Economist: Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας για την AI μπορεί να αλλάξει την ανθρωπότητα
✨Ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στην τεχνητή νοημοσύνη υποβαθμίζει τις προειδοποιήσεις για τους σοβαρούς κινδύνους από την ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας.
✨Κορυφαίες εταιρείες και ερευνητές προειδοποιούν για ανεξέλεγκτες δυνατότητες της ΑΙ και τη χρήση της από κακόβουλους παράγοντες για μαζική παρακολούθηση και όπλα.
✨Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποδεικνύει την άμεση στρατιωτική ισχύ που προσφέρει η τεχνολογία, ενισχύοντας την πίεση για γρήγορη εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης.
✨Η προσπάθεια επιβράδυνσης της AI δυσχεραίνεται από την αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας, καθώς δεν υπάρχει αξιόπιστος μηχανισμός ελέγχου και αμοιβαία συμφωνία.
Ο ανταγωνισμός Ουάσιγκτον και Πεκίνου για την πρωτοπορία στην Τεχνητή Νοημοσύνη υποβαθμίζει τις προειδοποιήσεις των ειδικών, που προειδοποιούν για τους κινδύνους από την ταχύτατη υπερανάπτυξη της ΑΙ. Για τις εξελίξεις αυτές προειδοποιεί με άρθρο του ο Economist.
Tο editorial του Economist θέτει ένα δύσκολο δίλημμα: αν μπορεί και πρέπει να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ή ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων καθιστά μια τέτοια επιλογή εξαιρετικά δύσκολη;
Οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της AI
Κορυφαία στελέχη του χώρου της Τεχνητής Νοημοσύνης προειδοποιούν ότι η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους που δεν θα είναι εύκολο να ελεγχθούν.
Το βασικό σενάριο που περιγράφεται είναι ότι τα συστήματα AI μπορεί να αποκτήσουν τόσο μεγάλες δυνατότητες, ώστε να ξεπεράσουν τους δημιουργούς τους, χωρίς να έχουν προηγουμένως ευθυγραμμιστεί πλήρως με τους ανθρώπινους στόχους και τις ηθικές αρχές.
Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος κακόβουλοι παράγοντες να αξιοποιήσουν τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης για να προκαλέσουν χάος.

Οι ανησυχίες αυτές ενισχύθηκαν από περιστατικά που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια δοκιμών, όταν αυτόνομα συστήματα, οι λεγόμενοι agents, φέρεται να ξέφυγαν από τα ελεγχόμενα περιβάλλοντά τους και να συνεργάστηκαν μεταξύ τους, επιχειρώντας να παραβιάσουν οργανισμούς.
Η Anthropic, μία από τις κορυφαίες εταιρείες ανάπτυξης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, έχει εντοπίσει επίσης περιπτώσεις χρήσης των συστημάτων της για κακόβουλους σκοπούς. Μεταξύ αυτών αναφέρονται υπηρεσίες πληροφοριών του Μάλι, που φέρεται να δημιούργησαν σύστημα μαζικής παρακολούθησης, αλλά και αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, που φέρονται να χρησιμοποίησαν λογισμικό για την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων.
Οι φόβοι για «καταστροφή από την AI» εντείνονται
Μετά την πρόσφατη παραίτηση ερευνητή της Anthropic και τις δημόσιες προειδοποιήσεις του, οι φόβοι για ένα πιθανό αδιέξοδο ή ακόμη και μια καταστροφή από την τεχνητή νοημοσύνη εντάθηκαν.
Σε ανάρτησή του, η οποία ξεπέρασε τις 170 εκατομμύρια προβολές, υποστήριξε ότι η Anthropic και η OpenAI «παίζουν με τις ζωές μας».
Την ίδια στιγμή, η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η AI προκαλεί νέες συζητήσεις για τα όρια των δυνατοτήτων της.

Τον Μάιο, οι αγορές προβλέψεων εκτιμούσαν σε ποσοστό μικρότερο του 0,35 την πιθανότητα η AI να λύσει πριν από το 2030 κάποιο από τα μεγάλα μαθηματικά προβλήματα της χιλιετίας.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου, η OpenAI ανακοίνωσε ότι είχε λύσει ένα από αυτά, προκαλώντας συναγερμό σε αρκετούς μαθηματικούς.
Στις 12 Σεπτεμβρίου, δύο από τις πιο γνωστές προσωπικότητες του χώρου, ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI και ο Έλον Μασκ, τάχθηκαν υπέρ της έκκλησης του επικεφαλής της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, για «επιβράδυνση των συνόρων της τεχνολογίας», δηλαδή για πιο αργή ανάπτυξη των πιο προηγμένων συστημάτων AI.
Η Ουάσιγκτον φοβάται την Κίνα – και επικαλείται την Ουκρανία
Στην άλλη πλευρά της συζήτησης βρίσκεται η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία θεωρεί μεγαλύτερη απειλή το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να χάσουν την πρωτοπορία στην τεχνητή νοημοσύνη από την Κίνα, τον μοναδικό σοβαρό ανταγωνιστή τους.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει δηλώσει χαρακτηριστικά πως εάν η Κίνα αποκτήσει το προβάδισμα στην AI, «τίποτα άλλο δεν θα έχει σημασία».
Η Ουάσιγκτον μπορεί, παράλληλα, να επικαλεστεί ως επιχείρημα υπέρ της επιτάχυνσης την εμπειρία της Ουκρανίας, όπου η τεχνολογική καινοτομία έχει ήδη άμεσες συνέπειες στο πεδίο της μάχης.
Η Ρωσία έχει αναπτύξει προηγμένα drones αυτοκτονίας για επιθέσεις κατά υποδομών και αμάχων. Τα drones αυτά είναι ταχύτερα, με κινητήρες superjet, και μπορούν να χρησιμοποιούν το ένα το άλλο, δημιουργώντας δίκτυο επικοινωνίας και ανταλλάσσοντας πληροφορίες και εντολές.
Τα συστήματα σε Μόσχα και Ουκρανία
Παράλληλα, η Μόσχα αναπτύσσει το δικό της αντίστοιχο σύστημα δορυφορικών επικοινωνιών τύπου Starlink, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει ακριβέστερα τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει, ιδιαίτερα τη φετινή χρονιά, πώς ακόμη και ένα μικρό τεχνολογικό πλεονέκτημα μπορεί να μεταβάλει τις ισορροπίες.
Το Κίεβο, ελλείψει Patriots, δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχο στις εξελίξεις. Με τη δική του καινοτομία στα drones έχει καταφέρει να αποκρούσει ρωσικές επιθέσεις και να πραγματοποιήσει πλήγματα βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.
Η κατάσταση στην ανατολική Ευρώπη καταδεικνύει έτσι τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία μετατρέπεται πλέον άμεσα σε στρατιωτική ισχύ.
Ο φόβος ενός νέου τεχνολογικού Ψυχρού Πολέμου
Ακόμη και χωρίς μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ και Κίνας, η υπεροχή στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να δώσει στο Πεκίνο πλεονέκτημα σε κυβερνοεπιθέσεις, κατασκοπεία και υβριδικό πόλεμο.
Μια παγκόσμια συμφωνία για επιβράδυνση της AI θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο εφόσον συμμετείχε και η Κίνα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προγραμματίσει συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ στον Λευκό Οίκο στις 24 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, μια συμφωνία για περιορισμό της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης θεωρείται δύσκολη, καθώς το Πεκίνο δεν θα ήθελε να παγιώσει τη θέση του πίσω από τις ΗΠΑ.
Το πρόβλημα θυμίζει, σε ορισμένα σημεία, τον Ψυχρό Πόλεμο και τα πυρηνικά όπλα. Μια συμφωνία για την AI θα απαιτούσε αμοιβαία αποδεκτούς μηχανισμούς ελέγχου.
Στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης, όμως, υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα: τα κέντρα δεδομένων είναι μεν ορατά, αλλά δεν υπάρχει αξιόπιστος τρόπος να ελεγχθεί τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σε αυτά.
Έτσι, ένα σύστημα που εκπαιδεύεται για να γίνει υπερευφυές θα μπορούσε να εμφανίζεται απλώς ως ένα πρόγραμμα συνομιλιών για καθημερινές ερωτήσεις, «κρύβοντας» τους σκοπούς και τις πραγματικές του δυνατότητες.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη και το Νόμπελ Ειρήνης
Η ιδέα ότι μια συμφωνία ΗΠΑ και Κίνας για την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε Νόμπελ Ειρήνης για τον Ντόναλντ Τραμπ ήταν αρκετή για να τραβήξει την προσοχή του Αμερικανού προέδρου.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η πρόταση του διευθύνοντος συμβούλου της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, λίγες ημέρες πριν από την επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ.
Σε συνέντευξή του στο Fortune στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Άλτμαν υποστήριξε ότι, εάν οι δύο ηγέτες καταφέρουν να καταλήξουν σε συμφωνία για την τεχνητή νοημοσύνη, θα έπρεπε να τιμηθούν και οι δύο με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Ο επικεφαλής της OpenAI επανέλαβε τις προειδοποιήσεις άλλων κορυφαίων στελεχών της αμερικανικής βιομηχανίας AI για τον κίνδυνο τα υπερευφυή μοντέλα να ξεφύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο. Όπως τόνισε, ΗΠΑ και Κίνα δεν μπορούν να διακινδυνεύσουν να χάσουν τον έλεγχο μιας τεχνολογίας στην οποία προσπαθούν να κυριαρχήσουν.
«Δεν νομίζω ότι αυτό είναι δύσκολο. Είναι σαν ένα έγγραφο μίας σελίδας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Στην πράξη, ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη.
Η AI γίνεται νέο πεδίο ανταγωνισμού
Η τελευταία επίσημη συζήτηση ΗΠΑ και Κίνας για την τεχνητή νοημοσύνη πραγματοποιήθηκε το 2024, όταν οι δύο πλευρές συμφώνησαν πως οι άνθρωποι πρέπει να διατηρούν τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων.
Τον Μάιο, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ κατέληξαν από κοινού, στο τετ-α-τετ στο Πεκίνο, στην απόφαση επανεκκίνησης του διαλόγου για την τεχνητή νοημοσύνη.
Η απόφαση αυτή δημιούργησε ελπίδες για μια κοινή αντιμετώπιση κινδύνων που περιλαμβάνουν τη χρήση της AI για τη δημιουργία βιολογικών όπλων, τις κυβερνοεπιθέσεις και την πιθανότητα αυτόνομα συστήματα να λειτουργήσουν ανεξέλεγκτα.
Αμερικανοί αξιωματούχοι, σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα, ήλπιζαν έκτοτε να πραγματοποιηθεί τουλάχιστον ένας γύρος ειδικών συνομιλιών πριν από την επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ στις 24 Σεπτεμβρίου, με στόχο τη δημιουργία κοινής ομάδας εργασίας αποτελούμενης από ειδικούς με τεχνική γνώση και εξουσιοδότηση για διαπραγματεύσεις.
Μετά από σειρά καθυστερήσεων, ωστόσο, η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται τελικά να ενταχθεί σε ευρύτερες συνομιλίες για το εμπόριο και άλλα ζητήματα μεταξύ του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και του Κινέζου αντιπροέδρου Χε Λιφένγκ.
Ο Μπέσεντ τόνισε στις 16 Σεπτεμβρίου ότι είναι έτοιμος να συζητήσει τους κοινούς κινδύνους από την AI και την «αποφυγή διαχωρισμού των δύο συστημάτων».
Παρ’ όλα αυτά, καμία από τις δύο πλευρές δεν αναμένει σημαντική πρόοδο στο τέλος του μήνα. Το πιθανότερο είναι να εκδοθεί ένα κοινό, τυπικό ανακοινωθέν που θα επαναβεβαιώνει τη συμφωνία για τον ανθρώπινο έλεγχο των πυρηνικών όπλων και θα αναγνωρίζει τους κινδύνους από την ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη, τη βιοτρομοκρατία και την κυβερνοαπάτη.

Οι κατηγορίες κατασκοπείας μεγαλώνουν την καχυποψία
Οι ελπίδες για μια πιο φιλόδοξη συμφωνία άρχισαν να περιορίζονται στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 όταν το FBI και η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ κατηγόρησαν κινεζικά εργαστήρια AI ότι συστηματικά αντλούν δεδομένα από αμερικανικούς ανταγωνιστές τους, πιθανότατα με τη γνώση της κινεζικής κυβέρνησης.
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δεν αρνήθηκε ευθέως τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Αντίθετα, υπερασπίστηκε τις πρακτικές «απόσταξης δεδομένων», χαρακτηρίζοντάς τες συνηθισμένη πρακτική της βιομηχανίας, και προειδοποίησε ότι θα υπάρξουν αντίποινα εάν οι ΗΠΑ επιβάλουν κυρώσεις σε κινεζικά εργαστήρια.
Δύο ημέρες αργότερα, η Anthropic, βασικός ανταγωνιστής της OpenAI, κατηγόρησε ορισμένα κινεζικά εργαστήρια ότι διοχέτευαν χρήστες στα μοντέλα Claude προκειμένου να συλλέξουν δεδομένα για την εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, χρήστες που συνδέονταν με κινεζικές στρατιωτικές υπηρεσίες και αμυντικές εταιρείες εισήγαγαν ευαίσθητα δεδομένα παρακολούθησης και σχέδια όπλων. Ο επικεφαλής της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, κάλεσε στη συνέχεια για παγκόσμια επιβράδυνση της ανάπτυξης της AI.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε την ιδέα, λέγοντας: «Ηγούμεθα της Κίνας στην τεχνητή νοημοσύνη. Θέλω να παραμείνει έτσι, γιατί όποιος κερδίσει την AI, κερδίζει τα πάντα».
Το Πεκίνο βλέπει τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη απειλή
Και η Κίνα έχει, όμως, έντονες αντιρρήσεις απέναντι στον Αμοντέι, ο οποίος έχει ζητήσει, εκτός από την επιβράδυνση της ανάπτυξης της AI, περιορισμούς στις πωλήσεις εξοπλισμού παραγωγής μικροτσίπ προς το Πεκίνο και αυστηρότερο έλεγχο της μεταφοράς δεδομένων και τεχνολογίας. Τα κινεζικά κρατικά μέσα χαρακτήρισαν τις εκκλήσεις για επιβράδυνση της AI ως προσπάθεια καθυστέρησης της κινεζικής ανάπτυξης.
«Ο φόβος, η αντιπαράθεση και ο φαύλος ανταγωνισμός θα εμποδίσουν τις προσπάθειες για μια υγιή παγκόσμια διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών.
Οι Κινέζοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια της AI προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο επικεφαλής των κινεζικών υπηρεσιών πληροφοριών, Τσεν Γιξίν, υποστήριξε ότι «εχθρικές δυνάμεις» μπορούν να χρησιμοποιήσουν περιεχόμενο που παράγεται από AI για τη διάδοση πολιτικών φημών ή την ανάπτυξη κυβερνοόπλων.
Και η Κίνα ανησυχεί για τον ανεξέλεγκτο κίνδυνο
Παρά τις διπλωματικές εντάσεις με τις ΗΠΑ, και η Κίνα φαίνεται να αντιλαμβάνεται πλέον περισσότερο τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.
Κινεζικά εργαστήρια εργάζονται, όπως και τα αμερικανικά, για τη δημιουργία τεχνητής υπερνοημοσύνης. Ο Σουέ Λαν, επικεφαλής κρατικής επιτροπής ειδικών για την AI, δήλωσε πρόσφατα ότι τα μοντέλα δεν πρέπει να επιτρέπεται να αυτοβελτιώνονται συνεχώς χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Τον Σεπτέμβριο, κινεζική ρυθμιστική αρχή προειδοποίησε για «ακραία απώλεια ελέγχου», μετά την αποκάλυψη της OpenAI ότι χιλιάδες πράκτορες AI είχαν ξεφύγει από δοκιμαστικά περιβάλλοντα. Το Πεκίνο έχει αντιμετωπίσει και δικά του αντίστοιχα περιστατικά. Το Alibaba αποκάλυψε ότι ένας πράκτορας προγραμματισμού εξόρυξε κρυπτονομίσματα χωρίς εντολή, ενώ άλλο σύστημα προκάλεσε ανησυχίες για διαρροή δεδομένων.
Η συνέχεια του διαλόγου ως μόνη ελπίδα
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν οι δύο υπερδυνάμεις μπορούν να μετατρέψουν τις κοινές ανησυχίες τους σε βάση για ουσιαστικές συνομιλίες. Η Κίνα επιθυμεί περισσότερους ανεπίσημους διαλόγους μεταξύ ακαδημαϊκών και πρώην αξιωματούχων, υποστηρίζοντας ότι βοηθούν στην κατανόηση των διαφορών.
Οι ΗΠΑ εμφανίζονται, ωστόσο, επιφυλακτικές, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι το Πεκίνο μπορεί να χρησιμοποιεί τέτοιες συζητήσεις για τη συλλογή πληροφοριών.
Ένα από τα βασικά προβλήματα για την Ουάσιγκτον είναι ότι η Κίνα έχει συχνά μια αυστηρά ελεγχόμενη διπλωματική προσέγγιση, με τους συμμετέχοντες να ακολουθούν προκαθορισμένες θέσεις.
«Η έντονα προσχεδιασμένη κινεζική διπλωματία δεν λειτουργεί εύκολα σε ένα νέο και μεταβαλλόμενο ζήτημα όπως η τεχνητή νοημοσύνη», δήλωσε πρώην Αμερικανός αξιωματούχος.
Μια πλήρης συμφωνία για το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λειτουργεί και θα αναπτύσσεται η AI παραμένει, με τα σημερινά δεδομένα, δύσκολη.
Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει συνεργασία σε πιο περιορισμένους τομείς, όπως η ανταλλαγή πληροφοριών για περιστατικά ασφαλείας, οι κοινές μέθοδοι αξιολόγησης μοντέλων και η μεγαλύτερη διαφάνεια μετά την κυκλοφορία νέων συστημάτων.
Οι στρατιωτικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να αποτελέσουν αντικείμενο επίσημων συνομιλιών.
Για την ώρα, η ευνοϊκότερη εξέλιξη θα ήταν να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας. Η ταχύτητα, όμως, με την οποία εξελίσσεται η AI και οι κίνδυνοι που τη συνοδεύουν, καθιστούν ολοένα πιο πιεστική την ανάγκη για αποφάσεις