Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ: Ποιος είναι ο “Μαμντάνι του Μίσιγκαν” που κέρδισε το χρίσμα των Δημοκρατικών

 Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ: Ποιος είναι ο “Μαμντάνι του Μίσιγκαν” που κέρδισε το χρίσμα των Δημοκρατικών
💡 AI Summary by Libre

Ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ κέρδισε οριακά το Δημοκρατικό χρίσμα στο Μίσιγκαν, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της κεντροαριστερής πτέρυγας μετά επιτυχίες σε Νέα Υόρκη και Κολοράντο.

Η εκστρατεία του Ελ Σαγιέντ αντιστάθηκε σε 60 εκατομμύρια δολάρια υπέρ της αντιπάλου του Χέιλι Στίβενς, με κεντρικό ζήτημα τη στάση απέναντι στο Ισραήλ και την επιρροή της AIPAC.

Η νίκη του αποτελεί ήττα για το κομματικό κατεστημένο, ενώ η αντιπαράθεση για το Ισραήλ αποκαλύπτει βαθύ εσωκομματικό ρήγμα στους Δημοκρατικούς.

Ο Ελ Σαγιέντ θα αντιμετωπίσει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς στις ενδιάμεσες εκλογές, με τη μάχη να κρίνει το μέλλον της Γερουσίας και την πολιτική ταυτότητα του κόμματος.

Ο προοδευτικός υποψήφιος Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ κέρδισε, με οριακή διαφορά, το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος στο Μίσιγκαν για να διεκδικήσει μία έδρα στη Γερουσία στις προσεχείς ενδιάμεσες εκλογές, σύμφωνα με τις προβλέψεις αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυναμική που έχει αναπτύξει το κίνημα της κεντροαριστερής πτέρυγας του κόμματος, μετά τις πρόσφατες επιτυχίες του στη Νέα Υόρκη και το Κολοράντο.

Στις προκριματικές αυτές –που θεωρούνταν «τεστ» για το μέλλον του Δημοκρατικού Κόμματος– ο 41χρονος γιατρός κέρδισε, σύμφωνα με το NBC και το CNN, την κεντρώα, υποστηριζόμενη από το «κατεστημένο» των Δημοκρατικών, Χέιλι Στίβενς.

Η νίκη του δεν αφορά μόνο την επιλογή ενός υποψηφίου για μία κρίσιμη έδρα. Αποτελεί ταυτόχρονα ήττα για την κομματική ηγεσία των Δημοκρατικών, αμφισβήτηση της επιρροής των μεγάλων χρηματοδοτών και σαφή ένδειξη ότι η στάση απέναντι στο Ισραήλ εξελίσσεται σε μία από τις βαθύτερες διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό του κόμματος.

Ο Ελ-Σαγέντ, γιατρός, πρώην αξιωματούχος δημόσιας υγείας και έντονος επικριτής της ισραηλινής πολιτικής, κατάφερε να ξεπεράσει μία πρωτοφανή οικονομική κινητοποίηση υπέρ της αντιπάλου του. Περίπου 60 εκατομμύρια δολάρια εξωτερικών δαπανών κατευθύνθηκαν στην αναμέτρηση για την ενίσχυση της Στίβενς, από τα οποία περίπου 32 εκατομμύρια αποδίδονται στην American Israel Public Affairs Committee, τη σκληρά φιλοϊσραηλινή οργάνωση που παρεμβαίνει συστηματικά στις αμερικανικές εκλογές.

Η εμπλοκή της AIPAC μετατράπηκε σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της προεκλογικής εκστρατείας. Για τους υποστηρικτές του Ελ-Σαγέντ, η τεράστια χρηματοδότηση αποτέλεσε απόδειξη ότι ισχυρά οργανωμένα συμφέροντα επιχειρούσαν να καθορίσουν το αποτέλεσμα μίας τοπικής εκλογικής διαδικασίας. Για τη Στίβενς και τους συμμάχους της, αντίθετα, η αναμέτρηση παρουσιάστηκε ως μάχη για τη διατήρηση μιας πολιτικά ασφαλέστερης και περισσότερο μετριοπαθούς υποψηφιότητας.

Μία νίκη απέναντι σε 60 εκατομμύρια δολάρια

Η εκστρατεία του Ελ-Σαγέντ βασίστηκε σε ένα καθαρά αντικαθεστωτικό αφήγημα. Υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, είναι κουρασμένοι από ένα πολιτικό σύστημα που ευνοεί τους μεγάλους χρηματοδότες και απομακρύνεται από τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών. Η υπεράσπιση της καθολικής υγειονομικής περίθαλψης, η κριτική προς την οικονομική ελίτ και η απόρριψη της άνευ όρων αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ αποτέλεσαν τους βασικούς πυλώνες της υποψηφιότητάς του.

Λίγες ώρες πριν οριστικοποιηθεί το αποτέλεσμα, δήλωσε στους υποστηρικτές του ότι, σε περίπτωση νίκης, η εκστρατεία του θα είχε δεχθεί ένα οικονομικό πλήγμα δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων και θα είχε καταφέρει να παραμείνει όρθια. Η δήλωση συμπύκνωνε το βασικό επιχείρημα της καμπάνιας: ότι μία οργανωμένη πολιτική βάση μπορεί να επικρατήσει ακόμη και όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με συντριπτικά μεγαλύτερους οικονομικούς πόρους. Ο Ελ-Σαγέντ αναγνώρισε, πάντως, το βάθος του εσωκομματικού διχασμού. Μετά την επικράτησή του, τόνισε ότι η επόμενη ημέρα θα πρέπει να αφιερωθεί στην αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο πτέρυγες του κόμματος. Η ενότητα, ωστόσο, δεν θα είναι εύκολη, ίσως το αντίθετο…

Ο φόβος των Δημοκρατικών

Η ηγεσία των Δημοκρατικών είχε συσπειρωθεί γύρω από τη Στίβενς, θεωρώντας ότι μία κεντρώα υποψηφιότητα θα είχε περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσει την έδρα στις γενικές εκλογές.

Το Μίσιγκαν αποτελεί μία από τις κρίσιμες πολιτείες που μπορούν να καθορίσουν ποιο κόμμα θα ελέγχει τη Γερουσία. Ο Ελ-Σαγέντ θα αντιμετωπίσει τον πρώην Ρεπουμπλικανό βουλευτή Μάικ Ρότζερς σε μία αναμέτρηση που αναμένεται να προσελκύσει τεράστια πολιτική και οικονομική προσοχή. Οι Δημοκρατικοί φοβούνταν ότι οι αριστερές θέσεις του Ελ-Σαγέντ, ιδιαίτερα για το Ισραήλ και την καθολική δημόσια υγειονομική κάλυψη, θα μπορούσαν να αποξενώσουν τους κεντρώους και ανεξάρτητους ψηφοφόρους.

Ο ίδιος και οι σύμμαχοί του υποστηρίζουν το αντίθετο: ότι η παραδοσιακή μετριοπαθής στρατηγική δεν αρκεί πλέον για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση και ότι ένας υποψήφιος με καθαρό πολιτικό στίγμα μπορεί να προσελκύσει ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από το πολιτικό σύστημα. Η μάχη του φθινοπώρου θα αποτελέσει επομένως ένα κρίσιμο τεστ.

Θα δείξει εάν ο αριστερός οικονομικός λαϊκισμός μπορεί να επικρατήσει όχι μόνο στις εσωκομματικές εκλογές, όπου κυριαρχούν οι πλέον ενεργοί ψηφοφόροι, αλλά και σε μία αμφίρροπη πολιτεία απέναντι σε έναν Ρεπουμπλικανό αντίπαλο.

Το Ισραήλ ως εσωκομματικό ρήγμα

Η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν ανέδειξε πόσο βαθιά έχει διεισδύσει η σύγκρουση για το Ισραήλ στην πολιτική ταυτότητα των Δημοκρατικών. Για δεκαετίες, η ισχυρή αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη θέση και για τα δύο μεγάλα κόμματα. Η ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα και οι πολεμικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών έχουν όμως μεταβάλει σημαντικά τις διαθέσεις των νεότερων, των προοδευτικών και πολλών Αραβοαμερικανών ψηφοφόρων. Η συγκεκριμένη παράμετρος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο Μίσιγκαν, όπου ζει μία από τις μεγαλύτερες αραβοαμερικανικές κοινότητες των ΗΠΑ.

Η ανοιχτή κριτική του Ελ-Σαγέντ προς το Ισραήλ τον βοήθησε να συσπειρώσει ψηφοφόρους που θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον παρέχει ανεξέλεγκτη πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη στην ισραηλινή κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, η ήττα της Στίβενς, μίας ένθερμης συμμάχου του Ισραήλ, παρά την τεράστια οικονομική ενίσχυσή της, θα τροφοδοτήσει τη συζήτηση για τα όρια της επιρροής της AIPAC. Η οργάνωση παραμένει ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες της αμερικανικής πολιτικής χρηματοδότησης. Ωστόσο, το αποτέλεσμα στο Μίσιγκαν δείχνει ότι η μαζική διαφημιστική δαπάνη δεν αρκεί πάντοτε για να ανατρέψει μία ισχυρή πολιτική δυναμική – και μπορεί ακόμη και να ενισχύσει την αφήγηση του υποψηφίου που παρουσιάζεται ως στόχος οργανωμένων συμφερόντων.

Μικτή εικόνα για την αριστερή πτέρυγα

Η εκλογική βραδιά δεν ήταν, πάντως, ένας συνολικός θρίαμβος για τους προοδευτικούς. Στο Μιζούρι, ο βουλευτής Γουέσλι Μπελ απέκρουσε την προσπάθεια επιστροφής της πρώην βουλευτού Κόρι Μπους, μίας από τις γνωστότερες εκπροσώπους της αριστερής πτέρυγας και πρώην μέλους της ομάδας προοδευτικών γυναικών στο Κογκρέσο που έγινε γνωστή ως «Squad».

Η Μπους, δημοκρατική σοσιαλίστρια και επίσης έντονη επικρίτρια του Ισραήλ, είχε χάσει την έδρα της από τον Μπελ δύο χρόνια νωρίτερα. Η αποτυχημένη προσπάθεια επανόδου της έδειξε ότι το κομματικό κατεστημένο εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά ερείσματα και ότι η προοδευτική δυναμική δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις πολιτείες.

Στο Μίσιγκαν, ωστόσο, οι προοδευτικοί κατέγραψαν ακόμη μία σημαντική νίκη. Ο οργανωτής Γουίλιαμ Λόρενς επικράτησε δύο κεντρώων υποψηφίων σε προκριματική εκλογή για τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε περιφέρεια που περιλαμβάνει το Λάνσινγκ. Ο Λόρενς θα αντιμετωπίσει τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Τομ Μπάρετ σε μία ανταγωνιστική εκλογική περιφέρεια. Και αυτή η αναμέτρηση θα αποτελέσει δοκιμασία για το κατά πόσο η αριστερή, λαϊκιστική πολιτική μπορεί να κερδίσει σε περιοχές που δεν είναι ασφαλή προπύργια των Δημοκρατικών.

Το μεγάλο στοίχημα του Νοεμβρίου

Η νίκη του Ελ-Σαγέντ είναι αναμφίβολα μία επιτυχία υψηλού συμβολισμού για την αμερικανική πολιτική αριστερά. Απέδειξε ότι ένας προοδευτικός υποψήφιος μπορεί να νικήσει την επίσημη κομματική επιλογή, να αντέξει απέναντι σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια εξωτερικής χρηματοδότησης και να μετατρέψει την αντίθεσή του στο Ισραήλ σε δομικό πολιτικό ζήτημα. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, αρχίζει τώρα.

Στις γενικές εκλογές ο Ελ-Σαγέντ δεν θα χρειαστεί μόνο τους προοδευτικούς ψηφοφόρους που τον οδήγησαν στη νίκη. Θα πρέπει να ενώσει ένα βαθιά διχασμένο κόμμα, να προσελκύσει κεντρώους και ανεξάρτητους και να αποδείξει ότι η πολιτική του πρόταση μπορεί να κερδίσει μία ολόκληρη πολιτεία.

Εάν τα καταφέρει, η νίκη του δεν θα εξασφαλίσει απλώς μία κρίσιμη έδρα στους Δημοκρατικούς. Θα ενισχύσει την άποψη ότι η αριστερή πτέρυγα μπορεί να αποτελέσει εκλογική δύναμη ακόμη και στις πιο αμφίρροπες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών.

Εάν αποτύχει, οι κεντρώοι θα επικαλεστούν το αποτέλεσμα ως απόδειξη ότι οι προοδευτικοί μπορούν να κερδίζουν τις εσωκομματικές μάχες, αλλά όχι απαραίτητα τις εκλογές που κρίνουν την εξουσία.

Σχετικά Άρθρα