Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, είναι, όμως, κάποιοι που τα δημιουργούν…

 Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, είναι, όμως, κάποιοι που τα δημιουργούν…

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

💡 AI Summary by Libre

Στην πολιτική και δημόσια ζωή έχει συσσωρευτεί έντονη πόλωση και τοξικότητα, δυσχεραίνοντας τη συνεννόηση και υπονομεύοντας το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς.

Οι κυβερνητικές συμπράξεις σήμερα δεν υποστηρίζονται από εξωτερικούς παράγοντες, ενώ σοβαρά θεσμικά ελλείμματα και πολιτικός κατακερματισμός εμποδίζουν τη συνεργασία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Τα σκάνδαλα υποκλοπών και η αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης εντείνουν το ρήγμα, περιορίζοντας τις πιθανότητες συμφωνίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και πολιτική σταθερότητα.

Η δημόσια συζήτηση παραμένει καθηλωμένη σε παλιές αντιπαραθέσεις, οδηγώντας σε αυξημένη αποχή, αποπολιτικοποίηση και ενίσχυση αντισυστημικών τάσεων στην κοινωνία.

Στην πολιτική ζωή και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα έχει συσσωρευτεί “εύφλεκτη ύλη” που δυσχεραίνει ακόμα και τη συζήτηση για τα στοιχειώδη μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και φαίνεται να καθιστά σχεδόν αδύνατη την εξεύρεση κοινού τόπου για την όποια συνεννόηση, εφόσον οι ψηφοφόροι στείλουν με την εκλογική τους συμπεριφορά σήμα για κυβερνητικές συμπράξεις. Η πόλωση και η τοξικότητα λαμβάνει τέτοιες διαστάσεις που υπονομεύουν τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και των θεσμών, όχι μόνο στην πορεία προς τις εκλογές αλλά και μετά απ΄αυτές.

Το φαινόμενο είναι πολύ ανησυχητικό και γίνεται επικίνδυνο επειδή δεν διαφαίνεται διέξοδος. Την περίοδο των μνημονίων, οι συμπράξεις (κυβέρνηση Παπαδήμου, τρικομματική Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ και συγκυβέρνηση Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ) επιβλήθηκαν από τις ακραίες συνθήκες της οικονομικής κρίσης και από τις πιέσεις των δανειστών. Σήμερα, δεν υπάρχει κανένας εξωτερικός παράγοντας που θα καθοδηγούσε τα πράγματα σε μία τέτοια κατεύθυνση. Και σωστά δεν υπάρχει διότι δεν χρειάζεται.

Η χώρα υποτίθεται πώς λειτουργεί στο πλαίσιο μιας κανονικότητας, οικονομικά και πολιτικά, δε, θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Έχουν ανακύψει, όμως, σοβαρά θεσμικά ελλείμματα, ενώ κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν μπορούν να συνεννοηθούν ούτε στα ελάχιστα. Η μεν πρώτη δείχνει ότι λειτουργεί με μοναδικό σκοπό την (τρίτη) ανανέωση της θητείας της εγκλωβισμένη σε μια “ανάδελφη” αυταρέσκεια. Και η δεύτερη δεν μπορεί να υπερβεί τον κατακερματισμό της και να βρει σημεία σύγκλισης. Παγιδεύεται σε αφηγήματα αυτονομίας που δεν υπακούουν στη λογική των δημοσκοπικών ευρημάτων , ή σε τάσεις ιδεολογικού απομονωτισμού.

Το παράδειγμα με τις Ανεξάρτητες Αρχές είναι αποκαλυπτικό και απογοητευτικό (εδώ). Είναι προφανές πώς ή η κυβέρνηση λέει ψέματα ή το ΠΑΣΟΚ σχετικά με το εάν υπήρξαν το προηγούμενο διάστημα επαφές μεταξύ του Νίκου Ανδρουλάκη και Κωστή Χατζηδάκη που κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με τα πρόσωπα που θα τις στελεχώσουν. Ο,τιδήποτε κι αν συμβαίνει δρα υπονομευτικά.

Το ρήγμα βαθαίνει πολύ περισσότερο με τις υποθέσεις των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε συνδυασμό με τον τρόπο που λειτουργεί η Δικαιοσύνη και τον τρόπο με τον οποίο αμφισβητείται. Στο πλαίσιο αυτό στενεύουν δραματικά τα περιθώρια να σημειωθεί συνεννόηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Παράλληλα, αντί η δημόσια συζήτηση να εστιάζεται στις συνέπειες της πληθωριστικής και ενεργειακής κρίσης και στην εκτόξευση του κόστους ζωής συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από θέματα προ δεκαετίας, ή και πιό παλιά, τα οποία έχουν κριθεί εκλογικά και έχει γίνει ο σχετικός απολογισμός και έχει διατυπωθεί και κριτική και αυτοκριτική.

Επειδή, όμως, τα πολιτικά πρόσωπα συνηθίζουν να επικαλούνται την (εκλογική) σοφία του λαού και το στερεότυπο πώς στις Δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα, έχουν αναλογιστεί κατά πόσο μπορούν πράγματι να υπηρετήσουν όσα λένε; Εφόσον, για παράδειγμα, η λαϊκή ετυμηγορία απορρίψει λιγότερο ή περισσότερο τους εκλογικούς στόχους που θέτουν, πόσο εύκολο είναι να ανατάξουν την τοξικότητα και τις ιδιότυπες πολιτικές ομηρίες που καλλιεργούν;

Και, εν τέλει, σκέφτονται που οδηγεί αυτό το κλίμα; Προφανώς, σε μία πρωτοφανή στην σύγχρονη πολιτική μας ιστορία αποχή και, ταυτόχρονα, στην ενίσχυση της αποπολιτικοποίησης και του (δήθεν) αντισυστημισμού.

Σχετικά Άρθρα