Après Macron?
✨Η ανανεωμένη στρατηγική συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας περιλαμβάνει ρητή δέσμευση για γαλλική στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση απειλής της ελληνικής κυριαρχίας.
✨Ο Μακρόν επιδιώκει ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αλλά η πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία ενδέχεται να επηρεάσει τη συνέχεια αυτής της πολιτικής.
✨Η πιθανότητα πολιτικής κρίσης ή ακροδεξιάς προεδρίας στη Γαλλία μπορεί να αμφισβητήσει τη στρατηγική συνεργασία και τη σχέση ΕΕ-ΗΠΑ που προωθεί ο Μακρόν.
✨Η Ελλάδα πρέπει να ενισχύει πρωτογενώς την άμυνά της και τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από ξένες εγγυήσεις.
Η ρητή και κατηγορηματική δέσμευση του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας από την Αθήνα πώς εάν απειληθεί η κυριαρχία της Ελλάδας η Γαλλία θα σπεύσει να συνδράμει (και στρατιωτικά), στο πλαίσιο της ανανεωμένης συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών αποτελεί, αναμφίβολα, σημαντική εξέλιξη. Και ως τέτοια δικαίως μας ικανοποίησε, όσον αφορά το γεωπολιτικό αποτύπωμα που έχει για τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή και εύλογα προκάλεσε την αντίδραση Τούρκων αξιωματούχων και μέσων ενημέρωσης στη γείτονα.
Είναι αλήθεια πώς ο Εμμανουέλ Μακρόν διακρίνεται για τις προσπάθειές του να αποκτήσει η ΕΕ στρατηγικό βάθος και να αποκτήσει κοινή άμυνα και εξωτερική πολιτική με αυτονομία από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ιδιαίτερα όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αποσύρει τις εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ευρώπη και επιχειρεί να καταστήσει τους ευρωπαίους συμμάχους και το ίδιο το ΝΑΤΟ σε προσάρτημα των δικών του γεωπολιτικών σχεδιασμών.
Είθισται, τέτοιου είδους συμφωνίες στρατηγικής συνεργασίας να έχουν μακροχρόνια ισχύ και να δεσμεύουν διμερώς τις συμβαλλόμενες χώρες, έτι δε περαιτέρω όταν -όπως στην περίπτωση της ελληνογαλλικής συμφωνίας- επισημαίνεται η “επ΄ αόριστον” διάρκεια, χωρίς, δηλαδή, την ανάγκη εκ νέου ανανέωσης. “Θα είμαστε δίπλα σας”, είπε από την Αθήνα ο Γάλλος πρόεδρος και αυτή η δέσμευση για την ρήτρα συνδρομής δείχνει πώς θεωρεί την στρατηγική συμφωνία με την Ελλάδα ως υπόδειγμα για το σχέδιο στρατηγικής αυτονομίας για την ΕΕ.
Όμως δεν πρέπει να υποτιμάται πώς ο Εμανουέλ Μακρόν έχει εισέλθει στον τελευταίο χρόνο της προεδρικής θητείας του και πώς στην εσωτερική (γαλλική) πολιτική σκηνή είναι ένας αμφισβητούμενος και αδύναμος πρόεδρος που δύσκολα μπορεί να εγγυηθεί την συνέχεια της δικής του ευρωπαϊκής πολιτικής. Κάτι που είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί καθ’ ημάς, αφού οι βασικές πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν την εξουσία (Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ, κόμμα Τσίπρα) έχουν δώσει δείγματα γραφής υπέρ αυτής της συνεργασίας και αυτού του ευρωπαϊκού δρόμου.
Στις Γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027 είναι πιθανό να μην κλείσει μόνο ο πολιτικός κύκλος του Μακρόν αλλά και η στρατηγική του για την εξωτερική πολιτική και την άμυνα της Ευρώπης και η σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό το φως της τακτικής διάσπασης της Δύσης που προωθεί ο Τραμπ.
Εφόσον, δε, η Γαλλία βυθιστεί σε μία μακρά πολιτική κρίση με την αδυναμία των κεντρώων και κεντροαριστερών πολιτικών δυνάμεων να συμφωνήσουν σε λύση και πρόσωπο διακυβέρνησης, κι’ ακόμα χειρότερα εάν στα Ηλύσια Πεδία βρεθούν η Μαρίν Λεπέν ή ο Ζορντάν Μπαρντελά, το στρατηγικό- ευρωπαϊκό οικοδόμημα του Μακρόν ίσως καταρρεύσει.
Σε διμερές πλαίσιο, οι υπογραφές στην ανανεωμένη συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας Μητσοτάκη- Μακρόν μπορεί να είναι ανεξίτηλες, πολιτικά, όμως, δεν αποτελούν εγγύηση. Μία προεδρία της ακροδεξιάς στο Παρίσι είναι μάλλον βέβαιο ότι θα αμφισβητήσει το σύνολο της στρατηγικής ματιάς του σημερινού Γάλλου προέδρου για την ίδια την Ευρώπη και τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κι αυτό εμμέσως αλλά σαφώς μας αφορά.
Δύο συμπεράσματα: πρώτον, όσοι επισημαίνουν πόσο επικίνδυνο είναι για την Ευρώπη η επικράτηση της ακροδεξιάς με κυβερνητικό ή ρυθμιστικό ρόλο σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν απόλυτα δίκιο, και, δεύτερον, η Ελλάδα οφείλει να οχυρώνει πρωτογενώς τα γεωπολιτικά της συμφέροντα -της άμυνας προεξάρχουσας- στην περιοχή μας, χωρίς να εξαρτάται από την συνδρομή οιουδήποτε.