• 25 Σεπτεμβρίου, 2020

Γ. Κατρούγκαλος στο libre: Ήρθε η ώρα για Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας

 Γ. Κατρούγκαλος στο libre: Ήρθε η ώρα για Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας

«Δεν ξέρω έως πού μπορεί να φτάσει ο τακτικισμός» του Ρ.Τ. Ερτνογάν δηλώνει στο libre.gr. ο Γιώργος Κατρούγκαλος. Εξάλλου, «η Τουρκία μέχρι στιγμής δεν έχει δείξει ενδείξεις ότι επιδιώκει αποκλιμάκωση», αναφέρει επίσης με την ταυτόχρονη επισήμανση ότι η Τουρκία έχει το χρονικό περιθώριο να κλιμακώσει περισσότερο τις προκλήσεις της ως το επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συνέντευξη στον Νίκο Παπαδημητρίου

Ταυτοχρόνως ο τομεάρχης Εξωτερικών και βουλευτής Βόρειου Τομέα Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ –Προοδευτική Συμμαχία καλεί την κυβέρνηση «να λέει πάντα την αλήθεια στον ελληνικό λαό», αφού την κατηγορεί ότι «σε αρκετές περιπτώσεις η Νέα Δημοκρατία συσκότισε συνειδητά το χαρακτήρα των τουρκικών προκλήσεων, για να συγκαλύψει  την αδυναμία της να τις προλάβει ή να τις αποκρούσει».

Για τον Γ. Κατρούγκαλο, το σημαντικότερο όμως είναι ότι «η εξωτερική πολιτική της ΝΔ χαρακτηρίζεται από ένα κενό στρατηγικής, τόσο σε επίπεδο διπλωματίας, όσο και αποτροπής, που βλάπτει τη χώρα και πρέπει άμεσα να καλυφθεί. Η κυβέρνηση τρέχει κάθε φορά, αντανακλαστικά και αμυντικά, πίσω από κάθε επιθετική κίνηση της Τουρκίας, χωρίς σχέδιο και πρωτοβουλία».

Για τούτο και ζητά άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, «για να υπάρξει εθνική συνεννόηση και εθνική ενότητα στην πράξη», αλλά και δημιουργία Συμβουλίου Ασφαλείας. «Η Νέα Δημοκρατία, πρόχειρη και στο επίπεδο αυτό, πράγματι σύστησε θέση συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, χωρίς όμως αρμοδιότητες και χωρίς να προβλέψει και τη σύσταση σχετικού θεσμού, όπως λειτουργεί ήδη με επιτυχία σε πολλές χώρες του εξωτερικού», την εγκαλεί εν προκειμένω.

Για το θέμα των κυρώσεων, αφού θυμίζει ότι τον Ιούνιο του 2019, στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που εκπροσώπησε τη χώρα ως πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας, «λήφθηκε ομόφωνα η επί της αρχής απόφαση για κυρώσεις», από εκεί και πέρα η σημερινή κυβέρνηση ολιγώρησε, υποστηρίζει.

Για την πρόσφατη επίθεση, τέλος, που δέχθηκε από τη στήλη του Στέφανου Κασιμάτη, ο Γιώργος Κατρούγκαλος υπογραμμίζει, μιλώντας στο libre.gr. την «άμεση τοποθέτηση μεγάλου αριθμού δημοσιογράφων, πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων πολλών αντιπάλων, αλλά κυρίως των απλών πολιτών» και αποκαλύπτει ότι «ο Α. Παπαχελάς με πήρε για να μου μεταφέρει τη συγγνώμη της ‘Καθημερινής’ πριν ακόμη διογκωθεί το τσουνάμι των αντιδράσεων».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Γιώργου Κατρούγκαλου, τομεάρχη Εξωτερικών και βουλευτή Βόρειου Τομέα Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, στο libre:

-Ποια η εκτίμησή σας, κύριε υπουργέ, βαίνουμε προς περαιτέρω κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση στην ελληνοτουρκική κρίση;

Η Τουρκία μέχρι στιγμής δεν έχει δείξει ενδείξεις ότι επιδιώκει αποκλιμάκωση. Αντιθέτως, αυξάνει την ένταση, τόσο με εμπρηστική ρητορική όσο και με έμπρακτες ενέργειες, όπως οι διαδοχικές NAVTEX  και η συνεχιζόμενη για πολλές ημέρες αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υφαλοκρηπίδας μας από τις έρευνες του Oruc Reis. Μάλιστα, το γεγονός ότι το επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που μπορεί να αποφασίσει κυρώσεις σε βάρος της, δεν πρόκειται να συνεδριάσει πριν από το τέλος του μήνα, της δίνει χρονικό περιθώριο να κλιμακώσει περισσότερο τις προκλήσεις της.

Για το λόγο αυτό ασκήσαμε κριτική στην πολύ μεγάλη καθυστέρηση της κυβέρνησης να αναλάβει πρωτοβουλίες στην ΕΕ για την αποκλιμάκωση, μετατρέποντας τις κόκκινες γραμμές μας σε ευρωτουρκικές, στο πλαίσιο μιας διττής τακτικής καρότου και μαστίγιου: αυστηρές κυρώσεις για να μετρά η Άγκυρα το κόστος πριν προχωρήσει σε νέα επιθετική κίνηση, αλλά και προσδοκία οφελών αν ακολουθήσει αντίθετη πολιτική, π.χ. με άνοιγμα της τελωνειακής ένωσης σε νέα προϊόντα της.

-Συχνά πυκνά εγκαλείτε την ΝΔ ότι δεν πιέζει αρκετά στην κατεύθυνση της επιβολής κυρώσεων εκ μέρους της Ε.Ε. Σε μια παρτίδα κατά την οποία εμπλέκονται όλοι οι μεγάλοι παίκτες, πιστεύετε, αλήθεια, ότι η Αθήνα θα μπορούσε να διεκδικήσει κυρώσεις;

Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν και υπάρχουν αντιστάσεις για την επιβολή κυρώσεων, λόγω συγκρουόμενων συμφερόντων ή και διαφορετικών στρατηγικών. Όμως έτσι ήταν η κατάσταση και τον Ιούνιο του 2019, στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που εκπροσώπησε τη χώρα ως πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας, οπότε και λήφθηκε ομόφωνα η επί της αρχής απόφαση για κυρώσεις, εάν η Τουρκία συνέχιζε την παράνομη συμπεριφορά της. Αυτή ήταν η δυσκολότερη απόφαση, η οποία στη συνέχεια έπρεπε να εξειδικευθεί.

Η κυβέρνηση όμως ολιγώρησε, εφόσον μόνον τον Ιούλιο ο κ. Μητσοτάκης έθεσε παρόμοιο θέμα, ενώ νωρίτερα ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών κ. Βαρβιτσιώτης δήλωνε ότι είναι «στρατηγική κυβερνητική επιλογή» η μη διεκδίκηση κυρώσεων.

-Τι άλλο νομίζετε ότι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση που δεν το έχει πράξει;

Κατ’ αρχάς το αυτονόητο, να λέει πάντα την αλήθεια στον ελληνικό λαό. Σε αρκετές περιπτώσεις η Νέα Δημοκρατία συσκότισε συνειδητά το χαρακτήρα των τουρκικών προκλήσεων, για να συγκαλύψει  την αδυναμία της να τις προλάβει ή να τις αποκρούσει, για παράδειγμα πρόσφατα με τις διαρροές περί «θορύβων» που δεν επιτρέπουν τις έρευνες του Oruc Reis, παλαιότερα με τους ισχυρισμούς ότι το πήρε ο άνεμος. Προβληματικό γεγονός είναι επίσης ότι μάθαμε δύο φορές για πρωτοβουλίες διαλόγου από την Τουρκία από τρίτους, μία φορά με την τριμερή στο Βερολίνο -την οποία μάλιστα στη συνέχεια η κυβέρνηση προσπάθησε να υποβαθμίσει- και μία αυτή την εβδομάδα, με το φιάσκο με το ΝΑΤΟ.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η εξωτερική πολιτική της ΝΔ χαρακτηρίζεται από ένα κενό στρατηγικής, τόσο σε επίπεδο διπλωματίας, όσο και αποτροπής, που βλάπτει τη χώρα και πρέπει άμεσα να καλυφθεί.

Η κυβέρνηση τρέχει κάθε φορά, αντανακλαστικά και αμυντικά, πίσω από κάθε επιθετική κίνηση της Τουρκίας, χωρίς σχέδιο και πρωτοβουλία. Έχουμε υπογραμμίσει εδώ και μήνες την ανάγκη να επιστρέψουμε σε μία εθνική στρατηγική με αρχή, μέση και τέλος. Αυτό δεν το λέμε καθόλου αφηρημένα αλλά με βάση την κυβερνητική εμπειρία της περιόδου 2016-2019,  όπου και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας προασπίσαμε και σοβαρό επεισόδιο δεν υπήρξε και τον διάλογο κρατήσαμε ζωντανό, με τέσσερις επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα στην Τουρκία και μία του Τούρκου Προέδρου στην Ελλάδα.

Για να αποκτήσουμε στρατηγική χρειάζεται, πάνω από όλα, άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, για να υπάρξει εθνική συνεννόηση και εθνική ενότητα στην πράξη. Χρειάζονται όμως και οι αναγκαίοι θεσμοί που θα υπηρετήσουν τη χάραξη και εφαρμογή παρόμοιας εθνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας.

-Γιατί το λέτε αυτό; Η κυβέρνηση έχει ήδη προβλέψει θέση συμβούλου και αναπληρωτή συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας.

Η Νέα Δημοκρατία, πρόχειρη και στο επίπεδο αυτό, πράγματι σύστησε θέση συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, χωρίς όμως αρμοδιότητες και χωρίς να προβλέψει και τη σύσταση σχετικού θεσμού, όπως λειτουργεί ήδη με επιτυχία σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Έτσι όμως δεν αντιμετωπίζεται το έλλειμμα του στρατηγικού σχεδιασμού, που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων εμφανές και έχει επισημανθεί τόσο από τις περισσότερες πολιτικές δυνάμεις -και τη ΝΔ- στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, όσο και από τη διπλωματική υπηρεσία.

Εμείς ως κυβέρνηση είχαμε προβλέψει τη σύσταση παρόμοιου οργάνου και στο πλαίσιο του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών που είχε τεθεί σε διαβούλευση, αλλά δεν πρόλαβε να ψηφιστεί, και μετά τις εκλογές καταθέσαμε σχετική πρόταση νόμου. Σύμφωνα με την πρόταση μας, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, είναι συλλογικό συμβουλευτικό όργανο το οποίο θα υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό, διασυνδέοντας τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας. Έχει ως σκοπό τον σχεδιασμό ενός συγκροτημένου και λειτουργικού συστήματος στρατηγικής ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων.

-Λαμβάνοντας υπόψη τελευταίες κινήσεις όπως την ανακοίνωση του State Department ή την ενεργοποίηση του ισραηλινού παράγοντα, θα λέγατε ότι ο Ρ.Τ. Ερντογάν είναι σε χειρότερη θέση από ό,τι στην αρχή της κρίσης;

Οι μέχρι στιγμής αντιδράσεις σίγουρα δεν ήταν ικανές να πείσουν τον Πρόεδρο Ερντογάν να μη συνεχίσει να κλιμακώνει τις επιθετικές του ενέργειες, πολύ περισσότερο να ανακρούσει πρύμναν. Για το λόγο αυτό απαιτείται η συγκροτημένη στρατηγική που, όπως προανέφερα, απουσιάζει αυτή τη στιγμή.

 -Τελευταία πολλοί στη χώρα μας εμφανίζουν τον Πρόεδρο της Τουρκίας ως ένα μη λογικό, το λιγότερο, άνθρωπο. Υιοθετείτε την προσέγγιση αυτή; Θα μπορούσε, πράγματι, να έχει δώσει εντολή για βύθιση πλοίου ή κατάρριψη αεροσκάφους;

Κάθε άλλο. Η Τουρκία έχει μία συνεπή διαχρονικά αναθεωρητική στρατηγική. Το νέο στοιχείο που εισέφερε η Προεδρία Ερντογάν είναι η φιλοδοξία της Τουρκίας να καταστεί περιφερειακή δύναμη στη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο και ταυτόχρονα ναυτική, μεσογειακή δύναμη.

Παράλληλα ο Πρόεδρος Ερντογάν θέλει να γίνει ο πρωταθλητής ενός παγκόσμιου ισλαμιστικού κινήματος με πολλά ρεύματα. Τη στρατηγική αυτή, είναι αλήθεια, ότι υπηρετεί πολλές φορές με ριψοκίνδυνες κινήσεις, συχνά αδιαφορώντας για το διεθνές δίκαιο. Δεν ξέρω έως πού μπορεί να φτάσει ο τακτικισμός του αυτός. 

-Η απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη για επέκταση των χωρικών υδάτων προς δυσμάς, στα 12 ναυτικά μίλια, είναι μια σωστή απόφαση;

Η κυβέρνηση όψιμα και καθυστερημένα υιοθετεί μια κεντρική πολιτική μας απόφαση την οποία δημαγωγικά και μικροκομματικά είχε απορρίψει μόλις δύο χρόνια πριν. Προφανώς καλοδεχόμαστε την υιοθέτηση της πρότασης μας, γιατί είναι πράγματι προωθητική των εθνικών μας συμφερόντων. Για λόγους όμως αξιοπιστίας της πολιτικής, η Νέα Δημοκρατία οφείλει να εξηγήσει τους λόγους της κυβίστησης της.

-Να κλείσουμε με το γνωστό δημοσίευμα που στράφηκε εναντίον σας και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν; Το γεγονός ότι πήραν ευθέως θέση υπέρ υμών δεκάδες πολίτες, δημοσιογράφοι, ακόμη όμως και πολιτικοί του αντίπαλου κόμματος, τι μήνυμα στέλνει για την κοινωνία μας και το πολιτικό σύστημα; Και πώς το εισπράξατε εσείς προσωπικά;

Έχω βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο ακραίων επιθέσεων. Η διαφορά στην παρούσα υπόθεση έγκειται αφενός, όπως και εσείς παρατηρήσατε, στην άμεση τοποθέτηση μεγάλου αριθμού δημοσιογράφων, πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων πολλών αντιπάλων, αλλά κυρίως των απλών πολιτών. Αφετέρου στην εξίσου άμεση αντίδραση της εφημερίδας.

Ο Α. Παπαχελάς με πήρε για να μου μεταφέρει τη συγγνώμη της «Καθημερινής» πριν ακόμη διογκωθεί το τσουνάμι των αντιδράσεων. Αντιπαραβάλλω τη στάση αυτή με την αντίθετη της άλλης μεγάλης αστικής εφημερίδας, του «Βήματος», η οποία μόνον μετά την άσκηση δικαστικής αγωγής εδέησε να ζητήσει συγγνώμη για την εντελώς κατασκευασμένη και συκοφαντική σε βάρος μου κατηγορία ότι -δήθεν- έπαιρνα ως υπουργός προμήθεια για τους απολυμένους από τον κ. Μητσοτάκη που επανέφερε στο Δημόσιο ο ΣΥΡΙΖΑ.

Νομίζω ότι οι εξελίξεις αυτές δικαιολογούν μια συγκρατημένη αισιοδοξία για το μέλλον τόσο της δημοσιογραφίας όσο και της πολιτικής.