Δέκα χρόνια Μητσοτάκης, και μετά;

 Δέκα χρόνια Μητσοτάκης, και μετά;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πιά δέκα χρόνια πρόεδρος της Ν.Δ εκ των οποίων τα 6,5 πρωθυπουργός. Μπορεί να μην έχει σπάσει το ρεκόρ πρωθυπουργικής θητείας του ιδρυτή της παράταξης Κωνσταντίνου Καραμανλή (σε δύο, όμως, περιόδους: 1955-63, 1974-80), απέχει, όμως, μόλις δύο χρόνια από εκείνο του Κώστα Καραμανλή στην προεδρία και αποδεικνύεται ήδη σημαντικά μακροβιότερος ως ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου. Και όπως δήλωσε νόημα, απευθυνόμενος περισσότερο στο εσωτερικό της Ν.Δ, έχει ακόμα “εξαιρετικά πολλές αντοχές”.

Εάν νικήσει στις επόμενες εκλογές και εξασφαλίσει την τρίτη “σερί” θητεία διακυβέρνησης θα επιτύχει κάτι που δεν κατόρθωσε κανένας αρχηγός κόμματος μετά την Μεταπολίτευση, κι αυτό είναι προφανώς μία καταγραφή υστεροφημίας που γοητεύει κάθε πολιτικό, ακόμα κι αν δημοσίως δεν το ομολογεί.

Η μακρά και σχεδόν αδιατάρακτη πολιτική ηγεμονία Μητσοτάκη βασίστηκε, αναμφίβολα, σε διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνες που είχαν για μικρότερα χρονικά διαστήματα οι προκάτοχοί του. Άλλες εποχές, άλλοι συσχετισμοί, διαφορετικές “αρχιτεκτονικές” του πολιτικού συστήματος, άλλες κοινωνικές διαστρωματώσεις, άλλα προβλήματα, όμως και άλλοι πολιτικοί αντίπαλοι.

Το τελευταίο ήταν ίσως μέχρι τώρα το ισχυρότερο ατού του Μητσοτάκη και αυτό δεν συνέβη τυχαία. Εκμεταλεύτηκε στο έπαρκο το μομέντουμ της τελευταίας περιόδου της οικονομικής κρίσης και τα τρωτά σημεία της διακυβέρνησης Τσίπρα.

Ως προς το πρώτο, είναι αλήθεια ότι βοήθησε και η συγκυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου, κατά τρόπο που απορρόφησε τους ισχυρότατους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς της χρεοκοπίας 2009-2010 και δημιούργησε σε πολλούς τις εντυπώσεις, αρχικά μιας σχεδόν γενικευμένης (συν)ευθύνης, και μετά, ό,τι το “σημείο μηδέν” της κρίσης δεν ήταν εκεί που ξεκίνησε (και πριν απ΄ αυτό, όταν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις του κραχ) αλλά το καλοκαίρι του 2015.

Είτε το ομολογούν είτε όχι οι πολιτικοί του αντίπαλοι, ο Μητσοτάκης είχε το καλύτερα επεξεργασμένο και προσαρμοσμένο στους καιρούς και στο κοινό αίσθημα πολιτικό αφήγημα από οποιαδήποτε άλλη περίοδο διακυβέρνησης τις τελευταίες δεκαετίες. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η επιτυχία Μητσοτάκη μοιάζει κάπως με την επιτυχία του εκσυγχρονιστικού αφηγήματος του αείμνηστου Κώστα Σημίτη που τον κράτησε επί οκτώ χρόνια στην πρωθυπουργία. Μόνο κατ’ αναλογία, φυσικά, δεδομένου ότι οι διαφορές είναι αρκετές.

Ο Μητσοτάκης κατόρθωσε να δημιουργήσει μοντέλο διακυβέρνησης, απεχθές για τους αντιπάλους του, ανεκτό, όμως, και εν τέλει αποδεκτό από σημαντικά τμήματα της κοινωνίας. Κι αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη ισχυρού αντίπαλου δέους συνέδραμε στην πολιτική του μακροημέρευση. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν του έτυχαν όλα αυτά, τα πέτυχε. Ακόμα και η αρχικά επικοινωνιακή και μετά εκλογική διάλυση του πολιτικού υποδείγματος της διακυβέρνησης Τσίπρα ήταν μία καλά οργανωμένη καμπάνια που, βεβαίως, ενισχύθηκε από την απειρία, την ανοργανωσιά, την άγνοια κινδύνου και τα σφάλματα του πολιτικού του αντιπάλου μέχρι το 2023.

Σε 15 περίπου μήνες –εάν δεν συμβεί κάτι που θα ανατρέψει τον σχεδιασμό– ο Μητσοτάκης θα έχει τη δυνατότητα να γράψει το όνομά του στο εγχώριο πολιτικό “Γκίνες”, αυτή τη φορά έχοντας ως ίσως το πιο διεισδυτικό επιχείρημα ότι αυτός και μόνο αυτός μπορεί να εγγυηθεί την σταθερότητα. Κάνουν λάθος όσοι υποτιμούν αυτή την σχετικά ασαφή έννοια που σε μία εποχή χαμηλών προσδοκιών και μεγάλου φόβου (εσωτερικά και διεθνώς) αποκτά χαρακτηριστικά ιερού πολιτικού δισκοπότηρου.

Το 2019 ο Μητσοτάκης κέρδισε τον Τσίπρα επειδή εκπροσώπησε δεξιοτεχνικά την μεγάλη κοινωνική “περιοχή” από την δεξιά έως το κέντρο (κυρίως το δεύτερο), με αιχμή του δόρατος το “αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο”. Το 2023 κυρίαρχησε εντυπωσιακά επειδή διατήρησε σε πλήρη ισχύ τα παραπάνω και πρόσθεσε ένα μεγαλεπήβολο μεταρρυθμιστικό πλαίσιο.

Το 2027 θα επιχειρήσει να υπερβεί τον κακό εαυτό μιας κουρασμένης και προβληματικής, πια, διακυβέρνησης, απέναντι σε μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση που δεν μπορεί να προβάλλει συνεκτικά μία εναλλακτική πρόταση. Μία αντιπολίτευση που πιθανότατα θα έχει τρία διαφορετικά πολιτικά πρόσωπα απέναντί του: τον Τσίπρα, τον Ανδρουλάκη, και την Καρυστιανού.

Παρότι μόνο ο πρώτος έχει καθαρά πρωθυπουργικά χαρακτηριστικά, μάλλον θα αλληλοσπαράζονται κι αυτό θα ενισχύει το δίλημμα Μητσοτάκη περί σταθερότητας, αν και από δυσμενέστερη βάση. Το σοβαρό μεονέκτημα θα είναι πώς διαθέτει έναν μόνο στόχο, την αυτοδυναμία, καθώς ο,τιδήποτε άλλο είναι πολύ δύσκολο, αν και όχι -υπό συγκεκριμένες συνθήκες- ανέφικτο.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο προετοιμάζεται και πώς θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε συνθήκες μιας γενικευμένης πολιτικής αναταραχής, όπου η κοινωνία δεν θα υποκύπτει σε ευκαιριακά διλήμματα και δεν θα υπάρχει άλλος δρόμος πλην αυτού της συνεννόησης. Αλλά, ως φαίνεται, μάλλον κανείς δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο.