Οι γαλάζιοι βουλευτές, ο Σκέρτσος και ο… ΜακΛούαν
✨Οι γαλάζιοι βουλευτές εκφράζουν εσωτερικές διαφωνίες για το επιτελικό κράτος και τη διακυβέρνηση, παρά τις αρχικές δημοσκοπικές προβλέψεις αυτοδυναμίας της Ν.Δ.
✨Η κριτική εστιάζει στον υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο, που θεωρείται υπεύθυνος για τον περιορισμό της επιρροής των βουλευτών και τη διαχείριση κρίσεων.
✨Η σημερινή κρίση θυμίζει παλαιότερες εσωκομματικές αναταράξεις, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προτίθεται να θυσιάσει τον Σκέρτσο λόγω της στρατηγικής του σημασίας.
✨Παρά τα προβλήματα, η κυβέρνηση διατηρεί δημοσκοπική υπεροχή, ενώ η ανάγκη για αποτελεσματικό συντονισμό στο Μαξίμου είναι επιτακτική και δύσκολη στην υλοποίηση.
Όσες καλές προθέσεις, για την ανάγκη αναθεώρησης του μοντέλου διακυβέρνησης, κι αν έχουν οι γαλάζιοι βουλευτές που “βομβαρδίζουν” τις τελευταίες ημέρες το “επιτελικό κράτος” του Μαξίμου, ο αντίλογος είναι ισχυρός: εφόσον οι δημοσκοπικοί δείκτες έδειχναν σίγουρη αυτοδυναμία για τη Ν.Δ, άρα και εύκολη επανεκλογή τους, το πιθανότερο είναι πώς δεν σπαταλούσαν χρόνο σε μυστικές συνάξεις και συγγραφή ανοικτών επιστολών με παραλήπτη τον πρωθυπουργό.
Το επιχείρημα, άλλωστε, ότι ανακάλυψαν μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης πώς ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος είναι ο ενορχηστρωτής ενός μηχανισμού που τους περιορίζει, όπως περιγράφουν, σε ρόλο πειθήνιων εκτελεστών κρίσιμων αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην τους, είναι, δυστυχώς γι΄ αυτούς, αρκετά πειστικό.
Είναι αλήθεια πώς οι “5” της ανοιχτής επιστολής (μέσω των “Νέων”) και άλλοι περίπου είκοσι που ομονοούν και περιμένουν τη σειρά τους υφίστανται -όπως όλοι- την πίεση των ψηφοφόρων τους για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το “πτυχίο” Λαζαρίδη, τις υποκλοπές, κυρίως, όμως, την ακρίβεια, ενώ την ίδια ώρα εκδηλώνουν την αντίδρασή τους στους επικοινωνιακούς πειραματισμούς σχετικά με το εκλογικό σύστημα (μονοεδρικές) και το ασυμβίβαστο υπουργού- βουλευτή.
Δεν είναι εύκολο, άλλωστε, να είναι κανείς βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος υπό τις τρέχουσες συνθήκες, με τον πληθωρισμό να εκτινάσσεται πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (4,6%), το πετρέλαιο και την αμόλυβδη στα ύψη, το κόστος ζωής να γίνεται αβάσταχτο, και επιπλέον να επιδρούν σωρρευτικά όλες οι υποθέσεις που αποκαλύπτουν θεσμικό έλλειμμα. Είναι, όμως, σαφές πώς η επίθεση στον Σκέρτσο είναι η επιτομή της ρήσης του θεωρητικού της επικοινωνίας Μάρσαλ ΜακΛούαν ότι “το μέσο είναι το μήνυμα”. Και όλοι αντιλαμβάνονται ποιός είναι ο παραλήπτης του μηνύματος.
Όσοι υποτιμούν, πάντως, τις γκρίνιες των γαλάζιων βουλευτών οφείλουν, από την άλλη, να ανατρέξουν σε ανάλογες εσωτερικές κρίσεις στην ιστορία της Ν.Δ. Οι ίδιοι άνθρωποι που ομονοούν όταν τα πράγματα αφορούν τη νομή της εξουσίας μετατρέπονται σε υποκινητές γεγονότων κάθε φορά που αυτή διασαλεύεται.
Κάπως έτσι ξεκίνησε και η κρίση στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος το 2008 με αφορμή την υπόθεση του Βατοπεδίου και …Σκέρτσο της εποχής τον Θόδωρο Ρουσσόπουλο (ο οποίος δικαιώθηκε πλήρως πολλά χρόνια αργότερα). Αλλά και έντεκα χρόνια νωρίτερα με την κίνηση κατά του Μιλτιάδη Έβερτ και την ανάρρηση στην προεδρία του κόμματος του Κώστα Καραμανλή. Διαφορετικές συνθήκες, άλλοι λόγοι, ανάλογες, όμως, στοχεύσεις.
Ένα είναι βέβαιο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να αντιδράσει όπως ο Καραμανλής του 2008 και να θυσιάσει τον συντονιστή του Μαξίμου.
Αφενός γιατί εκτιμά τις ικανότητές του και αναγνωρίζει πόσο πολύτιμος ήταν ο ρόλος του στην εφαρμογή του επιτελικού μοντέλου που εμπνεύσθηκε, αμέσως μετά την εκλογική νίκη του 2019, ο Γ. Γεραπετρίτης.
Αφετέρου διότι γνωρίζει πώς η καρατόμηση του θα έσπαζε την τελευταία γραμμή αμύνης. Ακόμα, άλλωστε, δεν αισθάνεται κάποια σοβαρή δημοσκοπική απειλή: στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός βρίσκεται περίπου είκοσι μονάδες μπροστά από τους αντιπάλους του.
Εξίσου βέβαιο είναι, ωστόσο, ότι τα κενά συντονισμού στο Μαξίμου είναι περισσότερο ορατά από ποτέ. Και για να καλύψει τον χρόνο μέχρι τις εκλογές χρειάζεται κάποιο πρόσωπο με “ψυχρό αίμα” που να μπορεί να τον εκπροσωπεί χωρίς πληρεξούσιο, να αποκαταστήσει τη συνεργασία με την κοινοβουλευτική ομάδα, χωρίς να ξοδεύει τον χρόνο του στην επανεκλογή του, και να μπορεί να λέει “όχι” όταν κρίνει πώς είναι απαραίτητο. Δύσκολο.