• 31 Οκτωβρίου, 2020

Μια πολύ σοβαρή ήττα…

 Μια πολύ σοβαρή ήττα…

Ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ ήταν ο τελευταίος Ευρωπαίος αξιωματούχος που βρέθηκε επίσημα στην Τουρκία. Μόλις πριν μερικές ημέρες. Όπως έχω σημειώσει από το libre, ο Μπορέλ συνάντησε τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου και άλλους κεντρικούς “παίκτες” στην τουρκική πρωτεύουσα με εξουσιοδότηση της Άνγκελα Μέρκελ και στο πλαίσιο μιας ευρωγερμανικής πρωτοβουλίας αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και της έναρξης απευθείας διαλόγου.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Προφανώς πέραν της εντολής που είχε λάβει (;), ο Μπορέλ συζήτησε με τον Τσαβούσογλου τρόπους επίλυσης των “ελληνοτουρκικών διαφορών”(!), μεταξύ των οποίων τον “διαμοιρασμό των φυσικών πόρων” και –όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενο των απομαγνητοφωνημένων δηλώσεών του που απέστειλε η πρεσβεία μας στην Άγκυρα στα κεντρικά του υπουργείου Εξωτερικών– τα “χωρικά ύδατα”, κάτι καινοφανές, δεδομένου ότι πόρρω απέχει από την μία και μοναδική διαφορά που παγίως δέχεται η ελληνική διπλωματία εδώ και δεκαετίες (υφαλοκρηπίδα και κατ’ επέκταση ΑΟΖ).

Δείτε σχετικό εκτενές ρεπορτάζ του libre

Ο “μειλίχιος” λόγος του Μεβλούτ Τσαβούσογλου σε αυτές τις συναντήσεις δημιούργησε σε κάποιους στην Αθήνα εντυπώσεις περί μιας πιθανής τουρκικής μετακίνησης στο πεδίο της μείωσης της έντασης και του διαλόγου, ακόμα και της επανέναρξης διερευνητικών επαφών. Αφελώς και ανοήτως.

Σχεδόν παράλληλα με την επίσκεψη Μπορέλ –επιμένω: με εντολή Μέρκελ και στο πλαίσιο της γερμανικής προεδρίας– με διαμεσολάβηση, πάλι, του Βερολίνου υπήρξε, μετά από πολύ καιρό, τηλεφωνική επικοινωνία του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν. Η επίσημη ενημέρωση του κυβερνητικού εκπροσώπου στην Αθήνα έκανε λόγο για την ανάγκη να κρατηθούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας ώστε να ελέγχεται η ένταση πάνω από το Αιγαίο.

Κι ενώ οι διπλωματικές υπηρεσίες στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και την Αθήνα προετοιμάζονταν (…) για τα σενάρια μιας πιθανής προσέγγισης με την Τουρκία, οι υπερπτήσεις πάνω από νησιά του Αιγαίου συνεχίστηκαν και, μόλις χθες, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Άγκυρα αποφάσισε την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί και ο ίδιος ο Ερντογάν με διάγγελμά του προανήγγειλε την πρώτη “προσευχή” στον νέο λατρευτικό χώρο για τις 24 Ιουλίου.

Είναι αυτονόητο πως πρόκειται για μια παταγώδη αποτυχία της διαμεσολάβησης Μέρκελ και ένα προσωπικό “ναυάγιο” του Μπορέλ. Ο Ταγίπ Ερντογάν, όχι μόνο δεν υιοθετεί, όπως ήλπιζαν ορισμένοι, μια τακτική αποκλιμάκωσης της έντασης αλλά την κλιμακώνει έτι περαιτέρω επιλέγοντας, μάλιστα, να προσβάλλει το εμβληματικό σύμβολο της Αγίας Σοφίας. Να προχωρήσει σε μια επίδειξη ισχύος παρά τις εκκλήσεις και προτροπές διεθνών φορέων και οργανισμών, ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και εκκλησιαστικών ηγετών.

Η ελληνική διπλωματία κατελήφθη εξ απήνης- αν και δεν θα έπρεπε. Η προσπάθεια της κυβέρνησης για ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας κατέρρευσε σε λίγα εικοσιτετράωρα και ο πρωθυπουργός βρίσκεται στην δύσκολη θέση να μετατρέπεται επί των ημερών του η Αγία Σοφία σε τζαμί. Και μαζί κατέρρευσαν και οι απόψεις ορισμένων που θεωρούν πως η Ελλάδα είναι αυτή που πρέπει να “δαμάσει” τις μαξιμαλιστικές της θέσεις επί θεμάτων της ελληνοτουρκικής ατζέντας.

Η διαχείριση αυτής της μείζονος εξέλιξης από το εγχώριο πολιτικό σύστημα –πρωτίστως από την κυβέρνηση– αποδεικνύεται αμήχανη και ο αιφνιδιασμός αδικαιολόγητος. Κάποιες φωνές καθοδηγούν το “blame game” στην πολιτική κατάσταση στην Τουρκία και προσπαθούν να εξηγήσουν την προκλητική κίνηση Ερντογάν με εσωτερικούς λόγους, την πίεση που υφίσταται, δηλαδή, ο Τούρκος πρόεδρος, και την προσπάθειά του να αποπροσανατολίσει από την οικτρή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Είναι μια βολική άποψη, ακόμα και εάν εν μέρει είναι ακριβής. Δεν δικαιολογεί, ωστόσο, σε καμία περίπτωση την αδυναμία της Αθήνας να προβλέψει κάτι που θα έπρεπε να θεωρεί ως πιθανότατο σενάριο (τα μηνύματα υπήρχαν και ήταν σαφή) και κυρίως να το προλάβει με μια ουσιαστική και υψηλών τόνων διεθνή κινητοποίηση.

Επί ένα χρόνο ο Ερντογάν δοκιμάζει τις ελληνικές αντιδράσεις. Όπως μετά τις δύο συναντήσεις του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πέρυσι το φθινόπωρο (Νέα Υόρκη, Λονδίνο) ακολούθησε ραγδαία κλιμάκωση με το τουρκικολιβυκό σύμφωνο, τις προκλητικές δηλώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, την προαναγγελία γεωτρήσεων, το Oruc Reis εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, και το προσφυγικό με κατάληξη στην επιχείρηση παραβίασης των συνόρων στον Έβρο, έτσι και τώρα, μετά την συνομιλία του με τον πρωθυπουργό, ο Τούρκος πρόεδρος προχωρά στην μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Καμία προσπάθεια μείωσης της έντασης δεν απέδωσε, το αντίθετο εκδηλώθηκε μεγαλύτερη κλιμάκωση.

Για να προλάβω ορισμένους, τα παραπάνω δεν οδηγούν σε μια “πολεμικού τύπου” αλλαγή της ελληνικής στάσης, απαιτούν, όμως μια γενναία αλλαγή στρατηγικής. Δεν κλείνουμε, δηλαδή, τους διαύλους, πρέπει, ωστόσο, να μην θεωρούμαστε δεδομένοι και να μην παραβλέπουμε πως οι συμμαχίες μας στην Ε.Ε και τις ΗΠΑ δεν αποδίδουν και πως οι εταίροι μας κλείνουν πονηρά το μάτι στην Άγκυρα. Κάτι πρέπει να αλλάξει…

Είναι προφανές πως σε αυτό το διάστημα, ο Ερντογάν διέκρινε την αμηχανία και την υποκριτική στάση της Ε.Ε και των ΗΠΑ έναντι της Ελλάδας. Οι αποφασισμένες κυρώσεις –από πέρυσι τον Ιούνιο– για τις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ και το Αιγαίο, όχι μόνο δεν υλοποιήθηκαν ποτέ αλλά έφυγαν από το τραπέζι καθώς η Ελλάδα έπαψε και να τις επισημαίνει και να τις διεκδικεί. Η δε πολυδιαφημισμένη αμερικανική πρωτοβουλία που εξαγγέλθηκε από τον Μάϊκ Πομπέο, μετά την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, ουδέποτε υλοποιήθηκε. Η χθεσινή ανακοίνωση του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ, δε, για την Αγία Σοφία αποτελεί μνημείο υποκρισίας και δείχνει πως ο Τούρκος πρόεδρος ποντάρει στην στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ και στην ακλόνητη προσωπική τους σχέση, κάτι που δεν πρόκειται να αλλάξει εφόσον ο Αμερικανός πρόεδρος επανεκλεγεί στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Με την δήλωσή του ο πρωθυπουργός τονίζει πως η απόφαση Ερντογάν επηρεάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και εκείνες της Ε.Ε με την Τουρκία. Για το δεύτερο δεν πρέπει να είναι καθόλου βέβαιος. Εάν η Μέρκελ ήθελε να αποφύγει την πρόκληση Ερντογάν για την Αγία Σοφία θα μπορούσε τουλάχιστον αν είχε θέσει το ζήτημα δια του Ζοζέπ Μπορέλ, ή, ακόμα περισσότερο, η ίδια με ένα τηλεφώνημα στον Τούρκο πρόεδρο. Δεν το έπραξε.

Ο Αλέξης Τσίπρας και τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούν διεθνή κινητοποίηση. Ορθώς, αλλά είναι μάλλον αργά. Ο Ερντογάν δεν πρόκειται να ανατρέψει μια απόφαση που έντυσε με ένα διάγγελμα προς τους ψηφοφόρους του και με έναν συμβολισμό για την ακύρωση, μετά από 85 χρόνια, μιας απόφασης του Κεμάλ Ατατούρκ.

Η διεθνής κινητοποίηση έπρεπε να είχε προηγηθεί. Και η Τουρκία έπρεπε να είχε αισθανθεί την ευρωπαϊκή και αμερικανική πίεση με τις κυρώσεις ενεργές. Ο πρωθυπουργός δε αντί να απολαμβάνει τις δημοσκοπήσεις που επιβεβαιώνουν την ηγεμονία του και να προκαλεί συγκρούσεις με την αντιπολίτευση και την κοινωνία για το νομοσχέδιο περί συναθροίσεων, θα μπορούσε να είχε επικοινωνήσει εγκαίρως με τους ισχυρούς παγκόσμιους παίκτες. Από τον Τραμπ, την Μέρκελ και τον Μακρόν, μέχρι τον Πούτιν και τον Κινέζο πρόεδρο. Να ασκηθούν εγκαίρως πιέσεις στον Ερντογάν και να αποφευχθεί η προσβολή στο σύμβολο του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Και να αναληφθεί τώρα πρωτοβουλία από την μάλλον “απούσα” σε αυτά τα θέματα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και την συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων.

Όσο κι αν επιχειρηθεί επικοινωνιακός αποπροσανατολισμός με…Καλογρίτσες και άλλα τινά, η υπόθεση της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι μια πολύ σοβαρή απώλεια και μια ήττα της ελληνικής διπλωματίας. Στο πεδίο, δε, μιας πιθανής μελλοντικής προσπάθειας διαλόγου με την Τουρκία, καθίσταται ακόμα πιο προφανές πως ο Ερντογάν έχει πλέον βάλει σχεδόν τα πάντα πάνω στο τραπέζι…

Υ.Γ Σημειώνω πως οι μισές περίπου από τις ελληνικές εφημερίδες σήμερα (Σάββατο) υποβαθμίζουν το θέμα της Αγίας Σοφίας, οι δε “δραστήριες” κατά τα άλλα οργανώσεις που πρωταγωνίστησαν στα συλλαλητήρια για την Μακεδονία δεν έχουν ακόμα εξέλθει από την πρώϊμη θερινή ραστώνη. Η σιωπή και ο αποπροσανατολισμός είναι βενζίνη στη φωτιά…

Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο libre.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα.