Ρεπορτάζ libre: Η γενιά “σάντουιτς” της σύγχρονης εποχής-Τα κάνει όλα και συμφέρει
✨Στην Ελλάδα, η «γενιά στη μέση» των 45-60 ετών υποστηρίζει οικονομικά τα παιδιά της και φροντίζει ηλικιωμένους γονείς, αντιμετωπίζοντας πολλαπλές πιέσεις.
✨Η γήρανση του πληθυσμού και η καθυστερημένη αποχώρηση των νέων από το πατρικό σπίτι αυξάνουν την οικονομική και στεγαστική εξάρτηση των οικογενειών.
✨Η πλειονότητα των άτυπων φροντιστών στην Ελλάδα είναι γυναίκες ηλικίας 45-65 ετών, που παρέχουν πολλές ώρες φροντίδας ενώ εργάζονται έντονα.
✨Η αύξηση του βάρους φροντίδας σε συνδυασμό με τα υψηλά εβδομαδιαία ωράρια εργασίας καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για κρατική στήριξη μετά το 2040.
Υπάρχει μια γενιά στην Ελλάδα που βρίσκεται κυριολεκτικά στη μέση διασταυρούμενων πυρών. Πρόκειται για τους σημερινούς 45άρηδες, 50άρηδες και 60άρηδες, ανθρώπους δηλαδή που εξακολουθούν σε πολλές περιπτώσεις να στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά τους, την ίδια ώρα που οι γονείς τους περνούν σε ηλικίες αυξημένων αναγκών φροντίδας.
Δεν πρόκειται απλώς για μια κοινωνιολογική παρατήρηση. Οι δημογραφικοί και κοινωνικοί δείκτες δείχνουν ότι αυτή η «γενιά στη μέση» έχει αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος στην ελληνική κοινωνία.
Ως γνωστόν, η Ελλάδα είναι μία από τις πιο γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης. Η άνοδος του ποσοστού των ηλικιωμένων συνδυάζεται με τη συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων, δημιουργώντας μια “επιβαρυντικη” αναλογία ανάμεσα σε όσους βρίσκονται σε ηλικία εργασίας και σε όσους χρειάζονται υποστήριξη.
Οι σχετικές προβολές της Eurostat δείχνουν μάλιστα ότι η γήρανση θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες, με την ομάδα των πολύ ηλικιωμένων, άνω των 80 ετών, να αυξάνεται ιδιαίτερα.
Πόσοι είναι οι άνθρωποι μεταξύ 45 και 60
Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του πληθυσμού της χώρας που έλαβε χώρα το 2021, οι άνθρωποι μεταξύ 45 και 64 ετών είναι λίγοι περισσότεροι από 3.000.000. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για το πιο ενεργό οικονομικά κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Στην άλλη πλευρά του φάσματος βρίσκονται τα ενήλικα παιδιά. Με τα στοιχεία του 2024 οι νέοι στην Ελλάδα έφευγαν από το πατρικό σπίτι, κατά μέσο όρο, στα 30,7 χρόνια, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 26,2 χρόνια. Η Ελλάδα βρισκόταν έτσι στην τρίτη υψηλότερη θέση στην ΕΕ, πίσω από την Κροατία και τη Σλοβακία.
Ο αριθμός αυτός δεν σημαίνει ότι όλοι οι νέοι παραμένουν μέχρι τα 30 στο παιδικό δωμάτιο επειδή οι γονείς τους τους συντηρούν. Αποτελεί όμως μια ισχυρή ένδειξη για τη διάρκεια της οικονομικής και στεγαστικής εξάρτησης από την οικογένεια. Σε μια χώρα όπου η πρόσβαση σε κατοικία είναι δύσκολη και τα εισοδήματα πιέζονται, η οικογένεια παραμένει για μεγαλύτερο διάστημα το βασικό δίχτυ ασφαλείας.
Την ίδια στιγμή, οι γονείς αυτών των νεαρών ή όχι και τόσο νεαρών ενηλίκων αντιμετωπίζουν την άλλη μεγάλη πρόκληση της δημογραφικής αλλαγής. Η ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα των ηλικιωμένων αυξάνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ στην Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος αυτής της φροντίδας, το μεγαλύτερο είναι η αλήθεια, εξακολουθεί να παρέχεται άτυπα, δηλαδή από συγγενείς. Μελέτη για την Ελλάδα και την ΕΕ καταγράφει ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή άτυπων φροντιστών στη χώρα και μεγάλη επιβάρυνση σε ώρες φροντίδας.
Η διάσταση αυτή έχει και σαφές φύλο όσο και ξεκάθαρη ηλικιακή υπόσταση. Σύμφωνα με τον ΟΑΣΑ, στην Ελλάδα, όπως και σε ορισμένες άλλες χώρες, πάνω από το 70% των καθημερινών άτυπων φροντιστών είναι γυναίκες. Οι γυναίκες αυτές όντως βρίσκονται στο ηλικιακό πεδίο μεταξύ 45 και 65. Παλαιότερα ευρωπαϊκά στοιχεία είχαν επίσης καταγράψει ότι οι γυναίκες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα όσων παρέχουν συστηματική άτυπη μακροχρόνια φροντίδα.
Τα πράγματα προβλέπονται χειρότερα στο μέλλον
Έτσι, η «γενιά σάντουιτς» δεν είναι μόνο δημογραφικός όρος. Είναι βιωμένη πραγματικότητα. Ενας άνθρωπος που μπορεί να έχει ένα παιδί 25 ή 30 ετών που δεν έχει ακόμη οικονομική αυτονομία, έναν γονέα 80 ή 85 ετών που χρειάζεται βοήθεια και ταυτόχρονα να βρίσκεται ο ίδιος στην πιο απαιτητική περίοδο της επαγγελματικής του ζωής και να έχει να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα, πάσης φύσεως.
Παράλληλα, υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που κάνει την ελληνική περίπτωση ιδιαίτερη: οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα καταγράφουν από τα υψηλότερα εβδομαδιαία ωράρια εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2024 ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας έφτανε τις 39,8 ώρες την εβδομάδα, έναντι 36 ωρών στην ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι η φροντίδα των άλλων γενεών προστίθεται σε ένα ήδη βαρύ εργασιακό φορτίο.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα «έχασε» τη μεσαία ηλικία. Είναι πόσο βάρος έχει φορτωθεί πάνω σε αυτήν. Μια γενιά που εργάζεται, στηρίζει ενήλικα παιδιά, μεταφέρει χρήματα μέσα στην οικογένεια, φροντίζει ηλικιωμένους γονείς και ταυτόχρονα πρέπει να εξασφαλίσει τη δική της σύνταξη και κατοικία.
Η μεγάλη δημογραφική αλλαγή της Ελλάδας ίσως τελικά να μην αφορά μόνο το πόσοι ηλικιωμένοι θα υπάρχουν στο μέλλον, αλλά ποιοι θα φροντίζουν όλους τους υπόλοιπους μέχρι να φτάσουν εκεί. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που οι κυβερνήσεις από το 2040 και μετά θα κληθούν να το αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά και γρήγορα.