Οι Ευρωπαίοι θέλουν να “σβήσουν” την Αλάσκα πριν αλλάξει ο πόλεμος στην Ουκρανία

Οι Ευρωπαίοι θέλουν να “σβήσουν” την Αλάσκα πριν αλλάξει ο πόλεμος στην Ουκρανία
💡 AI Summary by Libre

Οι Βρυξέλλες, το Παρίσι και το Βερολίνο επιχειρούν διπλωματική αντεπίθεση για να αποτρέψουν συμφωνία Τραμπ–Πούτιν που θα ανατρέψει τα δεδομένα στην Ουκρανία.

Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ζητούν από τον Τραμπ να εγκαταλείψει τις συνεννοήσεις της Αλάσκας και να στηρίξει μια νέα προσέγγιση για ειρήνη με ουκρανική συμμετοχή.

Η Μόσχα ελπίζει στην επαναφορά των συμφωνιών, ενώ η Δύση φοβάται ότι μια εγκατάλειψη τους μπορεί να προκαλέσει νέες εντάσεις και απρόβλεπτες εξελίξεις.

Η στάση του Τραμπ θα καθορίσει την πορεία του πολέμου και το μέλλον των δυτικορωσικών σχέσεων, εντείνοντας τη διπλωματική μάχη ενόψει της G7.

Βρυξέλλες, Παρίσι και Βερολίνο στήνουν διπλωματική αντεπίθεση για να αποτρέψουν μια συμφωνία Τραμπ – Πούτιν που θα μπορούσε να ανατρέψει τα δεδομένα στην Ουκρανία. Ένα παρασκήνιο με τεράστιες γεωπολιτικές προεκτάσεις βρίσκεται σε εξέλιξη τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιχειρούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Με φόντο την επερχόμενη σύνοδο της G7, Ευρωπαίοι ηγέτες ετοιμάζονται να ζητήσουν από τον Αμερικανό πρόεδρο να απομακρυνθεί οριστικά από το πλαίσιο συνεννοήσεων που είχε διαμορφωθεί με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα και να στηρίξει μια διαφορετική προσέγγιση για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Για τις Βρυξέλλες, το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την Ουκρανία.

Αφορά το ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και αν η Δύση θα κινηθεί με τους όρους που επιθυμεί η Μόσχα ή με εκείνους που προωθούν το Κίεβο και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η ευρωπαϊκή αντεπίθεση

Η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία εκτιμούν ότι οι εξελίξεις στο πεδίο των συγκρούσεων έχουν μεταβάλει τις ισορροπίες και δημιουργούν περιθώριο επαναπροσδιορισμού των όρων μιας μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας.

Σύμφωνα με τη λογική που κυριαρχεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Ρωσία θα πρέπει να αποδεχθεί κατάπαυση του πυρός στις σημερινές γραμμές του μετώπου, ενώ παράλληλα εξετάζεται η ανάπτυξη δυτικών ειρηνευτικών δυνάμεων στην Ουκρανία ως εγγύηση ασφαλείας.

Ο στόχος είναι σαφής: να πεισθεί ο Ντόναλντ Τραμπ να υιοθετήσει αυτή την προσέγγιση και να χρησιμοποιήσει το πολιτικό του βάρος ώστε να πιέσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν να προσέλθει σε μια νέα διαπραγμάτευση με τη συμμετοχή Ουκρανίας, Ρωσίας, Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πίσω όμως από τη διπλωματική γλώσσα κρύβεται ένας βαθύτερος υπολογισμός. Οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν να απομακρύνουν οριστικά την Ουάσιγκτον από τις λογικές που είχαν διαμορφωθεί στην Αλάσκα και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής πίεσης προς το Κίεβο για αποδοχή συμβιβασμών που θεωρούνται ευνοϊκοί για τη Μόσχα.

Ο «ίσκιος της Αλάσκας» εξακολουθεί να πλανάται

Παρά το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει δείξει τελευταία διάθεση να επαναφέρει δημοσίως τις συζητήσεις που είχε με τον Ρώσο πρόεδρο, για το Κρεμλίνο το θέμα παραμένει ανοιχτό.

Στη Μόσχα θεωρούν ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη σιωπηρή αδράνεια και στην επίσημη εγκατάλειψη μιας συμφωνημένης γραμμής. Όσο ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αποκηρύσσει ρητά εκείνες τις συνεννοήσεις, η ρωσική ηγεσία μπορεί να ελπίζει ότι η Ουάσιγκτον θα επανέλθει κάποια στιγμή σε αυτές.

Αυτό ακριβώς προσπαθούν να αποτρέψουν οι Ευρωπαίοι.

Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι το επόμενο διάστημα το Κίεβο και οι βασικές ευρωπαϊκές δυνάμεις θα επικεντρώσουν σχεδόν όλες τις προσπάθειές τους στο να μεταβάλουν οριστικά τη στάση του Λευκού Οίκου. Εάν το πετύχουν, η πιθανότητα να βρεθεί η Ουκρανία αντιμέτωπη με ισχυρές αμερικανικές πιέσεις για αποδοχή μιας δυσμενούς συμφωνίας θα περιοριστεί σημαντικά.

Τι φοβάται η Μόσχα

Η εγκατάλειψη του πλαισίου της Αλάσκας δεν αντιμετωπίζεται παντού ως θετική εξέλιξη.

Στη ρωσική πλευρά υπάρχουν ήδη εκτιμήσεις ότι η Μόσχα έχει τηρήσει τις δεσμεύσεις της και αναμένει πλέον από την Ουάσιγκτον να πράξει το ίδιο. Εάν ο Ντόναλντ Τραμπ αλλάξει επίσημα πορεία, το Κρεμλίνο ενδέχεται να θεωρήσει ότι οι προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί εγκαταλείπονται οριστικά.

Πολλοί αναλυτές συνδέουν τη σημερινή κατάσταση με όσα προηγήθηκαν της ρωσικής εισβολής το 2022. Σύμφωνα με τη ρωσική ερμηνεία, η Μόσχα περίμενε επί χρόνια την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ και την άσκηση πίεσης προς το Κίεβο από τους δυτικούς εγγυητές τους. Όταν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί, οδηγήθηκε σε διαφορετικές επιλογές.

Υπό αυτό το πρίσμα, μια πλήρης εγκατάλειψη των συνεννοήσεων της Αλάσκας θα μπορούσε να ανοίξει έναν νέο κύκλο έντασης και απρόβλεπτων εξελίξεων.

Το μεγάλο ερώτημα

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: είναι διατεθειμένος ο Ντόναλντ Τραμπ να εγκαταλείψει οριστικά τον ρόλο του διαμεσολαβητή και να ταυτιστεί πλήρως με τις θέσεις που προωθούν το Κίεβο και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες;

Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά πιθανότατα και το μέλλον των σχέσεων ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία για τα επόμενα χρόνια.

Γι’ αυτό και η μάχη που ξεκινά στο παρασκήνιο της G7 δεν αφορά απλώς μια ακόμη διπλωματική διαπραγμάτευση. Αφορά τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς μπορεί να τερματιστεί ο μεγαλύτερος πόλεμος που έχει γνωρίσει η Ευρώπη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Σχετικά Άρθρα