εξαφανίσουν τα αυτόχθονα είδη μιας περιοχής”.

Θεόκριτος Αργυριάδης