Τι έχει η ΕΛ.Α.Σ που δεν έχει το ΠΑΣΟΚ, και τούμπαλιν…

 Τι έχει η ΕΛ.Α.Σ που δεν έχει το ΠΑΣΟΚ, και τούμπαλιν…
💡 AI Summary by Libre

Ο Αλέξης Τσίπρας χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ ανταγωνιστή, όχι αντίπαλο, ενώ το ΠΑΣΟΚ θεωρεί τη δεύτερη θέση κρίσιμη για την πολιτική του επιβίωση.

Το ΠΑΣΟΚ προωθεί νέα, πολυσυλλεκτικά στελέχη, αλλά αντιμετωπίζει έλλειψη πολιτικού βάρους και σφάλματα λόγω απειρίας, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται παλαιά στελέχη από το ΠΑΣΟΚ.

Στη ΔΕΘ, ο Νίκος Ανδρουλάκης φάνηκε πιο επιτυχημένος επικοινωνιακά, ενώ ο Τσίπρας παραμένει ανταγωνιστικός στην καταλληλότητα πρωθυπουργού απέναντι στη ΝΔ, αλλά όχι έναντι του ΠΑΣΟΚ.

Η κεντροαριστερά παραμένει κατακερματισμένη, με το ΠΑΣΟΚ να βελτιώνει την εικόνα κυβερνησιμότητας και τον ΣΥΡΙΖΑ να δυσκολεύεται να ξεπεράσει προβλήματα του παρελθόντος και απουσίες στελεχών.

Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε εμφατικά πώς “με το ΠΑΣΟΚ δεν είμαστε αντίπαλοι, είμαστε, όμως, ανταγωνιστές”, ωστόσο από την Χαριλάου Τρικούπη οι τόνοι ανεβαίνουν και ο πρώην πρωθυπουργός εκλαμβάνεται από το Νίκο Ανδρουλάκη περίπου ως η άλλη όψη του νομίσματος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μπορεί τα ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων να δείχνουν ότι οι χώροι είναι όμοροι -παρά τις παλαιότερες δηλώσεις της εκπροσώπου Τύπου της ΕΛ.Α.Σ, που αναγκαστικά “διορθώθηκαν”-, για το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, η δεύτερη θέση στις εκλογές, άρα και η αντιπαράθεση με το κόμμα Τσίπρα, είναι όρος πολιτικής επιβίωσης.

Αυτός ο ανταγωνισμός γίνεται ακόμα πιό εμφανής με τις “μεταγραφές” στελεχών και βουλευτών. Το ΠΑΣΟΚ υποδέχτηκε τον Αλ. Αυλωνίτη , η ΕΛ.Α.Σ την Ρόζα Βρεττού, και έπεται συνέχεια. Στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα τα στελέχη που προβάλλονται περισσότερο στα τηλεοπτικά πάνελ είναι όσα προέρχονται, κατά κύριο λόγο, από το ΠΑΣΟΚ, και η σύγκλιση με τους “πρώην συντρόφους” του ΣΥΡΙΖΑ (ακόμα κι εκείνους που παραιτήθηκαν και παρέδωσαν τις βουλευτικές έδρες τους) καθυστερεί για να μην καλλιεργούνται πολιτικοί συνειρμοί με το παρελθόν.

Οι εμφανίσεις στη ΔΕΘ έβγαλαν νικητή (με βραχεία κεφαλή) , σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και το πρόγραμμα που ανακοίνωσε φάνηκε να κάνει καλύτερο “γκελ” από το ρεαλιστικό νέο παραγωγικό μοντέλο που παρουσίασε ο πρώην πρωθυπουργός. Από την άλλη, στην “καταλληλότητα για πρωθυπουργός” ο Αλέξης Τσίπρας στέκεται ανταγωνιστικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη και σε μεγάλη απόσταση από τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Τούτων δοθέντων, προκύπτει το ερώτημα εάν η δεύτερη θέση είναι “κλειδωμένη” για την ΕΛ.Α.Σ, ή εάν έχει ακόμα το ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να κόψει πρώτο το νήμα και να πάρει αυτό τη δεύτερη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εφόσον δεν προκύψει αυτοδυναμία στις κάλπες.

Η αυθόρμητη απάντηση που δίνουν έμπειροι πολιτικοί αλλά και οι δημοσκόποι είναι πώς θα αποτελούσε τεράστια έκπληξη η ανατροπή της σημερινής δημοσκοπικής κατάταξης, ωστόσο όσο ο ανταγωνισμός περιορίζεται στο εύρος μεταξύ του 12% (για το ΠΑΣΟΚ) και του 16-17% (για την ΕΛ.Α.Σ) όλα φαίνονται πιθανά.

Ούτως ή άλλως, με αυτά τα ποσοστά για τα δύο κόμματα επιβεβαιώνεται ότι ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς παραμένει ως πρόβλημα του χώρου, με τη διαφορά, μόνο, πώς έχει αλλάξει το προβάδισμα. Για το κόμμα Τσίπρα αποτελεί αναγκαία και μάλλον ικανή συνθήκη να ξεπεράσει το 20% ώστε να αντιμετωπίσει ευθέως τη Ν.Δ και να διεκδικήσει -σε πρώτο ή δεύτερο χρόνο- την διακυβέρνηση, ανάλογα, φυσικά, και με το που θα φτάσει η Ν.Δ και πόσο σημαντικό τμήμα του εκλογικού της ακροατηρίου θα της αφαιρέσει το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά.

Τι έχει, όμως, το ΠΑΣΟΚ που δεν έχει η ΕΛ.Α.Σ, και τούμπαλιν; Το τελευταίο διάστημα -κυρίως στη ΔΕΘ- το πρώτο βελτίωσε την εικόνα κυβερνησιμότητας με ένα αριστερόστροφο και συγκροτημένο πρόγραμμα, ενώ είναι εμφανές πώς και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει βελτιωθεί επικοινωνιακά και αξιοποιεί το πλεονέκτημα που του δίνει ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις κοινοβουλευτικές μάχες με τον πρωθυπουργό. Το γεγονός, δε, ότι “αλιεύει” με επιμονή βουλευτές από την δεξαμενή του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί την εντύπωση πώς παραμένει ελκυστικό.

Η ΕΛ.Α.Σ από την άλλη διαθέτει έναν αρχηγό χαρισματικό και με εμπειρία διακυβέρνησης, που, όμως, ταυτόχρονα, δεν μπορεί εύκολα να αποτινάξει προβληματικές πτυχές του παρελθόντος του. Η απουσία του από τη Βουλή μπορεί να ήταν βασικό στοιχείο της επανεκκίνησης, του στερεί, όμως, τη δυνατότητα της απευθείας αντιπαράθεσης με τον πρωθυπουργό.

Η επιλογή να έχει στην πρώτη γραμμή νέα και άφθαρτα στελέχη με πολυσυλλεκτικότητα στην ευρύτερη κεντροαριστερά, αποτελεί, αναμφίβολα, πλεονέκτημα, φαίνεται, ωστόσο, ότι λείπει το “πολιτικό βάρος” από αρκετά απ΄ αυτά, ενώ, παράλληλα, προκύπτουν και σφάλματα, είτε από υπερβάλλοντα ενθουσιασμό, είτε από απειρία.

Για παράδειγμα, στην υπεράσπιση του οικονομικού προγράμματος που ανακοίνωσε ο πρώην πρωθυπουργός βγήκαν μπροστά μεσαία στελέχη και αρκετοί “πασοκογενείς” που δεν είχαν γνώση και ευελιξία στο να αντιμετωπίσουν τις βολές της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ σχετικά με την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Πλην των εκπροσώπων Τύπου και του έμπειρου Φραγκίσκου Κουτεντάκη, οι υπόλοιποι φάνηκαν μάλλον απροετοίμαστοι, ενώ “έλαμψαν δια της απουσίας τους” (γιατί;) τα “βαριά χαρτιά”, όπως ο Γ. Χουλιαράκης και ο Δημ. Λιάκος.

Παράλληλα, οι “φίλιες δυνάμεις”, εκείνα, δηλαδή, τα στελέχη και, κυρίως, οι πρώην βουλευτές που προέρχονται από την -μετά τις εκλογές του 2019 και του 2023- περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζονται δημοσίως κινούμενα σε μία πολιτική “γκρίζα ζώνη”. Προωθούν, ενίοτε επαρκώς, τις πολιτικές της ΕΛ.Α.Σ, χωρίς, όμως, να μπορούν να τις “μεταβολίσουν”, καθώς δεν έχουν την αναγκαία επίσημη ετικέτα εκπροσώπησης. Σύμφωνα με αρκετούς, αυτό είναι κάτι που πρέπει να λήξει: ή θα ενταχθούν οργανικά (και όσοι μένει να παραιτηθούν και να κάνουν το βήμα πλήρους ένταξης, ας το κάνουν), ή ο πρώην πρωθυπουργός θα επιμείνει μέχρι τέλους μόνο στα νέα πρόσωπα και αυτό θα καταστεί σαφές.

Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ στον ανταγωνισμό με την ΕΛ.Α.Σ έχει σοβαρά μειονεκτήματα.

Πρώτο, έναν αρχηγό που, όσο κι αν βελτιώνεται, δεν πείθει αρκετά και δεν συγκεντρώνει την απόλυτη στήριξη του στελεχικού δυναμικού και ειδικά εκείνων των κορυφαίων που χαράσσουν συχνά την δική τους γραμμή.

Δεύτερο, απευθύνεται σε ένα εκλογικό ακροατήριο που είναι μοιρασμένο ανάμεσα στο να επικροτεί τις πολιτικές και το πρωθυπουργικό προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη, και σε μία εκδοχή αριστερής σοσιαλδημοκρατίας (όπως είπε ο βουλευτής Απ. Πάνας) που, εκ των πραγμάτων, το καθιστά δυνητικό εταίρο ή συμπλήρωμα του Αλέξη Τσίπρα.

Εν κατακλείδι, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει με ένα κόμμα που γνωρίζει πώς εάν καταταγεί τρίτο στις εκλογές (ίσως, ακόμα και δεύτερο) θα βυθιστεί σε ένα πολιτικό εμφύλιο σχετικά με το εάν πρέπει ή όχι να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. Όσες δηλώσεις και να κάνει ο Νίκος Ανδρουλάκης, και παρά την κατηγορηματική απόφαση του συνεδρίου, κάθε τρεις και λίγο το ζήτημα επανέρχεται και, ανάλογα με τις μετρήσεις, θα φτάσει να καταστεί ένα από τα εσωτερικά εκλογικά διλήμματα.

Εκείνο που πρέπει να κρατήσει, πάντως, κανείς είναι πώς οι χώροι που ορίζονται από τα δύο κόμματα είναι όμοροι, για να μην πούμε ότι αλληλεπικαλύπτονται. Κι αυτό θα παίξει ρόλο στην τελική εκλογική ευθεία και, δίχως άλλο, μετά τις εκλογές, ανάλογα με το αποτέλεσμα…

Σχετικά Άρθρα