Explainer/Γιατί είναι σημαντική η ελληνογαλλική στρατηγική συμφωνία- Πώς επιδρά στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα
✨Η ανανεωμένη ελληνογαλλική στρατηγική συμφωνία του 2026 ενισχύει τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, συνδέοντάς την ρητά με το Άρθρο 42.7 της ΕΕ.
✨Η συμφωνία προβλέπει αυτόματη ανανέωση κάθε πέντε χρόνια, καθιστώντας τη μόνιμη στρατηγική συμμαχία με σημαντικό γεωπολιτικό και αμυντικό βάθος.
✨Η εξέλιξη αντανακλά την ανάγκη της ΕΕ για κοινή άμυνα, εν μέρει λόγω της αβεβαιότητας από την πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ.
✨Ελλάδα και Γαλλία προωθούν τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, με την ελληνογαλλική συνεργασία να λειτουργεί ως επιχειρησιακός βραχίονας της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής.
Αν και ήδη από την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας- Γαλλίας, τον Σεπτέμβριο του 2021, υπήρχε η διαβεβαίωση περί αμοιβαίας συνδρομής στην περίπτωση ένοπλης επίθεσης από τρίτο κράτος, η ανανεωμένη συμφωνία που υπέγραψαν οι Εμανουέλ Μακρόν και Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα στη διαμόρφωση ενός προπλάσματος της ευρωπαϊκής κοινής άμυνας, αυτού που ο Γάλλος πρόεδρος αποκαλεί “στρατηγική αυτονομία” της Ε.Ε.
Η εξέλιξη δεν συμβαίνει προφανώς σε “κενό χρόνο”, αντιθέτως προκαλείται από την πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να “ναρκοθετεί” την αλληλεγγύη μεταξύ Ουάσιγκτον και ΕΕ, να απειλεί συνεχώς να αποσύρει τις “εγγυήσεις ασφαλείας” και, ακόμα περισσότερο, μετά την τελευταία επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν και τις προσπάθειές του να εμπλέξει στην σύρραξη και τους ευρωπαίους συμμάχους.
Σε ότι αφορά, όμως, την Αθήνα και το Παρίσι, η ανανεωμένη στρατηγική συνεργασία κάνει αρκετά βήματα μπροστά, πάντοτε μέσα σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ο Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε κατηγορηματικά: “Υπάρχει η ρήτρα της αμοιβαίας συνδρομής που συνδέει άρρηκτα τις δύο χώρες. Μην αναρωτιέστε τι θα κάνουμε, θα είμαστε στο πλευρό σας”. Κάτι τέτοιο δεν είχε επισημανθεί τόσο εμφατικά το 2021. Κι αυτό αποτελεί, αναμφίβολα, μία ποιοτική αλλαγή που δεν σταματά εκεί.
Η ελληνογαλλική στρατηγική συνεργασία συνδυάζεται με όσα συζητώνται σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αυτό φάνηκε και στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής στην Κύπρο. Όπως μετέδωσε το Reuters, “οι ηγέτες της ΕΕ ζήτησαν από αξιωματούχους να προετοιμάσουν ένα σχέδιο για το πώς θα λειτουργεί η προηγουμένως ασαφής ρήτρα αμοιβαίας βοήθειας του μπλοκ.
Οι ανησυχίες για την κριτική του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς το ΝΑΤΟ επειδή δεν υποστήριξε τον πόλεμο με το Ιράν , μαζί με τις απειλές του νωρίτερα φέτος να κατασχέσει τη Γροιλανδία από τη σύμμαχο Δανία, έχουν δημιουργήσει μεγαλύτερη επείγουσα ανάγκη για τον καθορισμό των διατάξεων αμοιβαίας βοήθειας της ΕΕ.
Από τις “καλές προθέσεις” στο …blueprint;
Ο Πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, δήλωσε ότι οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν ότι ήρθε η ώρα να εμπλουτιστεί το σύμφωνο, όπως ορίζεται στο Άρθρο 42.7 της βασικής συνθήκης του μπλοκ.
«Συμφωνήσαμε χθες το βράδυ ότι η (Ευρωπαϊκή) Επιτροπή θα προετοιμάσει ένα σχέδιο για το πώς θα αντιδράσουμε σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ενεργοποιήσει το Άρθρο 42.7. Υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα στα οποία πρέπει να έχουμε απάντηση», δήλωσε ο Χριστοδουλίδης.
Σε αντίθεση με το σύμφωνο συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, το οποίο θεωρείται ως το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η ρήτρα αμοιβαίας βοήθειας της ΕΕ δεν υποστηρίζεται από λεπτομερή επιχειρησιακά σχέδια ή στρατιωτικές δομές.
Η διαφορά, πλέον, είναι ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες -αν και υπάρχουν ακόμα ενστάσεις και επιφυλάξεις, κυρίως από χώρες που επιθυμούν να προσαρτηθούν στο αμερικανικό άρμα- συζητούν, πλέον, να συνδυάσουν την πρόθεση περί ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής (άρθρο 42.7) με ένα συγκεκριμένο επιτελικό και επιχειρησιακό σχέδιο (blueprint).
Ο ρόλος της ελληνογαλλικής στρατηγικής σχέσης
Εδώ έρχεται να συμβάλλει η ελληνογαλλική στρατηγική συνεργασία στην ανανεωμένη έκδοσή της.
Αναμφίβολα, Ελλάδα και Γαλλία είναι δύο χώρες που θα μπορούσαν ευκολότερα από άλλες να συμφωνήσουν κάτι τέτοιο. Πρώτον, λόγω της μακράς φιλίας των δύο χωρών (από την εποχή του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν και του Κωνσταντίνου Καραμανλή), την οποία ενίσχυσαν αδιάλλειπτα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών, δεύτερον, λόγω κοινών γεωπολιτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, τρίτον, επειδή η Ελλάδα έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια ένας από τους καλύτερους “πελάτες” της γαλλικής πολεμικής βιομηχανίας.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την ανανεωμένη συμφωνία “μπετόν αρμέ”. Τι εννοεί:
Η κύρια διαφορά μεταξύ της συμφωνίας του 2021 και της ανανέωσής της στις 25 Απριλίου 2026 δεν έγκειται στην αλλαγή του κειμένου της ρήτρας (Άρθρο 2), αλλά στη θεσμική της θωράκιση και το χρονικό της βάθος.
Οι βασικές διαφορές και προσθήκες είναι οι εξής:
- Διάρκεια και Αυτόματη Ανανέωση: Ενώ η συμφωνία του 2021 είχε πενταετή ορίζοντα, η νέα συμφωνία του 2026 προβλέπει αυτόματη ανανέωση ανά πενταετία μετά τη λήξη της τρέχουσας περιόδου. Αυτό μετατρέπει τη συνεργασία σε μια de facto μόνιμη στρατηγική συμμαχία.
- Σύνδεση με το Άρθρο 42.7 της ΕΕ: Κατά την υπογραφή της νέας συμφωνίας, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη ρητή σύνδεση της διμερούς ρήτρας με το Άρθρο 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ. Οι δύο ηγέτες υπογράμμισαν ότι η ελληνογαλλική ρήτρα λειτουργεί πλέον ως ο επιχειρησιακός «βραχίονας» της ευρωπαϊκής αμυντικής συνδρομής, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Εμανουέλ Μακρόν ως «αδιαπραγμάτευτη».
- Πολιτική Δέσμευση: Η ανανέωση του 2026 συνοδεύτηκε από μια πιο κατηγορηματική δήλωση του Γάλλου Προέδρου: «Αν απειληθείτε, είμαστε εδώ». Αυτό ενισχύει το πνεύμα του Άρθρου 2, το οποίο ορίζει ότι τα μέρη θα παρέχουν συνδρομή «με όλα τα κατάλληλα μέσα», συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής ισχύος.
- Διεύρυνση Πεδίου: Παρόλο που η ρήτρα αμυντικής συνδρομής παραμένει ο πυρήνας, η νέα συμφωνία επεκτείνεται σε τομείς όπως η κυβερνοασφάλεια και η προστασία κρίσιμων υποδομών, προσφέροντας ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας έναντι σύγχρονων υβριδικών απειλών που δεν καλύπτονταν επαρκώς το 2021.
Μπορεί καθ’ ημάς η ελληνογαλλική στρατηγική συνεργασία με την ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής (δείτε εδώ τα συγκεκριμένα άρθρα) να προσεγγίζεται έναντι μίας μελλοντικής επίθεσης της Τουρκίας, όμως φαίνεται ότι είναι κάτι περισσότερο. Ίσως Ελλάδα και Γαλλία, με αυτή την συμφωνία που αποκτά χρονικό (επ΄ αόριστον) και στρατηγικό βάθος, να συντελέσουν στην επιτάχυνση των διαδικασία για την ευρωπαϊκή κοινή άμυνα και την στρατηγική αυτονομία της ΕΕ από τις Ηνωμένες Πολιτείες.