Το εύθραυστο “70-30%” των μετρήσεων και ο ανταγωνισμός για την “κανονικότητα”
✨Το ΠΑΣΟΚ βασίζει τη στρατηγική του σε δημοσκοπήσεις που δείχνουν το 70% των πολιτών να επιθυμεί πολιτική αλλαγή, επιδιώκοντας να διπλασιάσει το ποσοστό του.
✨Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σημαντικό, αν και μειούμενο, ποσοστό περίπου 30%, ενώ το 70% που θέλει αλλαγή είναι κατακερματισμένο σε πολλαπλά μικρά και νέα κόμματα.
✨Ο ανταγωνισμός στο κεντροαριστερό χώρο θα ενταθεί με την είσοδο του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, μειώνοντας τις πιθανότητες για το ΠΑΣΟΚ να κυριαρχήσει.
✨Η εκλογική μάχη προβλέπεται να διεξαχθεί ανάμεσα σε τρία μπλοκ: κεντροδεξιά (ΝΔ), υπερδεξιά-αντισυστημιστικά κόμματα, και κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ και Τσίπρας), με κρίσιμο παράγοντα το κόστος ζωής.
Επίμονα, εδώ και καιρό, το ΠΑΣΟΚ επικαλείται το δημοσκοπικό εύρημα περί πολιτικής αλλαγής για να εκλογικεύσει και να καταστήσει ρεαλιστική την στρατηγική του για νίκη στις εκλογές “έστω και με μία ψήφο”. Απλό και (θεωρητικά) εύληπτο το επιχείρημα: στις μετρήσεις περίπου το 70% των πολιτών θέλει αλλαγή διακυβέρνησης, άρα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μπορεί να αντλήσει ψήφους απ΄ αυτή την δυνητική δεξαμενή δυσαρεστημένων ώστε να υπερδιπλασιάσει το 15% και να αναδειχθεί πρώτο κόμμα.
Πόσο πραγματικό είναι, όμως, αυτό το δίπολο 70%-30%; Η απάντηση ίσως να μην είναι τόσο ενθαρρυντική όσο φαίνεται αριθμητικά.
Κι αυτό διότι το 30% που καταγράφεται να μην επιθυμεί πολιτική αλλαγή εκπροσωπείται συμπαγώς από τη Ν.Δ. Το δε 70% –το οποίο σε πραγματικά εκλογικό χρόνο μπορεί να αυξηθεί, μπορεί, όμως, και να μειωθεί– αυτή την ώρα είναι κατακερματισμένο και ψαθυρό.
Σε αυτό το μη συμπαγές μπλοκ των επτά στους δέκα ψηφοφόρους συνωθούνται η ακροδεξιά, η υπερδεξιά, η κομμουνιστική αριστερά, η κεντροαριστερά, ο αντισυστημισμός και διάφορα μικρά έως πολύ μικρά πολιτικά σχήματα. Αφ’ ης στιγμής, μάλιστα, στον προεκλογικό και δημοσκοπικό χάρτη αποτυπωθούν τα νέα κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού (ίσως και του Αντώνη Σαμαρά), οι διεκδικητές αυτού του 70% θα πληθύνουν, κάποιοι, δε, με ισχυρές φιλοδοξίες.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, η Ν.Δ του Κυριάκου Μητσοτάκη μοιάζει να εκπροσωπεί υπό δύσκολες κοινωνικές, οικονομικές, εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες, μία αρκετά συμπαγή ομάδα τριών στους δέκα ψηφοφόρους, η δε αξιωματική αντιπολίτευση επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή της, δημοσκόπηση την δημοσκόπηση, κατά μισή έως μία μονάδα.
Θεωρητικά μιλώντας, για να φτάσει το ΠΑΣΟΚ από το 15% στο 30%, και εφόσον η Ν.Δ δεν καταρρεύσει και συνεχίσει να επηρεάζει αυτό ή περίπου αυτό που της δίνουν σήμερα οι μετρήσεις (στο σενάριο, δηλαδή, που δεν ανακτά τίποτε από τις 13 μονάδες που απώλεσε μεταξύ εθνικών εκλογών του ’23 και των ευρωεκλογών του ΄24 και συγκρατεί ποσοστό κοντά στο 28%), πρέπει να συρρικνωθούν σε σημείο εξαφανίσεως κόμματα εκείνου του τμήματος της πολιτικής γεωγραφίας που είναι όμορα. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναταχθεί η τάση της αποχής και να τοποθετηθεί η ζώνη της αδιευκρίνιστης ψήφου.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι μάλλον απίθανο να εκπροσωπήσει αίφνης ένα ρεύμα πολιτικής αλλαγής που να προσελκύσει μαζικά ψηφοφόρους του Βελόπουλου, της Λατινοπούλου, της Κωνσταντοπούλου και του ΚΚΕ υπό την ρομφαία του Νίκου Ανδρουλάκη.
Επιπροσθέτως προκύπτει το εξής ερώτημα: για ποιόν λόγο να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ οι ψηφοφόροι της (όμορης) κεντροαριστεράς όταν θα μπει δυναμικά στην εξίσωση του νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα; ΠΑΣΟΚ και νέο κόμμα Τσίπρα θα δράσουν ανταγωνιστικά για να επικρατήσουν σε ένα εκλογικό ακροατήριο μεταξύ κέντρου και κεντροαριστεράς, με το τελευταίο, μάλιστα, να έχει περισσότερες ελπίδες να προσελκύσει και κάποιες ψήφους του λεγόμενου αντισυστημικού χώρου. Παράδειγμα, οι ψηφοφόροι της Πλεύσης Ελευθερίας που σε παλαιότερες μετρήσεις εμφανίζονταν κατά περίπου 40% να μετακινούνται σε αυτό το νέο εγχείρημα.
Το 70%, λοιπόν, ως εκλογικός στόχος για το ΠΑΣΟΚ είναι αισθητά μικρότερο, πιθανώς ισοδύναμο με το ανώτερο όριο στο οποίο θα μπορούσε να φτάσει, υπό τις τωρινές συνθήκες, η Ν.Δ.
Μία ένωση των δυνάμεων της κεντροαριστεράς θα μπορούσε ίσως να δημιουργήσει άλλη δυναμική, όμως δεν είμαστε και μάλλον δεν θα φτάσουμε σε μία τέτοια συνθήκη- τουλάχιστον στις πρώτες κάλπες.
Εάν δεν συμβεί κάτι εντελώς απρόοπτο, ακόμα και με τα βάρη της ακρίβειας, του ΟΠΕΚΕΠΕ, των υποκλοπών και των Τεμπών, η εκλογική μάχη θα εξελιχθεί σε μία αντιπαράθεση τριών μπλοκ.
Πρώτο, αυτό της κεντροδεξιάς όπου η επιρροή της Ν.Δ θα παραμείνει σημαντική αν και μειούμενη, δεύτερο αυτό που εκτείνεται από την υπερδεξιά-ακροδεξιά μέχρι τον αντισυστημισμό, όπου ο ανταγωνισμός θα εστιασθεί μάλλον μεταξύ Ελληνικής Λύσης και κόμματος Καρυστιανού, και τρίτο, αυτό της κεντροαριστεράς όπου θα ανταγωνισθούν το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα.
Κρίσιμο θα αποδειχθεί ποιός θα μπορέσει να επηρεάσει περισσότερο τον χώρο του κέντρου, ψηφοφόρους, δηλαδή, που, ναι μεν αισθάνονται θεσμικά προσβεβλημένοι από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, την υποχώρηση του Κράτους Δικαίου, φαινόμενα έκπτωσης τύπου Λαζαρίδη και άλλα, από την άλλη, ωστόσο, αθροίζουν ένα εκλογικό ακροατήριο μάλλον χαμηλών, πιά, προσδοκιών και ευεπίφορο στην ανάγκη της “ελάσσονος (αν)ασφάλειας”.
Το κόστος ζωής θα αποτελέσει αναμφίβολα βαρόμετρο των εκλογικών τάσεων και θα αναμετρηθούν η στοχευμένη κυβερνητική διαχείριση της επιδοματικής πολιτικής, υπό το αφήγημα ότι “η οικονομία πάει καλά”, με τις προγραμματικές προτάσεις για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και της δικαιότερη κατανομής.
Σε αυτόν τον μεσαίο χώρο, η Ν.Δ διαθέτει ακόμα εργαλεία επιρροής, όμως για κάποιους δυσνόητους λόγους υποτιμούν την κρισιμότητά του, τόσο το ΠΑΣΟΚ με την συνεχιζόμενη αμφισημία του, όσο και ο Αλέξης Τσίπρας με την ενίσχυση του αριστερού οραματικού λόγου.
Αυτό που ζούμε σήμερα και αποτυπώνεται στις μετρήσεις των τελευταίων ετών είναι το αποτέλεσμα της ψήφου των πολιτών στις εκλογές του ’23. Ο συνδυασμός της αρνητικής τοποθέτησης απέναντι στην περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και η τάση μετάβασης στην κανονικότητα που επαγγέλθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Εκείνο το εκλογικό αποτέλεσμα, όμως, δημιούργησε ένα πολιτικό σύστημα του “1 1/2 κόμματος”, κατακερματίζοντας την αντιπολίτευση και προκαλώντας συνθήκες πολιτικής ηγεμονίας για τη Ν.Δ.
Καθόλου τυχαίο, άλλωστε, ότι ο πρώην πρωθυπουργός προσπάθησε ( Φόρουμ των Δελφών) να αντιστρέψει το κυβερνητικό δίλημμα και είπε πώς “επιστρέφει (στην κεντρική σκηνή) γιατί η χώρα χρειάζεται σταθερότητα και κανονικότητα”. Ο δε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε πώς εάν αναδειχθεί εκείνος νικητής των εκλογών θα επιστρέψουμε στην “ευρωπαϊκή κανονικότητα”.
Θα δούμε, λοιπόν, τον ανταγωνισμό των ορισμών περί την “κανονικότητα”. Άλλο εννοεί η κυβέρνηση, άλλο το ΠΑΣΟΚ, άλλο ο Αλέξης Τσίπρας, και μένει να φανεί ποιός θα μπορέσει καλύτερα να την νοηματοδοτήσει σε συνθήκες κοινωνικής και οικονομικής ασφάλειας και δικαιοσύνης.