Ειδικοί αναλύουν στο libre: Το οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν στην Ελλάδα
✨Η ένταση μεταξύ Ιράν και του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή και ελληνική πραγματικότητα, προκαλώντας ενεργειακό σοκ και οικονομικές πιέσεις.
✨Το Ιράν διατηρεί στρατηγική αντοχή, με αυξανόμενη επιρροή της στρατιωτικής ηγεσίας, ενώ χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης έναντι της διεθνούς κοινότητας.
✨Η Ελλάδα ενισχύει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, διατηρεί ρόλο ειρήνης στη Μεσόγειο και προσαρμόζει την εξωτερική πολιτική της για να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα.
✨Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή αυξάνει το οικονομικό και ενεργειακό κόστος, υπονομεύοντας την ασφάλεια και προκαλώντας συχνές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά.
Καθώς η Μέση Ανατολή βυθίζεται σε μια παρατεταμένη δίνη πολεμικής έντασης μεταξύ του Ιράν και του άξονα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν άμεσες και επικίνδυνες αναταράξεις στην ευρωπαϊκή και την ελληνική πραγματικότητα. Μέσα από τις αναλύσεις διακεκριμένων ειδικών στο libre, σκιαγραφείται το εύθραυστο τοπίο της ασφάλειας, η αβεβαιότητα στις διπλωματικές προσπάθειες και η στρατηγική αντοχή της Τεχεράνης.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, η κρίση δεν περιορίζεται σε γεωπολιτικούς υπολογισμούς, αλλά μεταφράζεται σε οδυνηρές συνέπειες στην καθημερινότητα: από το νέο ενεργειακό σοκ και την εκτίναξη των τιμών στα καύσιμα και τις μεταφορές, μέχρι τις πιέσεις στον πληθωρισμό, τα πλήγματα στη ναυτιλία και τις ευρύτερες οικονομικές προκλήσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά.
«Ύστατος μοχλός πίεσης η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ»

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικών Συστημάτων Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Μάνος Παπάζογλου, μιλώντας για την αποτελεσματικότητα των προσωρινών συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός στον Περσικό Κόλπο, εξηγεί ότι «από την σκοπιά της κυβερνητικής ηγεσίας, οι περισσότεροι ψύχραιμοι αναλυτές έχουν διαπιστώσει εγκαίρως ότι η επίθεση στο Ιράν δεν είχε ένα σαφές στρατηγικό σχέδιο στόχων, ούτε ένα συστηματικό σχέδιο απεμπλοκής. Η πιθανότητα μιας άνευ όρων συνθηκολόγησης του Ιράν ήταν μηδαμινή, όπως και άμεση κατάρρευση του θεοκρατικού καθεστώτος. Κατά συνέπεια, σημειώθηκε η μερική εξουδετέρωση του Ιράν ως βασικής απειλής για το Ισραήλ, τουλάχιστον για ένα διάστημα, χωρίς να διευθετηθεί ουσιαστικά η αλλαγή δόγματος στην Τεχεράνη, δηλαδή η αποτροπή στρατιωτικής προετοιμασίας με στόχο το Ισραήλ (ή η υπονόμευση της ασφάλειας στην περιοχή), η οποία μπορεί να κλιμακωθεί ακόμα και με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής πυρηνικής τεχνολογίας. Ένα βασικό πρόβλημα στην πλευρά του Ιράν είναι ότι δεν υφίσταται πλέον ο σκληρός και συγκεντρωτικός πυρήνας εξουσίας του ανώτατου ηγέτη, αφού ο διάδοχος Μοτζτάμπα Χαμενεΐ είτε επιμελώς έχει αποσυρθεί, είτε δεν είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τα καθήκοντά του. Αυτό έχει ως συνέπεια την αυτονόμηση θυλάκων εξουσίας στο εσωτερικό του κράτους, δηλαδή η στρατιωτική ηγεσία να διευρύνει την επιρροή της έναντι της θρησκευτικής ηγεσίας. Με αυτά τα δεδομένα είναι δυσχερής η τήρηση των συμφωνηθέντων σε διπλωματικό επίπεδο.
Ο κ. Παπάζογλου αναφερόμενος στα Στενά του Ορμούζ και το κατά πόσο παραμένουν η κύρια “λαβή” πίεσης της Τεχεράνης απέναντι στην Ουάσιγκτον, λέει ότι «με δεδομένη την ουσιαστική διαφορά ισχύος ΗΠΑ και Ισραήλ στο επιχειρησιακό πεδίο, το Ιράν χρησιμοποίησε ως ύστατο μοχλό πίεσης την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Ήταν ένα από τα σενάρια αντίδρασης τα οποία όφειλε να αξιολογήσει η αμερικανική ηγεσία. Ο υπόλοιπος κόσμος έχει ισχυρό συμφέρον στην αποτροπή κάθε εμποδίου στους στρατηγικού ενδιαφέροντος κόμβους του διαμετακομιστικού εμπορίου και της ενεργειακής και άλλης τροφοδοσίας (πχ Σουέζ, Παναμάς, Εύξεινος Πόντος κλπ). Το πρόβλημα είναι ότι αν το Ιράν επιμένει όχι απλώς να διατηρήσει το status quo ante, αλλά να αποκομίσει και νέα οφέλη (πχ επιβολή τελών διέλευσης), το κόστος για την αποτροπή μιας τέτοιας απόφασης είναι εξαιρετικά υψηλό σε στρατιωτικούς πόρους. Κατά συνέπεια, το πιθανότερο σενάριο είναι ότι το Ιράν απέκτησε ένα νέο μοχλό διπλωματικής πίεσης με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο για τη διεθνή κοινότητα, τον οποίο θα χρησιμοποιεί σε κάθε απόπειρα να περιορίσει τις φιλοδοξίες περιφερειακής δύναμης».
Σ’ ό,τι αφορά την αποτροπή μιας στρατιωτικής υπερέκθεσης της χώρας μας σε πολεμικά μέτωπα της περιοχής, υποστηρίζει: «Η εταιρική σχέση με τις ΗΠΑ έχει ενισχυθεί με την προσήλωση στους σχετικούς στόχους διαδοχικών κυβερνήσεων (διαφορετικών παρατάξεων) στην Ελλάδα και διαφορετικών προέδρων στις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα συντάσσεται με τις κύριες θέσεις περί διεθνούς ασφάλειας της ΕΕ. Ωστόσο, οι επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας της επιτρέπουν να διαδραματίσει έναν ρόλο (πχ Patriot στη Σαουδική Αραβία, στρατιωτική προστασία σε Κύπρο και Βουλγαρία) και να προβάλλει ως δύναμη ειρήνης στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Είναι προς το συμφέρον της χώρας να απεγκλωβιστεί από την μονομέρεια της εξωτερικής πολιτικής (Τουρκία) και να διεκδικήσει τα συμφέροντά της με κάθε τρόπο. Αυτό προκύπτει και από την προσπάθεια οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών με όμορες χώρες (πχ Ιταλία, Αλβανία, Αίγυπτος, Λιβύη). Η Ελλάδα δεν ήταν, ούτε θα γίνει ‘proxy’ του αμερικανικού παράγοντα. Δεν πρέπει, όμως, και να παραμείνει αμέριμνη σε μια περίοδο και μια περιοχή στην οποία διαμορφώνεται μια διαφορετική, δυναμική αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά να αξιοποιήσει τα διπλωματικά ερείσματα (ΕΕ) και την επιχειρησιακή ικανότητά της. Μην παραβλέπουμε ότι η προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας είναι προτεραιότητα για μία χώρα που ελέγχει το 20% περίπου της χωρητικότητας της παγκόσμιας ναυτιλίας (και ακόμη περισσότερο στα δεξαμενόπλοια)».

Για τον κ. Παπάζογλου «οι μεταβολές της τελευταίας δεκαετίας είναι ραγδαίες κατά κυριολεξία. Στο παρελθόν συζητούσαμε με δέος την προοπτική μιας πολεμικής σύρραξης με πρωταγωνιστή το Ιράν, αλλά αυτό πράγματι συνέβη. Το οικονομικό κόστος των επιχειρήσεων και των καταστροφών είναι εξαιρετικά υψηλό. Αρκετές από τις χώρες της Μέσης Ανατολής πέτυχαν δυσθεώρητη συσσώρευση πλούτου και δημιούργησαν νέες μητροπόλεις παγκόσμιας εμβέλειας, αλλά η παράμετρος της ασφάλειας υπονομεύτηκε σοβαρά. Η περιοχή ως βασική πηγή ενεργειακής τροφοδοσίας, ιδιαίτερα για τις ασιατικές χώρες, χαρακτηρίζεται πλέον από τακτικές και απρόβλεπτες διαταραχές. Αυτά δεν είναι καλά νέα για την παγκόσμια οικονομία και ασφάλεια και οι συνέπειες δυστυχώς επιβαρύνουν την ζωή του απλού πολίτη. Θα ήταν χρήσιμο τουλάχιστον για τις αντιμαχόμενες πλευρές να κατανοήσουν το πραγματικό κόστος για τα δικά τους εθνικά συμφέροντα από μια ανερμάτιστη, αντιφατική και τελικά αδιέξοδη διεκδίκηση περιφερειακής ισχύος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ιράν, το οποίο στην πραγματικότητα υπονόμευσε την προοπτική ευημερίας μιας ολόκληρης γενιάς λόγω της ατελέσφορης στρατηγικής να υπονομεύσει το Ισραήλ. Δεν ξέρουμε, ωστόσο, την έκβαση μιας μελλοντικής αναμέτρησης, χωρίς την εμπλοκή του αμερικανικού παράγοντα».
Τέλος σ’ ό,τι αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις στην Ελλάδα «είναι σαφές ότι οι σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια τροφοδοσία και τους ενεργειακούς πόρους επιβαρύνει κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ. Η Ελλάδα κατόρθωσε να ανακτήσει από το 2015 την αξιοπιστία της πιστοληπτικής ικανότητάς της, να διατηρήσει σταθερά δημοσιονομικά πλεονάσματα, καλούς ρυθμούς ανάπτυξης και αποκλιμάκωση του χρέους. Ωστόσο, ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών πλήττει ιδιαιτέρως τα ασθενέστερα στρώματα επιβαρύνοντας το κόστος ζωής πέραν της ανόδου των εισοδημάτων. Όπως διατείνονται αρκετοί αναλυτές, το μέτωπο του πληθωρισμού θα επιδεινωθεί κατά τη χειμερινή περίοδο. Παρατηρούμε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας επιχειρούν άντληση κεφαλαίων στην παρούσα συγκυρία μέσω ομολογιακών εκδόσεων και αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου για να προλάβουν την άνοδο του κόστους χρηματοδότησης. Σε επίπεδο νοικοκυριού, όμως, οι επιλογές αυτές δεν υφίστανται. Σκεφτείτε ότι πετύχαμε την συμμετοχή των ΑΕΠ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας άνω του 60%, αλλά το κόστος ενέργειας εξακολουθεί να παραμένει υψηλό όταν παράγουμε ενέργεια από το φυσικό αέριο. Τα δύο βασικά μέτωπα (Ουκρανία και Μέση Ανατολή) προκάλεσαν σοβαρή διαταραχή στην αγορά ενέργειας και αυτό αποτελεί κοινό πρόβλημα για την Ευρώπη. Οι εκτιμήσεις δεν είναι ιδιαίτερα ευοίωνες με δεδομένο ότι θα έχουμε αβέβαιες εκλογικές αναμετρήσεις (πχ Γαλλία, Ελλάδα), ενώ είναι δύσκολο να εκτιμήσει κάποιος τους στόχους της προεδρίας Trump μετά τις ενδιάμεσες εκλογές Νοεμβρίου 2026 και έως το τέλος της θητείας του».
«Οι ΗΠΑ όμως μπορούν να γονατίσουν το Ιράν μόνο μέσω πολύμηνου ναυτικού αποκλεισμού»

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, καθηγητής διεθνών σχέσεων και στρατηγικής στο Πάντειο και πρόεδρος του ΕΣ του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) αναφερόμενος στην αποτελεσματικότητα των προσωρινών συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός στον Περσικό Κόλπο, θεωρεί ότι «το Ιράν έχει αντιληφθεί, ότι ελέγχοντας τα Στενά του Ορμούζ εκβιάζοντας τα άλλα κράτη του Περσικού Κόλπου με επιθέσεις στις υποδομές ενέργειας και αφαλάτωσης γίνεται κύρια δύναμη του Περσικού Κόλπου. Επομένως δεν πρόκειται να δεχθεί να επανέλθει καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα στενά και θα απαιτήσει να εισπράττει κάποιο τέλος για τη διέλευση πλοίων.
Αυτό βέβαια είναι ενάντια στο διεθνές δίκαιο. Οι ΗΠΑ όμως μπορούν να γονατίσουν το Ιράν μόνο μέσω πολύμηνου ναυτικού αποκλεισμού, για να μην μπορεί να εξάγει ενέργεια. Το Ιράν όμως θα αντιδράσει διακόπτοντας την κίνηση πλοίων στα στενά και αυτό όμως θα βλάψει βαθιά την παγκόσμια οικονομία.
Εξηγεί επίσης ότι «όταν οι ΗΠΑ κάνουν στρατιωτικές επιθέσεις στο Ιράν, εκείνο επιτίθεται στις υποδομές ενέργειας και αφαλάτωσης των άλλων κρατών του Περσικού Κόλπου, που πιέζουν τις ΗΠΑ να σταματήσουν τις επιθέσεις. Επιπλέον το Ιράν μπορεί με φτηνά οπλικά συστήματα να επιτίθεται σε πλοία στα στενά διακόπτοντας την κίνησή τους».
Για την Ελλάδα, «λόγο απόστασης δεν αποτελεί καλό στόχο για το Ιράν. Υπάρχουν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις πιο κοντά του». Τονίζει επίσης ότι «όσο παραμένει το παρόν καθεστώς στο Ιράν, θα υπάρχει δομική αστάθεια, καθώς το καθεστώς είναι διατεθειμένο να υποστεί μεγάλες θυσίες για να εξαλείψει το κράτος του Ισραήλ. Τις θυσίες βέβαια τις υφίσταται κυρίως ο ιρανικό λαός. Εφόσον συνεχίζει να παρεμποδίζεται η διακίνηση στα Στενά του Ορμουζ, θα ακριβαίνει η ενέργεια και ενδεχομένως θα προκύψουν ελλείψεις και σε άλλα προϊόντα του πετρελαίου όπως λιπάσματα».
«Το οικονομικό αποτύπωμα του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν στην Ευρώπη και στην Ελλάδα»

Ο Θρασύβουλος Ευτυχίδης, διεθνολόγος – οικονομολόγος, θυμίζει ότι «με την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου η Ευρώπη βίωσε ένα δεύτερο μεγάλο ενεργειακό σοκ. Κύρια αιτία γι αυτό το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ και το σταμάτημα των αποστολών Καταριανού LNG. Με δεδομένο ότι το αποθηκευμένο αέριο βρισκόταν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (30%) μετά το τέλος του χειμώνα, η τιμή υπερδιπλασιάσθηκε φθάνοντας και τα 60 €/MWh.
Η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάινεν δήλωσε ότι η Ευρώπη κατέβαλε τουλάχιστον 25 δις € για εισαγωγές αερίου και άλλων καυσίμων στις πρώτες 54 ημέρες του πολέμου.
Ιδιαίτερα ενεργοβόρες οικονομίες όπως αυτές της Γερμανίας και της Ιταλίας είναι αυτές που δέχθηκαν τα μεγαλύτερα πλήγματα.
Πρακτικά η κρίση στον Περσικό Κόλπο επέβαλε την αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη (-1%), των προβλέψεων για τον πληθωρισμό από 2% σε 4,4% και την περαιτέρω μείωση των επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα.
Στην Ελλάδα η κρίση έπληξε όπως και σε όλη την Ευρώπη την αγορά καυσίμων. Σήμερα το Ντήζελ και η Βενζίνη φλερτάρουν σταθερά με τα 2 €/λτ. Τα καύσιμα που παραμένουν κατά 30% ακριβότερα από τις αρχές Φεβρουαρίου, επηρέασαν το σύνολο της αγοράς και τις μεταφορές τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό με +8,8% που κινείται ανοδικά προς το 3,2% (σήμερα 2,9%) από 2,4%, επηρεάζοντας άμεσα τη ζωή των ελληνικών νοικοκυριών.
Επιμέρους μικρές ζημιές καταγράφονται στον τουρισμό μια που η χώρα μας θεωρείται παρακείμενη ζώνη της σύγκρουσης κύρια με ακυρώσεις κρουαζιέρας.
Στη Ναυτιλία το πλήγμα είναι μεγαλύτερο, μια οι ελληνικές εταιρείες πέραν των πληγμάτων που έχουν δεχθεί ελληνόκτητα πλοία, έχουν να αντιμετωπίσουν υψηλά ασφάλιστρα και ναύλους που επιβάλλονται από την αλλαγή δρομολογίων των πλοίων που κινούνται ώστε να αποφύγουν τις ζώνες έντασης. Στην ουσία οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις – εισαγωγές εμπορευμάτων, ενέργειας, πρώτων υλών και τεχνολογίας από τον Περσικό και την Νοτιοανατολική Ασία οδηγούν σταθερά σε αύξηση των τιμών.
Ένας τομέας που έχει πληγεί ιδιαίτερα από τον πόλεμο στον Περσικό είναι ο πρωτογενής τομέας. Η τιμή των λιπασμάτων αυξήθηκε έως και 20% τουλάχιστον, καθώς η περιοχή του Κόλπου ελέγχει περίπου το 1/3 του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να διαθέσει 500 εκατ. Ευρώ για επιδοτήσεις σε καύσιμα και λιπάσματα για την προστασία του αγροτικού κόσμου με πενιχρά αποτελέσματα.
Φυσικά έχει υποχωρήσει η πρόβλεψη ανάπτυξης από 2,4% σε 2% για το επόμενο έτος.
Όλα αυτά βέβαια υπόκεινται σε αναθεώρηση όσο η κρίση συνεχίζει να διαχέεται στην ευρύτερη περιοχή και δεν διαφαίνεται λύση στον ορίζοντα. Το σημαντικότερο ίσως που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι ο χρόνος που θα απαιτηθεί για μια επιστροφή στην κανονικότητα. Η εκτίμηση του ΔΝΤ είναι περίπου 1 με 1,5 χρόνος. Και ο μεγαλύτερος κίνδυνος ένας στασιμοπληθωρισμός και μια μακροχρόνια ύφεση που θα μας οδηγήσει χρόνια πίσω».
«Ο πόλεμος που ανασχεδιάζει τη Μέση Ανατολή»

Ο Θοδωρής Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πράξη των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), από την πλευρά του υποστηρίζει:
«Οι διαδοχικές ανακοινώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενους νέους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν και η -σχεδόν ταυτόχρονη- αναστολή τους δείχνουν πόσο ρευστή παραμένει η κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι, αν οι ΗΠΑ θα πλήξουν ξανά ιρανικούς στόχους τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες. Το πραγματικό διακύβευμα είναι, αν βρισκόμαστε μπροστά στη γέννηση μιας νέας περιφερειακής τάξης.
Η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να έχει μετακινηθεί: από τη λογική της στρατιωτικής επικράτησης, στη λογική της στρατηγικής αναδιάταξης. Οι βομβαρδισμοί δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά εργαλείο για τη διαμόρφωση ενός νέου συσχετισμού ισχύος, που θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να επανακαθορίσει τις ισορροπίες στην περιοχή, χωρίς να εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς.
Η στρατιωτική πίεση, ως μέσο διαπραγμάτευσης
Η αναστολή των σχεδιαζόμενων αμερικανο-ισραηλινών επιθέσεων κατά ιρανικών ενεργειακών υποδομών, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει γρήγορη συμφωνία με την Τεχεράνη, είναι ενδεικτική αυτής της προσέγγισης. Η απειλή της κλιμάκωσης χρησιμοποιείται για να εξαναγκάσει το Ιράν σε διαπραγμάτευση, όχι απαραίτητα για να οδηγήσει σε ολοκληρωτική στρατιωτική αναμέτρηση.
Η έμφαση του Τραμπ στο «πλήρες άνοιγμα» των Στενών του Ορμούζ αποκαλύπτει επίσης, ότι το κεντρικό διακύβευμα δεν είναι μόνο το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών και η ασφάλεια των παγκόσμιων ενεργειακών ροών παραμένουν στον πυρήνα της αντιπαράθεσης. Ένα παρατεταμένο κλείσιμο του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και να πλήξει τόσο την παγκόσμια οικονομία, όσο και τους βασικούς εταίρους των ΗΠΑ στον Κόλπο.
Η Σαουδική Αραβία, ως δύναμη σταθεροποίησης
Η φερόμενη παρέμβαση του Πρίγκιπα-Διαδόχου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, υπέρ της αποκλιμάκωσης είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Το Ριάντ δεν εμφανίζεται πλέον ως παθητικός αποδέκτης της αμερικανικής πολιτικής, αλλά ως συνδιαμορφωτής της.
Η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στο Σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού «Vision 2030». Μια γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση, που θα έθετε σε κίνδυνο τις ενεργειακές υποδομές της, τις ξένες επενδύσεις και τη σταθερότητα του Κόλπου, θα υπονόμευε άμεσα αυτή τη στρατηγική. Γι’ αυτό, το Ριάντ επιδιώκει μια ισορροπία: να περιοριστεί η ιρανική επιρροή, αλλά χωρίς να καταρρεύσει πλήρως η περιφερειακή σταθερότητα.
Εδώ βρίσκεται και η σύνδεση με την υπό διαμόρφωση αμερικανο-σαουδαραβική πυρηνική συνεργασία. Η Συμφωνία αυτή δεν αφορά απλώς την παραγωγή ενέργειας ή τη μεταφορά τεχνολογίας. Αποτελεί τον πυρήνα μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας, στην οποία η Σαουδική Αραβία θα λειτουργεί ως βασικός πυλώνας σταθερότητας και ως κεντρικός εταίρος των ΗΠΑ στην περιοχή.
Το ισραηλινό δίλημμα
Οι εξελίξεις στη Γάζα δείχνουν ότι οι αμερικανικές και οι ισραηλινές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται πλήρως. Η πρωτοβουλία του Τραμπ για έναν Οδικό Χάρτη αφοπλισμού της Χαμάς και δημιουργίας μεταβατικής παλαιστινιακής Διοίκησης στη Λωρίδα της Γάζας αντιμετωπίστηκε με εμφανή επιφυλακτικότητα από την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Το Ισραήλ επιδιώκει να εξουδετερώσει οριστικά τη Χαμάς και να περιορίσει το ιρανικό δίκτυο επιρροής στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον, αντίθετα, φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δημιουργία συνθηκών, που θα επιτρέψουν μια ευρύτερη περιφερειακή αναδιάταξη, ακόμη και αν αυτό απαιτεί συμβιβασμούς που το Ισραήλ θεωρεί πρόωρους ή ανεπαρκείς.
Οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση. Ο Νετανιάχου κινείται πλέον σε έντονα προεκλογικό περιβάλλον, με ισχυρή πίεση τόσο από την ακροδεξιά πτέρυγα του κυβερνητικού συνασπισμού, όσο και από αντιπάλους που τον κατηγορούν για αποτυχία επίτευξης των πολεμικών στόχων.
Η τουρκική διάσταση
Η Τουρκία αντιμετωπίζει τον πόλεμο -κυρίως- μέσα από το πρίσμα του κουρδικού ζητήματος. Η ανησυχία της Άγκυρας ότι οι ιρανικές επιχειρήσεις κατά κουρδικών οργανώσεων θα μπορούσαν να ωθήσουν τις τελευταίες σε στενότερη συνεργασία με το Ισραήλ, αποκαλύπτει τις ιδιαίτερες τουρκικές προτεραιότητες.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η πληροφορία, ότι η Ουάσιγκτον αντιμετώπισε με σκεπτικισμό σενάρια αξιοποίησης κουρδικών δυνάμεων για αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Εάν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, συνιστά διπλωματική επιτυχία για την Άγκυρα και δημιουργεί προϋποθέσεις για βελτίωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων.
Η τουρκική ηγεσία έχει επενδύσει σημαντικά στις έμμεσες ειρηνευτικές συνομιλίες με το παράνομο Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν – PKK και θεωρεί ότι η περιφερειακή σταθερότητα είναι απαραίτητη για την προώθηση αυτής της διαδικασίας. Έτσι, η Τουρκία εμφανίζεται να επιδιώκει ταυτόχρονα:
- περιορισμό της ιρανικής επιρροής,
- αποφυγή κουρδικής ενδυνάμωσης, και
- διατήρηση λειτουργικών σχέσεων: α. τόσο με τις ΗΠΑ, β. όσο και με τις αραβικές μοναρχίες.
Η επόμενη ημέρα
Όλα αυτά δείχνουν, ότι ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν δεν μπορεί να αναλυθεί ως μια διμερής αντιπαράθεση. Πρόκειται για μια διαδικασία ανασχεδιασμού της περιφερειακής τάξης, στην οποία εμπλέκονται οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το ίδιο το Ιράν.
Η νέα αρχιτεκτονική που φαίνεται να διαμορφώνεται, έχει τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά:
Α. περιορισμό της ιρανικής στρατηγικής επιρροής,
Β. ενίσχυση του σαουδαραβικού ρόλου ως πυλώνα σταθερότητας,
Γ. επιλεκτική αμερικανική παρουσία, χωρίς μαζική στρατιωτική εμπλοκή, και
Δ. προσπάθεια ενσωμάτωσης των περιφερειακών δυνάμεων σε ένα πιο λειτουργικό σύστημα ισορροπιών.
Το αν αυτό το σχέδιο επιτύχει, παραμένει αβέβαιο. Η Τεχεράνη διατηρεί σημαντικές δυνατότητες αποσταθεροποίησης, το Ισραήλ δεν είναι βέβαιο ότι θα αποδεχθεί μια στρατηγική «περιορισμένης κλιμάκωσης» και η τουρκική πολιτική μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τις εξελίξεις στο κουρδικό μέτωπο.
Ωστόσο, ένα συμπέρασμα φαίνεται ήδη ασφαλές: η Μέση Ανατολή δεν επιστρέφει στην προπολεμική κατάσταση. Οι τρέχουσες εξελίξεις σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας φάσης, στην οποία η στρατιωτική ισχύς, η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές φιλοδοξίες και οι εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες συνδυάζονται σε μια πρωτόγνωρη γεωπολιτική εξίσωση».