• 24 Οκτωβρίου, 2021

Μαγιορκίνης στο libre: Η συζήτηση για την 3η δόση δεν έχει κλείσει, ίσως πέφτει η ανοσία

 Μαγιορκίνης στο libre: Η συζήτηση για την 3η δόση δεν έχει κλείσει, ίσως πέφτει η ανοσία

Ερώτηση για το κλίμα αμφισβήτησης που προκαλείται από τη συζήτηση για τις ενισχυτικές δόσεις του εμβολιασμού κατά του SARS-COV-2 –όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς– το οποίο ενισχύεται μετά και τις ανακοινώσεις των αμερικανικών εταιρειών Pfizer και Moderna, οι οποίες πρόσφατα δήλωσαν ότι η προστασία των εμβολίων τους Covid-19 εξασθενεί με τον χρόνο, έθεσε το libre, κατά τη χτεσινή ενημέρωση από το υπουργείο Υγείας.

Της Ρούλας Σκουρογιάννη

Ειδικότερα, οι αμερικανικές εταιρείες Pfizer και Moderna ανακοίνωσαν ότι η προστασία που παρέχουν τα αντίστοιχα εμβόλια τους κατά του κοροναϊού, φαίνεται να εξασθενεί, λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωση του εμβολιασμού.

  • Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι μειώνεται έξι έως οκτώ μήνες μετά τη δεύτερη δόση. Η ανακοίνωση αυτή δε φαίνεται τυχαία, καθώς στη σκέψη πολλών συνδυάζεται έρχεται με το γεγονός ότι η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ ετοιμάζεται να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει ένα ευρύτερο πρόγραμμα ενισχυτικών-αναμνηστικών δόσεων.

Σύμφωνα με τους Financial Times και το πρακτορείο Reuters, η Pfizer παρουσίασε μελέτη του ιατρικού κέντρου Kaiser Permanente της Νότιας Καλιφόρνιας, που δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου της τείνει να εξασθενήσει φυσικά όσο περνάει ο καιρός, «άσχετα με τις μεταλλάξεις του κοροναϊού» και όχι ως συνέπεια του στελέχους Δέλτα.

Διευκρινίζει, μάλιστα, η συγκεκριμένη έρευνα, πως η ανοσιακή προστασία του εμβολίου μειώνεται έξι έως οκτώ μήνες μετά τη δεύτερη δόση. Η εταιρεία επικαλέστηκε, επίσης, στοιχεία άλλης ισραηλινής μελέτης, σύμφωνα με την οποία η τρίτη δόση αποκαθιστά την αποτελεσματικότητα του εμβολίου στο 95%.

  • Κάτι ανάλογο συνέβη και με την εταιρεία Moderna, η οποία παρουσίασε στοιχεία μεγάλης κλινικής δοκιμής της, σύμφωνα με τα οποία η προστασία του εμβολίου της εξασθενεί διαχρονικά, και για αυτό είναι χρήσιμη μια έξτρα ενισχυτική δόση. Η μελέτη βρήκε μεγαλύτερα ποσοστά λοιμώξεων Covid-19 μεταξύ όσων είχαν εμβολιαστεί πρώτοι πριν 13 μήνες, σε σύγκριση με όσους εμβολιάστηκαν πριν οκτώ μήνες.

Ωστόσο, μια δεύτερη μελέτη, σε συνεργασία με το σύστημα υγείας Kaiser Permanente, η οποία συνέκρινε περίπου 352.000 πλήρως εμβολιασμένους με Moderna, με ανάλογο αριθμό μη εμβολιασμένων, βρήκε ότι το εμβόλιο της, ακόμη και εν μέσω εξάπλωσης της Δέλτα, παρέμεινε αποτελεσματικό κατά 87% έναντι της λοίμωξης Covid-19 και 96% έναντι του κινδύνου νοσηλείας.

Ο πρόεδρος της Moderna, Στέφεν Χόουτζ, δήλωσε ότι «καθώς έρχεται το φθινόπωρο και ο χειμώνας, αναμένουμε ότι η εκτιμώμενη εξασθένηση της ανοσίας μπορεί να οδηγήσει σε 600.000 πρόσθετες περιπτώσεις Covid-19», αν και δεν έκανε εκτίμηση πόσα από αυτά τα περιστατικά μπορεί να είναι σοβαρά και θα χρήζουν νοσηλείας. Πρόσθεσε ότι: «οι ενισχυτικές δόσεις θα μειώσουν τα περιστατικά Covid-19. Επίσης πιστεύουμε ότι μια τρίτη δόση έχει την ευκαιρία να επεκτείνει σημαντικά την ανοσία καθ’ όλο το επόμενο έτος».

Ειδικά για τη Moderna, τα στοιχεία που παρουσιάζει για την «εξασθένηση» της προστασίας του εμβολίου έρχονται σε αντίθεση με πρόσφατες μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες το εμβόλιο της εταιρείας παρέχει μεγαλύτερης διάρκειας προστασία έναντι εκείνου των Pfizer/BioNTech.

Όλα αυτά έρχονται στο φως της δημοσιότητας την ώρα που η συμβουλευτική επιτροπή του FDA συνεδριάζει, σήμερα Παρασκευή, για να αποφασίσει αν θα συστήσει ενισχυτικές δόσεις και σε ποια τμήματα του πληθυσμού, μία απόφαση που αναμένεται με έντονο ενδιαφέρον και ενώ τόσο η Pfizer όσο και η Moderna έχουν καταθέσει αιτήματα για διενέργεια τρίτης δόσης. Να υπενθυμίσουμε ότι ο FDA έχει ήδη εγκρίνει έξτρα δόσεις εμβολίων mRNA σε όσους έχουν ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα λόγω κάποιας ιατρικής αιτίας.

Βασισμένη σε αυτά τα δεδομένα ήταν η ερώτηση που έθεσε το libre, στον επίκουρο Καθηγητή Επιδημιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Γκίκα Μαγιορκίνη, σχετικά με τη σύγχυση και την αβεβαιότητα που μπορούν να προκαλέσουν στον πολίτη οι αντιφάσεις των δεδομένων των πολιτών, ρωτώντας, επίσης, για το πού βρίσκεται η αλήθεια σχετικά με τη διάρκεια της προστασίας των εμβολίων στο γενικό πληθυσμό (και όχι σε ειδικές κατηγορίες όπως στα ανοσοκατεσταλμένα άτομα).

  • «Το θέμα με την τρίτη δόση είναι κάτι το οποίο ακόμα το εξετάζουμε και τα δεδομένα λένε κατ’ αρχάς ότι μπορεί να πέφτει, ίσως να πέφτει σε ένα ποσοστό –όχι πολύ μεγάλο– η προστασία που προσφέρουν. Ίσως όμως. Δεν έχουμε ένα ισχυρό «ναι» να πούμε ότι όντως πέφτει σημαντικά», εξήγησε, απαντώντας ο κ. Μαγιορκίνης.

Και πρόσθεσε:

«Και επειδή το πιο σημαντικό κομμάτι φαίνεται ότι διατηρείται, δηλαδή το κομμάτι που αφορά την προστασία από θάνατο και την προστασία από το να μπούμε στο νοσοκομείο, αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζεται τόσο σημαντικά για το γενικό πληθυσμό, τουλάχιστον με τις μελέτες που βλέπουμε μέχρι στιγμής.

Μπορεί να πέφτει το ποσοστό της πιθανότητας να κολλήσουμε το οποίο, έτσι και αλλιώς γνωρίζουμε ότι τα εμβόλια δεν προσφέρουν αποστειρωτική ανοσία.

Οπότε, είμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο να κατανοήσουμε κατά πόσο η τρίτη δόση θα είναι χρήσιμη στο γενικό πληθυσμό στη φάση της πανδημίας που είμαστε τώρα ή όχι.

Ίσως, να είναι πιο χρήσιμο σε μια έξαρση της πανδημίας να δώσουμε ενισχυτικές δόσεις. Δηλαδή γίνεται και αυτή η συζήτηση με σκοπό να ρίξουμε το RT.

Σε κάθε περίπτωση, τα δεδομένα συγκλίνουν ότι είναι χρήσιμο στους ανθρώπους, οι οποίοι μάλλον δεν έχουν μεγάλη αποτελεσματικότητα από το αρχικό σχήμα και αυτοί είναι οι ανοσοκατεσταλμένοι και οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας.

Η συζήτηση συνεχίζεται, δεν έχει κλείσει, οπότε είναι κάτι το οποίο το συζητάμε, βλέπουμε τα δεδομένα. Μην ξεχνάμε ότι τα εμβόλια εγκρίθηκαν πρόσφατα σχετικά, οπότε θα πρέπει να συνεχίσουμε να βλέπουμε, σε βάθος χρόνου, πόση είναι η ανοσία τους. Δεν ξέρουμε, μπορεί σε 12 μήνες να χρειάζεται σίγουρα η ενισχυτική δόση, υποθετικά μιλώντας.

Αλλά αυτή τη στιγμή, υπάρχει μια ισορροπία, λεπτή ισορροπία, την οποία θα πρέπει να δούμε προσεκτικά και να αναλύσουμε τα δεδομένα. Νομίζω είναι ακόμα νωρίς για να βγάλουμε συμπέρασμα».