Ανάλυση: Πόσο έτοιμος είναι ο ισραηλινός στρατός για μία παρατεταμένη σύγκρουση σε περίπτωση χτυπήματος στο Ιράν
✨Το Ισραήλ προετοιμάζεται για πιθανή πολυμέτωπη σύγκρουση με το Ιράν, αντιμετωπίζοντας ελλείψεις προσωπικού και αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις σε πολλαπλά μέτωπα.
✨Η στρατηγική του Ιράν βασίζεται στη μαζική εκτόξευση πυραύλων και την ενεργοποίηση περιφερειακών συμμάχων, με σκοπό τον κορεσμό των ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας.
✨Το Ισραήλ διαθέτει ένα προηγμένο, πενταεπίπεδο σύστημα αεράμυνας, αλλά η διαχείριση αποθεμάτων και η προστασία κρίσιμων υποδομών παραμένουν σημαντικές προκλήσεις.
✨Η παρατεταμένη αντιπαράθεση θεωρείται πιθανή, ενώ η αντοχή της κοινωνίας και της πολιτικής ηγεσίας θα κρίνει την τελική ετοιμότητα και επιβίωση στη σύγκρουση.
Καθώς το Ισραήλ προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν, την ώρα που στις Ηνωμένες Πολιτείες συζητείται ακόμη και το σενάριο αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη, και ενώ ο μήνας του Ραμαζανιού προσθέτει μια επιπλέον διάσταση ευαισθησίας στο ήδη τεταμένο περιβάλλον, το κυρίαρχο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει απειλή – αλλά αν οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις είναι επαρκώς προετοιμασμένες για έναν παρατεταμένο, πολυμέτωπο πόλεμο. Πίσω από τις δημόσιες διαβεβαιώσεις περί πλήρους ετοιμότητας, η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του Ισραήλ καλείται να διαχειριστεί μια σύνθετη εξίσωση: έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, αυξημένες επιχειρησιακές δεσμεύσεις σε πολλαπλά μέτωπα και ένα ιρανικό δόγμα αποτροπής που βασίζεται στη μαζική εκτόξευση πυραύλων και στην ενεργοποίηση περιφερειακών συμμάχων.
Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο στήριξης ισραηλινών πληγμάτων κατά του ιρανικού προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι σε οποιονδήποτε συμβιβασμό που δεν θα περιορίζει δραστικά τις ιρανικές δυνατότητες. Στο παρασκήνιο, Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ διατηρούν στενό συντονισμό γύρω από τρία βασικά σενάρια: κοινή επίθεση, μονομερής ισραηλινή δράση με αμερικανική υποστήριξη ή αμερικανική πρωτοβουλία με περιορισμένο ισραηλινό ρόλο.
- Την ίδια στιγμή, η ηγεσία των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων προειδοποιεί ότι η επιχειρησιακή ετοιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από τα οπλικά συστήματα, αλλά και από το ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Κνεσέτ, ο στρατός αντιμετωπίζει έλλειψη τουλάχιστον 12.000 στρατιωτών, εκ των οποίων περίπου 7.500 σε μάχιμες θέσεις. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ, έχει τονίσει επανειλημμένα το βάρος που επωμίζονται οι στρατιώτες θητείας και οι έφεδροι, ειδικά υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης απαλλαγής σημαντικού αριθμού υπερορθόδοξων πολιτών από τη στρατιωτική υπηρεσία.
Η δημιουργία νέας, πολυμέτωπης μεραρχίας ελιγμών – με έδρα τη βάση Τζουλίς, κοντά στο Ασκελόν – αποτυπώνει την ανάγκη αναδιάταξης δυνάμεων. Η μεραρχία, η οποία συγκροτείται από υφιστάμενες μονάδες και εφέδρους, θα εκπαιδευτεί για επιχειρήσεις σε ταυτόχρονα μέτωπα: Γάζα, Λίβανο, Συρία, Δυτική Όχθη, ακόμη και στα σύνορα με την Ιορδανία. Μετά τον πόλεμο της 7ης Οκτωβρίου, οι ισραηλινές δυνάμεις ελέγχουν εκτεταμένες περιοχές στη Λωρίδα της Γάζας, διατηρούν σημεία παρουσίας στα σύνορα με τον Λίβανο και επιχειρούν στη βόρεια Συρία, ενώ παράλληλα εντείνουν τις επιχειρήσεις σε προσφυγικούς καταυλισμούς στη Δυτική Όχθη.
- Σε αυτό το περιβάλλον, το σενάριο πολυμέτωπης σύγκρουσης με ενεργοποίηση φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ, της Χεζμπολάχ στον Λίβανο και των Χούθι στην Υεμένη δεν θεωρείται θεωρητικό. Αντιθέτως, αποτελεί βασικό άξονα σχεδιασμού. Η ιρανική στρατηγική βασίζεται σε μια «οικονομία φθοράς»: μαζικές εκτοξεύσεις πυραύλων και drones με στόχο τον κορεσμό των ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας και την εξάντληση των αποθεμάτων αναχαίτησης.
Το ιρανικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων παραμένει αδιαπραγμάτευτο για την Τεχεράνη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις Ισραηλινών και δυτικών αναλυτών, το Ιράν διαθέτει ακόμη δεκάδες βαρείς πύραυλοι που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί. Όπως σημειώνει ο ερευνητής αμυντικών θεμάτων Ταλ Ινμπάρ, σε περίπτωση που το καθεστώς αισθανθεί υπαρξιακή απειλή, «θα εκτοξεύσει ό,τι διαθέτει». Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήγματα όχι μόνο σε στρατιωτικούς, αλλά και σε συμβολικούς στόχους.
Το Ισραήλ διαθέτει πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας πέντε επιπέδων, με επτά τάγματα ανεπτυγμένα σε ολόκληρη τη χώρα, σε συνεργασία με αμερικανικές και –ενδεχομένως– διεθνείς δυνάμεις. Ωστόσο, τα διδάγματα προηγούμενων συγκρούσεων έδειξαν ότι ακόμη και υψηλά ποσοστά αναχαίτισης δεν αποτρέπουν σημαντικές ζημιές στο εσωτερικό μέτωπο. Η διαχείριση αποθεμάτων πυραύλων αναχαίτισης και η προστασία κρίσιμων υποδομών παραμένουν κρίσιμες προκλήσεις.
- Παράλληλα, η εσωτερική σταθερότητα δοκιμάζεται. Ιρανικά μέσα ενημέρωσης αξιοποίησαν πρόσφατες εντάσεις στο Μπνέι Μπρακ, παρουσιάζοντάς τες ως ένδειξη «καταστολής» και επιχειρώντας να ενισχύσουν το αφήγημα περί ισραηλινού χάους. Ο επικοινωνιακός πόλεμος συνοδεύει τον στρατιωτικό σχεδιασμό, με την Τεχεράνη να επιχειρεί να αναδείξει ρωγμές στην ισραηλινή κοινωνία.
Στο Ισραήλ, πάντως, δεν επικρατεί η λογική του «χτυπάμε και τελειώνει». Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι ακόμη και συνδυασμένα πλήγματα δεν θα ανατρέψουν άμεσα το ιρανικό καθεστώς ούτε θα εξαλείψουν πλήρως το πυραυλικό του οπλοστάσιο. Το ενδεχόμενο παρατεταμένης αντιπαράθεσης θεωρείται ρεαλιστικό, με φάσεις κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης.
- Η ετοιμότητα των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων δεν αμφισβητείται ως προς την τεχνολογική υπεροχή και την επιχειρησιακή εμπειρία. Ωστόσο, η έλλειψη προσωπικού, η κόπωση των εφέδρων και η ανάγκη ταυτόχρονης διαχείρισης πολλαπλών μετώπων συνιστούν κρίσιμους παράγοντες. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το Ισραήλ μπορεί να πλήξει το Ιράν, αλλά αν μπορεί να αντέξει έναν πόλεμο φθοράς σε ολόκληρη την περιφέρεια.
Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, κάθε απόφαση –στην Ουάσιγκτον, στην Τεχεράνη ή στην Ιερουσαλήμ– μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης. Το σενάριο του συνεχιζόμενου πολέμου δεν αποτελεί πλέον ακραία υπόθεση εργασίας, αλλά πιθανή εξέλιξη. Και η απάντηση στο ερώτημα της ετοιμότητας θα κριθεί όχι μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στην αντοχή της κοινωνίας και της πολιτικής ηγεσίας μπροστά σε μια σύγκρουση χωρίς σαφές τέλος.