• 24 Ιουνίου, 2021

Επιστημονική Υπηρεσία Βουλής: Ενστάσεις και προβληματισμούς για τη συνεπιμέλεια

 Επιστημονική Υπηρεσία Βουλής: Ενστάσεις και προβληματισμούς για τη συνεπιμέλεια

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, εξέφρασε τους προβληματισμούς της, σχετικά με νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για τη συνεπιμέλεια των παιδιών, το οποίο συζητείται στην Ολομέλεια της Βουλής.

  • «Το συμφέρον του παιδιού είναι αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, στην έκθεση της η επιστημονική υπηρεσία, σημειώνοντας παράλληλα ότι, «χρήζουν αποσαφήνισης και ο όρος “εξίσου” στην άσκηση γονικής μέριμνας και ο χρόνος επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει, στο 1/3 του συνολικού χρόνου, διότι μπορεί να οδηγήσει στην εναλλασσόμενη κατοικία».

Μεταξύ άλλων, η Επιστημονική Υπηρεσία στην έκθεσή της επισημαίνει ότι:

Το συµφέρον του τέκνου είναι αόριστη νοµική έννοια, η οποία προστατεύεται και από υπερεθνικούς κανόνες δικαίου, όπως είναι η Διεθνής Σύµβαση για τα Δικαιώµατα του Παιδιού και ο Χάρτης των Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ε.Ε. Ως αόριστη νοµική έννοια, το συµφέρον του τέκνου εξειδικεύεται σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση µε κριτήρια αξιολογικά, τα οποία αντλούνται, µεταξύ άλλων, και από τα πορίσµατα της ψυχολογίας. Παρέχεται, συνεπώς, στον δικαστή η δυνατότητα να δίνει σε αυτή διαφορετικό περιεχόµενο σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση, υπό το φως της ιδιαιτερότητας κάθε έννοµης σχέσης και των υποκειµένων της, εξατοµικεύοντας τα κριτήρια που καθορίζει κατά τρόπο γενικό ο νοµοθέτης και που αφορούν το συµφέρον του τέκνου.

Η εξατοµικευµένη κρίση συνιστά και εφαρµογή της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγµατος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιµετώπιση ως προς την αξιολόγηση ατόµων και προσωπικών σχέσεων. Η κρίση του δικαστή πρέπει να σχηµατίζεται, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία, χωρίς να είναι αποφασιστικό ένα και µόνο κριτήριο και πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εµπεριστατωµένα.

Σε σχέση µε την εξειδίκευση του συµφέροντος του τέκνου κατά την ανάθεση της γονικής µέριµνας και του τρόπου άσκησής της, παρατηρείται ότι, σύµφωνα µε τη νοµολογία, «όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά µε την ανάθεση της γονικής µέριµνας ή επιµέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαστάσει ευρισκόµενους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το γενικό συµφέρον και µόνον του ανηλίκου τέκνου σωµατικό, υλικό, πνευµατικό, ψυχικό και ηθικό, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της απόφασής του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κλπ.

Για τη λήψη της απόφασης το δικαστήριο λαµβάνει υπόψη και τους µε ανεπηρέαστη επιλογή αναπτυχθέντες µέχρι τότε δεσµούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου µε τους γονείς του (και τους τυχόν αδελφούς του), τις τυχόν συµφωνίες των γονέων σχετικά µε την επιµέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώµη του, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευµατικής του ανάπτυξης, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγµατικό του συµφέρον. Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελµα, η πνευµατική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρµογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας µέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιµετώπισης των θεµάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαµβάνονται στα κριτήρια προσδιορισµού του συµφέροντος του τέκνου.

Η λέξη «εξίσου» στην άσκηση γονικής μέριμνας χρήζει αποσαφήνισης.

Θα µπορούσε η λέξη «εξίσου» να σηµαίνει «ισόχρονη» άσκηση της γονικής µέριµνας.

Η έννοια της από κοινού και ισόχρονης άσκησης της γονικής µέριµνας, αν υποτεθεί ότι αυτή η εκδοχή ανταποκρίνεται στη βούληση του νοµοθέτη, θα µπορούσε να υποστηριχθεί ότι οδηγεί στην εισαγωγή της υποχρεωτικής ίσης χρονικής κατανοµής της γονικής µέριµνας και της συνακόλουθης εναλλασσόµενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου.

Είναι κοινώς γνωστό, σύµφωνα µε τα πορίσµατα της επιστήµης, ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη κατοχύρωσης της συναισθηµατικής µονιµότητας, της σταθερότητας και της συνέχειας στη φροντίδα τους, που θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν έναν ασφαλή ψυχοσυναισθηµατικό δεσµό µε το βασικό πρόσωπο φροντίδας τους. Οι ανάγκες αυτές δεν µπορούν να εξασφαλιστούν µε απλό µοίρασµα του χρόνου των παιδιών µεταξύ των δύο γονιών. Η σταθερότητα αυτή επιτυγχάνεται χάρη στο σταθερό χώρο κατοικίας, στη συνέχεια στη φροντίδα, στη σταθερότητα του βασικού προσώπου φροντίδας, στο ήρεµο κλίµα που επικρατεί στις οικογενειακές σχέσεις, τη σαφήνεια των ρόλων, των χώρων και των σχέσεων. Οποιαδήποτε σύγχυση, οποιοδήποτε βίαιο “µοίρασµα” του παιδιού προς όφελος των ενηλίκων αποβαίνει σε βάρος της ψυχοσυναισθηµατικής ισορροπίας του παιδιού».

Ηταν σκόπιµο να αποσαφηνισθεί το εννοιολογικό περιεχόµενο της λέξης «εξίσου» στην προτεινόµενη ρύθµιση, άλλως, αν το «εξίσου» δεν ορίζει κάτι το διαφορετικό σε σχέση µε την από κοινού άσκηση της γονικής µέριµνας, η απάλειψη της λέξης.

Χρήζει αποσαφήνισης η διάταξη για το χρόνο επικοινωνίας του τέκνου στο 1/3 του συνολικού χρόνου. Για την εφαρµογή της ρύθµισης, χρήζει αποσαφήνισης ποια είναι η βάση υπολογισµού του 1/3, π.χ., έτος, µήνας, 24ωρο. «Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου µε φυσική παρουσία µε τον γονέα, µε τον οποίο δεν διαµένει, τεκµαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου» θα µπορούσε, για λόγους νοµοτεχνικής αρτιότητας και σαφήνειας, να αναδιατυπωθεί, υπό την έννοια ότι, όπως φαίνεται, αντικείµενο της ρύθµισης είναι ο χρόνος επικοινωνίας που υπηρετεί το συµφέρον του τέκνου, εκτός εάν ο δικαιούχος γονέας, όπως αναφέρεται στην προτεινόµενη ρύθµιση, «ζητά µικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί µικρότερος ή µεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συµφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθηµερινότητα του τέκνου.

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Δεν αντιδρά μόνο η κοινωνία αλλά και η επιστημονική κοινότητα

«Κόλαφο», για το σχέδιο νόμου που κατέθεσε η κυβέρνηση, χαρακτήρισε την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, λέγοντας ότι «δεν αντιδρά μόνο η κοινωνία αλλά και η επιστημονική κοινότητα».

Ο βουλευτής δεν αρνήθηκε το πρόβλημα για την αδυναμία επικοινωνίας και των δύο γονέων με το παιδί, αλλά επεσήμανε ότι το νομοσχέδιο «δεν απαντά στο πρόβλημα», «θα πυροδοτήσει εντάσεις», «θα οξύνει τις αντιθέσεις παρά θα τις καταλαγιάσει» και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν συζήτησε με τις γυναικείες οργανώσεις και άλλους φορείς, τη γνώμη των οποίων έπρεπε να ακούσει, και πως αγνόησε το κείμενο της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που είχε συγκροτηθεί για την αναμόρφωση των διατάξεων οικογενειακού δικαίου.
Ιδίως για την έννοια «συμφέρον του τέκνου», ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε ότι είναι μία «αόριστη νομική έννοια διότι ο δικαστής είναι εκείνος που κάνει συγκεκριμένο το συμφέρον του παιδιού, με την απόφαση που θα εκδώσει, με κριτήρια αξιολογικά με βάση και τα πορίσματα της ψυχολογίας».

Ο κ. Ξανθόπουλος παράλληλα χαρακτήρισε μείζον θέμα, τον όρο «εξίσου» στην άσκηση της γονικής μέριμνας και κάλεσε τον υπουργό Δικαιοσύνης είτε να τον απαλείψει είτε να τον αντικαταστήσει με τη λέξη «ισότιμα», διότι μπορεί να ερμηνευθεί ως «ισόχρονη» άσκηση γονικής μέριμνας.

Αναφερόμενος στο δικαίωμα επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει, στο 1/3 του συνολικού χρόνου, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ επικαλέστηκε την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας περί των διαφορετικών συνθηκών στις οποίες ζει το κάθε παιδί.

«Αυτό που επιχειρεί το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης είναι να θέσει μία βάση διαλόγου και συνεννόησης μεταξύ των γονέων. Το νομοσχέδιο έχει αποκλειστικά κοινωνικό και ανθρώπινο πρόσημο», είπε η εισηγήτρια της Ν.Δ., Άννα Μάνη Παπαδημητρίου και κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι δεν επέδειξαν δημιουργικό πνεύμα διαλόγου, με συγκεκριμένες προτάσεις.