Αλλάζει η πολιτική μας κουλτούρα;

Αλλάζει η πολιτική μας κουλτούρα;
💡 AI Summary by Libre

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση και ο πρωθυπουργός πρότεινε ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή για την αντιμετώπισή του.

Η κυβέρνηση αποδίδει τις παθογένειες στον πελατειασμό στην "παλαιά Ν.Δ.", ενώ η αντιπολίτευση αναγνωρίζει ιστορικά προβλήματα σε όλα τα μεγάλα κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ.

Παρά την ψηφιοποίηση του κράτους, η σχέση βουλευτή-ψηφοφόρου παραμένει ισχυρή και αναγκαία για την προώθηση τοπικών και προσωπικών αιτημάτων.

Τα κόμματα έχουν ιστορική συνέχεια και η πολιτική κουλτούρα αλλάζει με νόμους, ενώ η διαφθορά σχετίζεται συχνά με την ανοχή της κομματικής ηγεσίας.

Ο πολιτικός κρότος για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την φερόμενη εμπλοκή με διαβαθμίσεις ως προς το κατηγορητήριο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μελών της Κ.Ο της Ν.Δ ανάγκασε τον πρωθυπουργό να επιχειρήσει “φυγή προς τα μπρος” με την εισήγησή του για το ασυμβίβαστο της ιδιότητας υπουργού-βουλευτή.

Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση υιοθετήθηκε, μάλιστα, η άποψη ότι για τις παθογένειες του πελατειακού κράτους και των ρουσφετιών ευθύνεται η “παλαιά Ν.Δ”, σε αντιδιαστολή με την εποχή της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και την εφαρμοζόμενη ψηφιοποίηση του κράτους που, κατά την συγκεκριμένη προσέγγιση, αναιρεί και αφοπλίζει τα ρουσφέτια.

Κυβερνητικά στελέχη αντικρούουν, παράλληλα, τις κατηγορίες της αντιπολίτευσης δια της παραπομπής στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ που, όπως λέγεται, είναι συνυφασμένη με τον πελατειασμό, την ευνοικοκρατία και τις λογής λογής εξυπηρετήσεις του πολιτικού με τον ψηφοφόρο. Η αξιωματική αντιπολίτευση αξιοποιεί κι αυτή περίπου το ίδιο επιχείρημα λέγοντας πώς η σημερινή κομματική του ανθρωπογεωγραφία και προσωπικά ο Νίκος Ανδρουλάκης ουδεμία σχέση έχουν με το “παλαιό ΠΑΣΟΚ”.

Υπ’ αυτή την έννοια, η παλαιότερη εκδοχή των κομμάτων αποτελεί πλέον ένα “μουσειακό είδος” και η σύγχρονη είναι άμωμη και άσπιλη. Προς επίρρωσην, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος έγραψε και σχετικό άρθρο με τίτλο-σύνθημα “Κοινωνία των Πολιτών και όχι Κοινωνία των Πελατών“, κάτι που εξόργισε αυτήν ακριβώς την παλαιά κομματική και κοινοβουλευτική φρουρά καθώς θεωρήθηκε πώς διαχωρίζει το κακοφορμισμένο από τον πελατειασμό σώμα από την κεφαλή της σημερινής ηγεσίας.

Αν, ωστόσο, η ψηφιοποίηση του κράτουςαναμφίβολα μία από τις κυβερνητικές επιτυχίες– μπορεί να καταργήσει τον δεσμό του πολιτικού-πάτρωνα με τον ψηφοφόρο-πελάτη, τότε δεν υπάρχει λόγος να συζητάμε. Δεν ισχύει όμως. Από την άλλη όμως πάρα πολλοί βουλευτές διαφωνούν διαρρήδην με τα περί “ασυμβίβαστου” και λένε πώς “δεν θα κλείσουν τα γραφεία τους” ως υπουργοί σε κατάσταση αναστολής της βουλευτικής ιδιότητας και επισημαίνουν τον κίνδυνο να διαρραγεί η σχέση τους με τους πολίτες.

Όπως έχουμε επισημάνει, ωστόσο, ακόμα και σε πιό ψηφιακά προηγμένα πολιτικά συστήματα (π.χ Βρετανία) αυτός ο δεσμός του βουλευτή με τον ψηφοφόρο παραμένει ισχυρός και χρήσιμος, ιδιαίτερα όταν ανάμεσα στον δεύτερο και την πρόσβαση στο κράτος ορθώνεται συχνά μία ψυχρή και αναποτελεσματική γραφειοκρατία. Οι βουλευτές επιδιώκουν πάντοτε την όσο το δυνατόν πιό προσωπική σχέση με τους ψηφοφόρους τους και οι τελευταίοι θα επιδιώκουν πάντοτε να αξιοποιούν αυτή τη σχέση για να προωθήσουν υπαρκτά, αθώα ή λιγότερο αθώα αιτήματα.

Για παράδειγμα, στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είδαμε ακριβώς αυτή την κακή εκδοχή του πελατειασμού και αυτό δεν αφορά μόνο την διερευνώμενη τυχόν εμπλοκή βουλευτών και πρώην υπουργών αλλά πολλές άλλες σκαστές παρανομίες διασπάθισης ενωσιακών κονδυλίων που, ας μην κρυβόμαστε, πάτησαν πάνω στη σχέση των απατεώνων με κόμματα και κράτος. Πάντοτε, λοιπόν, θα υπάρχουν αφορμές για αυτές τις “παθογένειες”.

Όμως, αυτό δεν μπορεί να αναιρέσει την σχέση βουλευτή- ψηφοφόρου και μάλλον δεν πρέπει και δεν μπορεί να την αναιρέσει, υπό την έννοια ότι ο δεύτερος δεν θα ψηφίζει τον πρώτο μόνο για την καλλιέπειά του αλλά και για το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να παρεμβαίνει στην κεντρική διοίκηση για την προώθηση τοπικών και προσωπικών αιτημάτων. Εναπόκειται και θα εναπόκειται πάντα στον βουλευτή να αποφασίσει “κατά συνείδηση” για το τι είναι δίκαιο και σωστό και τι όχι. Για το τι συνιστά, εν τέλει, “λαϊκό” και όχι “λαϊκίστικό”, νόμιμο και όχι παράνομο.

Ως εκ τούτου, τα κόμματα δεν χωρίζονται σε περιόδους. Δεν είναι τα “παλαιά” και κακά από τη μία, και τα “νέα” και ηθικά από την άλλη. Έχουν ιστορική συνέχεια, όπως μνήμη έχουν και οι ψηφοφόροι. Την πολιτική κουλτούρα την αλλάζουν οι νόμοι και οι συνθήκες και τα φαινόμενα διαφθοράς και συναλλαγής δεν αφορούν μόνο την πρώτη βαθμίδα της σχέσης των κομμάτων με τους ψηφοφόρους. Φτάνουν στην ενορχήστρωση, μερικές φορές, ή στην ανοχή που επιδεικνύει η κορυφή. Εκεί όπου βρίσκονται οι “παιδαγωγοί”.

Σχετικά Άρθρα