Από τον Μπάλφουρ στον Σάντσεθ: Τα ταμπού στις σχέσεις Ισραήλ–Ευρώπης που αρχίζουν τα σπάνε
✨Η Ευρώπη εξετάζει πλέον σοβαρά την αναθεώρηση ή αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης με το Ισραήλ, κυρίως λόγω παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
✨Η Ισπανία, μαζί με Ιρλανδία και Σλοβενία, ηγούνται ενός ευρωπαϊκού ρεύματος που απαιτεί πιο αυστηρή στάση απέναντι στην ισραηλινή πολιτική και θεσμική επανεξέταση.
✨Παρά τις αντιστάσεις, όπως της Γερμανίας, η συζήτηση αντικατοπτρίζει την ανάγκη της ΕΕ να υπερασπιστεί τις αξίες της πέρα από γεωπολιτικά συμφέροντα και ιστορικές ενοχές.
✨Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, οι σχέσεις ΕΕ-Ισραήλ θα αλλάξουν ριζικά, θέτοντας το ερώτημα για το είδος της Ευρώπης που θέλει να εκπροσωπεί τις αρχές της.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ευρώπη για το μέλλον των σχέσεών της με το Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον σε δηλώσεις «ανησυχίας» ή σε τυπικές διπλωματικές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση. Μπαίνει σταδιακά σε μια νέα, πιο ουσιαστική και πιο συγκρουσιακή φάση, όπου στο τραπέζι δεν βρίσκονται μόνο οι πολιτικές διαφωνίες, αλλά το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο που επί δεκαετίες στήριξε τη στενή σύνδεση Βρυξελλών και Τελ Αβίβ. Στο κέντρο αυτής της μετατόπισης βρίσκεται η Ισπανία, η οποία επιχειρεί να δώσει μορφή και πολιτικό βάρος σε ένα αυξανόμενο ευρωπαϊκό ρεύμα που ζητεί όχι απλώς σκληρότερη γλώσσα απέναντι στην ισραηλινή πολιτική, αλλά επανεξέταση ή και αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ – Ισραήλ.
Το γεγονός ότι στο αίτημα αυτό συντάσσονται πλέον ανοιχτά και η Ιρλανδία με τη Σλοβενία προσδίδει στο ζήτημα ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση. Και αυτό γιατί η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη Γάζα, ούτε μόνο τη στάση απέναντι στην κυβέρνηση του Βενιαμίν Νετανιάχου. Αφορά το πώς η ίδια η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της: ως μια δύναμη που επικαλείται επιλεκτικά τις αξίες της ή ως έναν πολιτικό χώρο που είναι διατεθειμένος να τις υπερασπιστεί ακόμη και όταν το κόστος είναι υψηλό.
Για να γίνει κατανοητή η σημερινή στροφή, πρέπει να επιστρέψει κανείς στις ιστορικές ρίζες της ευρωπαϊκής σχέσης με το Ισραήλ. Από τη Διακήρυξη Μπάλφουρ το 1917 έως τη μεταπολεμική στήριξη στη δημιουργία του ισραηλινού κράτους, η Ευρώπη δεν υπήρξε απλώς παρατηρητής, αλλά βασικός παράγοντας νομιμοποίησης, πολιτικής ενσωμάτωσης και διεθνούς αποδοχής.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μνήμη του Ολοκαυτώματος και η ιστορική ενοχή για τον αντισημιτισμό δημιούργησαν ένα ισχυρό πολιτικό πλαίσιο προστασίας του Ισραήλ μέσα στην ευρωπαϊκή συνείδηση. Σταδιακά, αυτή η ειδική σχέση εξελίχθηκε σε στρατηγική συνεργασία, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναδεικνύεται στον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο του Ισραήλ και σε βασικό δίαυλο οικονομικής, τεχνολογικής και θεσμικής διασύνδεσης.
Η Συμφωνία Σύνδεσης, που τέθηκε σε ισχύ το 2000, αποτέλεσε τον βασικό νομικό κορμό αυτής της σχέσης. Δεν αφορούσε μόνο το εμπόριο. Δημιούργησε ένα σταθερό πλαίσιο για πολιτικό διάλογο, οικονομική συνεργασία, ερευνητικές συμπράξεις και προνομιακή πρόσβαση του Ισραήλ στην ευρωπαϊκή αγορά. Με άλλα λόγια, εδραίωσε τη θέση του ως ενός σχεδόν «ειδικού εταίρου» της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Σήμερα, όμως, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το άρθρο 2 της ίδιας συμφωνίας, το οποίο συνδέει ρητά τη συνεργασία με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών. Και ακριβώς πάνω σε αυτή τη ρήτρα στηρίζονται πλέον όσοι ζητούν να επανεξεταστεί η σχέση της Ένωσης με το Ισραήλ.
- Το νέο στοιχείο είναι ότι η πίεση αυτή δεν προέρχεται πια μόνο από μεμονωμένες πολιτικές φωνές ή από κοινωνικά κινήματα. Το πρόσφατο κοινό αίτημα της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Σλοβενίας για επανεξέταση της Συμφωνίας Σύνδεσης δείχνει ότι διαμορφώνεται πλέον ένα πιο συμπαγές ευρωπαϊκό μέτωπο. Η Μαδρίτη έχει προχωρήσει πιο ανοιχτά, ζητώντας ακόμη και αναστολή της συμφωνίας, ενώ το Δουβλίνο και η Λιουμπλιάνα ενισχύουν πολιτικά αυτή τη γραμμή. Η σημασία αυτής της σύμπλευσης είναι διπλή: αφενός δείχνει ότι η ισπανική πρωτοβουλία δεν αποτελεί απομονωμένη θέση, αφετέρου μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της πολιτικής καταγγελίας στο πεδίο της θεσμικής λογοδοσίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται ήδη μπροστά σε μια συνολική ρήξη με το Ισραήλ. Κάθε άλλο. Οι ισορροπίες εντός της ΕΕ παραμένουν σύνθετες και οι αντιστάσεις ισχυρές. Η Γερμανία εξακολουθεί να αντιτίθεται σε μια τέτοια εξέλιξη, επιμένοντας ότι τα κρίσιμα ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω «κριτικού και εποικοδομητικού διαλόγου». Και επειδή η πλήρης αναστολή της συμφωνίας απαιτεί ομοφωνία των 27 κρατών-μελών, η γερμανική στάση αρκεί προς το παρόν για να μπλοκάρει μια τόσο δραστική απόφαση. Την ίδια στιγμή, συζητείται και το ενδεχόμενο αναστολής μόνο του εμπορικού σκέλους, που θα μπορούσε να ακολουθήσει διαφορετική διαδικασία. Αλλά ούτε σε αυτό το επίπεδο έχει ακόμα διαμορφωθεί σαφής πλειοψηφικός συσχετισμός.
Παρά τις θεσμικές δυσκολίες, το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη αλλάζει. Οι εξελίξεις στη Γάζα, η διεύρυνση της διεθνούς κριτικής και η όλο και συχνότερη σύγκριση ανάμεσα στη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Ρωσία για την Ουκρανία και στη στάση της απέναντι στο Ισραήλ ενισχύουν το επιχείρημα περί διπλών μέτρων και σταθμών. Για ένα αυξανόμενο τμήμα του ευρωπαϊκού πολιτικού και κοινωνικού χώρου, το ζήτημα δεν είναι πια μόνο γεωπολιτικό. Είναι βαθιά ηθικό, νομικό και θεσμικό. Με απλά λόγια, αν η Ευρώπη θέλει να συνεχίσει να εμφανίζεται ως δύναμη αρχών, καλείται να αποδείξει ότι οι ρήτρες περί δικαιωμάτων δεν είναι διακοσμητικές.
- Σε αυτή τη μεταβολή σημαντικό ρόλο παίζει και η κοινή γνώμη. Οι μαζικές διαδηλώσεις, οι καμπάνιες αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους, η πίεση σε πανεπιστήμια, κόμματα και μέσα ενημέρωσης, αλλά και η διαρκής κινητοποίηση στα κοινωνικά δίκτυα έχουν μετατρέψει το παλαιστινιακό από ζήτημα εξωτερικής πολιτικής σε εσωτερικό πολιτικό ζήτημα για πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν πιέζονται μόνο από διπλωματικά δεδομένα ή νομικά επιχειρήματα, αλλά και από μια αυξανόμενη κοινωνική απαίτηση για συνέπεια ανάμεσα στις ευρωπαϊκές διακηρύξεις και στις ευρωπαϊκές πράξεις.
Η ουσία, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα ανασταλεί άμεσα η συμφωνία. Βρίσκεται στο ότι ένα παλιό ευρωπαϊκό ταμπού έχει αρχίσει να σπάει. Για πρώτη φορά με τέτοια καθαρότητα, κράτη-μέλη της Ένωσης αμφισβητούν ανοιχτά τον πυρήνα της ειδικής σχέσης με το Ισραήλ και ζητούν να εφαρμοστούν στην πράξη οι ίδιες οι θεσμικές ρήτρες που η Ευρώπη έχει θέσει ως βάση της εξωτερικής της πολιτικής. Αν αυτή η δυναμική αποκτήσει διάρκεια, τότε οι σχέσεις Ισραήλ – Ευρώπης μπορεί να μπουν σε μια νέα εποχή: λιγότερο προστατευμένη από τις ιστορικές ενοχές του παρελθόντος και περισσότερο εκτεθειμένη στις πολιτικές, ηθικές και νομικές απαιτήσεις του παρόντος.
Και τότε το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι μόνο τι μπορεί να χάσει το Ισραήλ στην Ευρώπη, αλλά και τι είδους Ευρώπη θέλει τελικά να είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση.