Γεωπολιτική “σκακιέρα” στο Πεκίνο: Τι επιδιώκουν Τραμπ και Σι- Ποιος έχει το πάνω χέρι-Διεθνείς αναλύσεις

 Γεωπολιτική “σκακιέρα” στο Πεκίνο: Τι επιδιώκουν Τραμπ και Σι- Ποιος έχει το πάνω χέρι-Διεθνείς αναλύσεις
💡 AI Summary by Libre

Οι συνομιλίες Τραμπ-Σι στην Κίνα ξεκινούν σε κλίμα έντασης, με επίκεντρο τον επαναπροσδιορισμό των εμπορικών σχέσεων και τον έλεγχο του στρατηγικού ανταγωνισμού.

Κεντρικά θέματα της συνάντησης είναι ο πόλεμος στο Ιράν, η κρίση στο Στενό του Ορμούζ, και το ευαίσθητο ζήτημα της Ταϊβάν, που επηρεάζουν τη διεθνή ισορροπία.

Η Κίνα, ως μεγάλος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, καλείται να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη, ενώ οι ΗΠΑ εντείνουν τις κυρώσεις σε εταιρείες που διευκολύνουν εξαγωγές προς την Κίνα.

Η συνάντηση λαμβάνει χώρα σε ένα διεθνές περιβάλλον με αυξανόμενη αστάθεια, όπου ο Τραμπ αντιμετωπίζει έναν Σι Τζινπίνγκ με ενισχυμένες εξουσίες και στρατηγική υπομονή.

Σε τεντωμένο σχοινί ξεκινούν οι συνομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, με τον Αμερικανό πρόεδρο να πραγματοποιεί μια επίσκεψη που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «υψηλού ρίσκου». Οι δύο ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου βρίσκονται μπροστά σε μια ιστορική καμπή, αναζητώντας έναν νέο κώδικα επικοινωνίας για τον επαναπροσδιορισμό των εμπορικών τους σχέσεων και τον έλεγχο του στρατηγικού τους ανταγωνισμού.

Το διήμερο πρόγραμμα του Τραμπ στο Πεκίνο περιλαμβάνει μια ατζέντα γεμάτη «αγκάθια», από την κυριαρχία στην υψηλή τεχνολογία και τον έλεγχο των κρίσιμων πρώτων υλών, μέχρι το φλέγον ζήτημα της Ταϊβάν, ενώ στο παρασκήνιο κυριαρχεί η βαριά σκιά της πολεμικής σύρραξης των ΗΠΑ με το Ιράν.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην κινεζική πρωτεύουσα, η πρώτη μετά το 2017, πραγματοποιείται σε ένα διεθνές σκηνικό που ελάχιστα θυμίζει το παρελθόν. Οι ισορροπίες έχουν μεταβληθεί άρδην, καθώς το Πεκίνο έχει πλέον εξελιχθεί σε έναν αυτόνομο τεχνολογικό γίγαντα, έχοντας επιταχύνει τις διαδικασίες βιομηχανικής του θωράκισης μετά τον πρώτο εμπορικό πόλεμο. Την ίδια στιγμή, η στενή σχέση της Κίνας με την Τεχεράνη δημιουργεί ένα επιπλέον επίπεδο δυσκολίας, καθώς το Ιράν συνεχίζει να προβάλλει σθεναρή αντίσταση στις αμερικανικές αξιώσεις για κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή.

Στην αίθουσα των συσκέψεων, ο Αμερικανός πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν Σι Τζινπίνγκ που διαθέτει πλέον ενισχυμένες εξουσίες και απόλυτο έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας του. Από την άλλη πλευρά, ο Κινέζος ηγέτης καλείται να διαπραγματευτεί με έναν πρόεδρο που διανύει την τελευταία του θητεία και έχει ήδη ανατρέψει παραδοσιακά δόγματα της αμερικανικής διπλωματίας. Παρά την επισημότητα και την τελετουργική μεγαλοπρέπεια που περιλαμβάνει ξεναγήσεις στον Ναό του Ουρανού και κρατικά δείπνα, η ουσία της συνάντησης παραμένει η αναζήτηση μιας νέας διεθνούς ισορροπίας σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα και πιο κατακερματισμένος.

Τι επιδιώκει ο Τραμπ

Για τον Τραμπ, αυτό δεν είναι το ταξίδι που αρχικά σχεδίαζε, είναι όμως το ταξίδι που επιβάλλουν οι εξελίξεις.

Η συνάντησή του με τον Σι στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο είχε συμβάλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα εμπορική συμφωνία και χαλάρωση δασμών. Μια νέα σύνοδος, που αρχικά είχε προγραμματιστεί για τον Μάρτιο, επρόκειτο να επικεντρωθεί κυρίως στην οικονομία και την ασφάλεια. Όμως ο πόλεμος με το Ιράν ανέτρεψε τον σχεδιασμό της Ουάσιγκτον.

Ο Τραμπ είχε καθυστερήσει το ταξίδι του στην Κίνα, εκτιμώντας ότι η σύγκρουση με το Ιράν θα έκλεινε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Αντίθετα, ο πόλεμος εισέρχεται πλέον στον τρίτο μήνα, χωρίς ορατή προοπτική ειρήνευσης. Μάλιστα, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε τη Δευτέρα ότι η εύθραυστη εκεχειρία με την Τεχεράνη βρίσκεται σε «οριακό σημείο».

Μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς ενεργειακής αναταραχής, στην Ουάσιγκτον υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο ο Τραμπ μπορεί να πετύχει τους στόχους του όσο οι ΗΠΑ παραμένουν εγκλωβισμένες στη σύγκρουση. Το Ιράν αναμένεται να κυριαρχήσει στις συνομιλίες με τον Σι. Ο Τραμπ έχει ήδη δηλώσει ότι σκοπεύει να έχει μια «εκτενή συζήτηση» με τον Κινέζο ηγέτη για το θέμα.

«Νομίζω ότι μέχρι στιγμής έχει κινηθεί σχετικά θετικά», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στον Σι, προσθέτοντας ότι η Κίνα δεν έχει δημιουργήσει προβλήματα σχετικά με τον αποκλεισμό των θαλάσσιων οδών, παρότι εξαρτάται ενεργειακά από την περιοχή.

Το ζήτημα του Στενού του Ορμούζ είναι εξαιρετικά κρίσιμο για το Πεκίνο, καθώς η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου.

Η συνάντηση Τραμπ–Σι πραγματοποιείται λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί (Abbas Araghchi) στο Πεκίνο, γεγονός που ανέδειξε εκ νέου τους στενούς δεσμούς Κίνας–Ιράν. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, ο Τραμπ αναμένεται να ζητήσει από τον Σι να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη ώστε να επαναλειτουργήσει πλήρως το Στενό του Ορμούζ και να αποδεχθεί μια βιώσιμη συμφωνία ειρήνης.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αυξάνει την πίεση προς το Πεκίνο. Παραμονές της επίσκεψης, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις σε δώδεκα πρόσωπα και εταιρείες που φέρονται να διευκολύνουν εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα.

Παράλληλα, στην ατζέντα βρίσκεται και η Ταϊβάν, ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα για το Πεκίνο.

Ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι ο Σι «πιθανότατα θα αναφερθεί περισσότερο στην Ταϊβάν απ’ ό,τι ο ίδιος», ενώ δεν απέκλεισε συζήτηση για τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς το νησί.

Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει επισήμως την πολιτική της «Μίας Κίνας», χωρίς όμως να αποδέχεται ρητά την κινεζική κυριαρχία επί της Ταϊβάν, διατηρώντας παράλληλα στρατιωτική συνεργασία με την Ταϊπέι.

Στο οικονομικό σκέλος, οι δύο πλευρές αναμένεται να παρουσιάσουν συμφωνίες στους τομείς της αεροναυπηγικής, της αγροτικής παραγωγής και της ενέργειας, ενώ επί τάπητος θα τεθεί και ο ανταγωνισμός στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Τι επιδιώκει ο Σι Τζινπίνγκ

Στο Πεκίνο επικρατεί η αίσθηση ότι η Κίνα εισέρχεται στις συνομιλίες από θέση ισχύος.

Η κινεζική ηγεσία θεωρεί ότι ο παρατεταμένος και δαπανηρός πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν, σε συνδυασμό με τις επερχόμενες ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές, δημιουργούν μια ευνοϊκή συγκυρία για την προώθηση των κινεζικών συμφερόντων. Βραχυπρόθεσμος στόχος του Πεκίνου είναι η σταθεροποίηση της εμπορικής εκεχειρίας που συμφωνήθηκε στη Νότια Κορέα. Ωστόσο, η Κίνα σκοπεύει να αξιοποιήσει τόσο την τεράστια εσωτερική της αγορά όσο και την κυριαρχία της στις σπάνιες γαίες για να αποσπάσει ευρύτερα ανταλλάγματα.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένης τεχνολογίας, η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ταϊβάν, αλλά και η άρση περιορισμών σε κινεζικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των κατασκευαστών ηλεκτρικών οχημάτων.

Στο κινεζικό πολιτικό σύστημα υπάρχει επίσης η πεποίθηση ότι ο Τραμπ χρειάζεται απτά οικονομικά αποτελέσματα που θα παρουσιάσει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους: μεγάλες κινεζικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, παραγγελίες αεροσκαφών της Boeing και νέες εμπορικές συμφωνίες.

Παράλληλα, η σημερινή Κίνα διαφέρει ριζικά από εκείνη που επισκέφθηκε ο Τραμπ πριν από σχεδόν μία δεκαετία. Απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, το Πεκίνο επένδυσε συστηματικά στην αυτάρκεια κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού και στην ανάπτυξη εγχώριας τεχνολογίας αιχμής, από την τεχνητή νοημοσύνη έως τη ρομποτική και την πράσινη ενέργεια.

Για την κινεζική ηγεσία, η ικανότητα της χώρας να αντέχει διεθνείς κρίσεις και εμπορικούς κραδασμούς αποτελεί επιβεβαίωση αυτής της στρατηγικής. Ο βασικός στόχος του Σι παραμένει σαφής: μια πιο σταθερή σχέση με τις ΗΠΑ θα επιτρέψει στην Κίνα να συνεχίσει απρόσκοπτα την άνοδό της. Και αν η επίσκεψη Τραμπ οδηγήσει σε μια έστω προσωρινή αποκλιμάκωση ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, το Πεκίνο θα τη θεωρήσει ήδη επιτυχημένη.

Τα μεγάλα θέματα που θα απασχολήσουν τη συνάντηση Τραμπ – Σι Τζινπίνγκ

Στις 20 Φεβρουαρίου, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα ταξίδευε στο Πεκίνο τον επόμενο μήνα για να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Στην κορυφή της ατζέντας ήταν ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας.

Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τραμπ ενέκρινε κοινά πλήγματα με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ξεκινώντας έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η συνάντηση κορυφής αναβλήθηκε. Τώρα η ατζέντα της Κίνας έχει αλλάξει, σημειώνει ο Guardian. Το Πεκίνο επιθυμεί διακαώς να διασφαλίσει ότι οι υψηλοί δασμοί που ανακοίνωσε ο Τραμπ πέρυσι –που έφθασαν μέχρι το 145% προτού οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε ‘εκεχειρία’ τον Οκτώβριο– δεν θα επανέλθουν.

Τώρα, όμως, η πιο πιεστική ανησυχία είναι να βρεθεί ένας τρόπος να ανοίξουν και πάλι τα στενά του Ορμούζ, απ΄ όπου διέρχεται η μισή ποσότητα αργού πετρελαίου της Κίνας. Αν και η Κίνα είναι πιο προστατευμένη από το ενεργειακό σοκ σε σχέση με άλλες ασιατικές χώρες, λόγω του διαφοροποιημένου ενεργειακού μείγματος και των μεγάλων αποθεμάτων της, ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης –που μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν– είναι μεγαλύτερη απειλή για την οικονομία της Κίνας. Περίπου το ένα πέμπτο του κινεζικού ΑΕΠ προέρχεται από τις εξαγωγές. Αν ο υπόλοιπος κόσμος δεν μπορεί πλέον να δαπανά χρήματα για την αγορά προϊόντων, η Κίνα θα υποφέρει.

Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδόθηκαν τον περασμένο μήνα, η Κίνα ώθησε το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ σε έναν προηγούμενο γύρο συνομιλιών για κατάπαυση του πυρός. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί συναντήθηκε με τον Κινέζο ομόλογό του Ουάνγκ Γι στο Πεκίνο. Σύμφωνα με το Πεκίνο, ο Ουάνγκ κάλεσε για «συνολική παύση των εχθροπραξιών» στη Μέση Ανατολή και είπε πως η Κίνα «υποστηρίζει το Ιράν στη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειάς του».

Οι ΗΠΑ καθιστούν όλο και περισσότερο σαφές ότι θέλουν τη βοήθεια της Κίνας στην επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν. Ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει πει πως η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να δει το Πεκίνο να «αυξάνει» την πίεση στο Ιράν προκειμένου να ανοίξει και πάλι τον θαλάσσιο δίαυλο. Αυτό από μόνο του μπορεί να επηρεάσει τη δυναμική της συνάντησης μεταξύ των δύο ηγετών. Η επιρροή στο Ιράν μπορεί να είναι ένας χρήσιμος μοχλός πίεσης για το Πεκίνο στα άλλα δύο θέματα που βρίσκονται στην ατζέντα της συνάντησης: το εμπόριο και την Ταϊβάν.

Για το μεγαλύτερο μέρος του 2025, οι ΗΠΑ και η Κίνα έμοιαζαν να βρίσκονται στο χείλος ενός νέου εμπορικού πολέμου, που θα μπορούσε να κλονίσει τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας, σημειώνει σε ανάλυσή του το BBC. Ο Τραμπ αύξησε και μείωσε κατ’ επανάληψη τους δασμούς στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Αμερικής. Η Κίνα απάντησε μειώνοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ και τις αγοράς αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας αγρότες σε κρίσιμες πολιτείες που ψήφισαν τον Τραμπ.

Η ένταση έπεσε σε σημαντικό βαθμό μετά τη συνάντηση που είχαν ο Τραμπ και ο Σι στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, που περιορίζει τη μονομερή εξουσία του προέδρου σχετικά με τους δασμούς, βοήθησε επίσης να κατευναστούν οι ευμετάβλητες εμπορικές διαθέσεις του Τραμπ, επισημαίνει το βρετανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο.

Ο Τραμπ και ο Σι θα έχουν ωστόσο ακόμη πολλά να πουν στη συνάντηση κορυφής του Πεκίνου. Ο Αμερικανός ηγέτης θα ωθήσει για αύξηση των κινεζικών αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Η Κίνα είναι βέβαιο ότι θα πιέσει τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν εμπορική έρευνα που ανακοίνωσαν πρόσφατα για αθέμιτες επιχειρηματικές πρακτικές που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στον Τραμπ να επιβάλει και πάλι μεγαλύτερους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προσκαλέσει επίσης τους διευθύνοντες συμβούλους των Nvidia, Apple, Exxon, Boeing και άλλων μεγάλων εταιρειών να τον συνοδεύσουν σε αυτό το ταξίδι. Αν και η Κίνα δεν εξαρτάται πλέον τόσο πολύ από τις ΗΠΑ για το εμπόριο όπως κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, ο Σι θα θέλει αυτή η συνάντηση να πάει καλά, καθώς η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα στην παγκόσμια οικονομία.

Όσον αφορά την Ταϊβάν, η κυβέρνηση Τραμπ στέλνει ανάμικτα μηνύματα. Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν εξοπλιστική συμφωνία ύψους 11 δισεκ. δολαρίων με την Ταϊβάν, εξοργίζοντας την κινεζική κυβέρνηση. Ο Τραμπ υποβάθμισε ωστόσο την προθυμία των ΗΠΑ να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, την οποία η Κίνα διεκδικεί ως δικό της έδαφος. Έχει πει επίσης πως η Ταϊβάν δεν έχει αποζημιώσει καταλλήλως τις ΗΠΑ για τις εγγυήσεις ασφαλείας τους, ισχυριζόμενος πως «δεν μας δίνει τίποτα». Πέρυσι, επέβαλε δασμούς 15% στην Ταϊβάν και την κατηγόρησε ότι έκλεψε την κατασκευή ημιαγωγών από τις ΗΠΑ.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε πως η Ταϊβάν θα είναι ένα θέμα συζήτησης κατά την επίσκεψη, αν και ο στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι το θέμα δεν θα γίνει πηγή νέας έντασης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. «Δεν χρειαζόμαστε αποσταθεροποιητικά γεγονότα σχετικά με την Ταϊβάν ή οπουδήποτε στην περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού», είπε. «Και νομίζω πως αυτό είναι προς το συμφέρον τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και των Κινέζων».

Από την πλευρά της, η Κίνα έχει διαμηνύσει πως η Ταϊβάν είναι προτεραιότητα σε αυτές τις συνομιλίες. Ο Υπουργός Εξωτερικών Ουάνγκ Γι εξέφρασε την περασμένη εβδομάδα την ελπίδα ότι οι ΗΠΑ θα κάνουν τις «σωστές επιλογές». Το Πεκίνο ενισχύει την οικονομική πίεση στέλνοντας πολεμικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία γύρω από την Ταϊβάν σχεδόν καθημερινά.

Συνάντηση Τραμπ- Σι Τζινπίνγκ: Ποιος έχει το πάνω χέρι;

Στο Πεκίνο είναι στραμμένα βλέμματα του πλανήτη, λόγω της επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα. Ο Αμερικανός Πρόεδρος, κατεβαίνοντας τα σκαλιά του Air Force One, το βράδυ της Τετάρτης, έτυχε μεγαλειώδους υποδοχής με τιμές, ενόψει της συνάντησης κορυφής που θα έχει με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ.

Κατά τη διάρκεια της διήμερης επίσκεψής του, οι παγκόσμιες υπερδυνάμεις αναμένεται να συζητήσουν για τους δασμούς, τον ανταγωνισμό στην τεχνολογία, τον πόλεμο στο Ιράν και τη σχέση των ΗΠΑ με την Ταϊβάν.  Ο Τραμπ επιστρέφει σε μια πιο «διεκδικητική» Κίνα σε σύγκριση με την τελευταία του επίσκεψη στη χώρα το 2017, ενώ ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με συνεχώς αυξανόμενη κριτική για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Το ταξίδι που καθυστέρησε και η θερμή υποδοχή στην Κίνα

Ο Τραμπ ήταν αρχικά προγραμματισμένο να πραγματοποιήσει το ταξίδι τον Μάρτιο, αλλά καθυστέρησε λόγω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, ο οποίος συνεχίζει να προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Όταν ο Τραμπ εξήλθε από το αεροπλάνο το βράδυ της Τετάρτης, τον υποδέχθηκε ο Κινέζος αντιπρόεδρος Χαν Τζενγκ, ένας από τους κορυφαίους αξιωματούχους της Κίνας.  Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη σεβασμού του Πεκίνου προς τον Αμερικανό Πρόεδρο, μετά την υποδοχή του Τραμπ από έναν κατώτερο αξιωματούχο κατά την προηγούμενη επίσκεψή του, εκτιμά το BBC.

Στην υποδοχή το παρών έδωσαν επίσης -καθώς ένα κόκκινο χαλί στρωνόταν στην πίστα του αεροδρομίου- ο γιος του Τραμπ, Έρικ Τραμπ, και μια πλειάδα τιτάνων της αμερικανικής τεχνολογικής βιομηχανίας, ανάμεσά τους ο Έλον Μασκ της Tesla και ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia.

«Θα ζητήσω από τον Πρόεδρο Σι, έναν εξαιρετικό ηγέτη, να “ανοίξει” την Κίνα έτσι ώστε αυτοί οι λαμπροί άνθρωποι να μπορέσουν να κάνουν τα μαγικά τους και να βοηθήσουν τη Λαϊκή Δημοκρατία να φτάσει σε ένα ακόμα υψηλότερο επίπεδο», ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πριν από την προσγείωση.

Βασικό θέμα της συνάντησης ο πόλεμος στο Ιράν

Ο Τραμπ δήλωσε ότι αυτό θα είναι το «πρώτο του αίτημα» όταν συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη. Ο πόλεμος στο Ιράν αναμένεται να κυριαρχήσει στην ατζέντα, κατά τη συνάντηση του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ. Η Κίνα βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στο Ιράν για τις εξαγωγές πετρελαίου, οι οποίες έχουν ουσιαστικά διακοπεί, καθώς τα πλοία αδυνατούν να διασχίσουν τα Στενά του Ορμούζ. Η χώρα αντιμετωπίζει επίσης αυξανόμενη πίεση από τις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσει την οικονομική και πολιτική της επιρροή πάνω στο Ιράν.

Η Κίνα και το Ιράν διατηρούν μια συμμαχία που χρονολογείται εδώ και δεκαετίες, και το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης.

Η «σκιά» της Ταϊβάν

Η συνάντηση θα διεξαχθεί υπό τη βαριά σκιά του ζητήματος της Ταϊβάν. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει μια μικτή προσέγγιση με την Ταϊπέι, εγκρίνοντας μια τεράστια συμφωνία όπλων, ενώ παράλληλα υποβαθμίζει την προθυμία της να υπερασπιστεί το νησί από την κινεζική επιθετικότητα.

Όσον αφορά το εμπόριο, ο Τραμπ αναμένεται να πιέσει για την αύξηση των κινεζικών αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, ενώ το Πεκίνο επιδιώκει να πιέσει τις ΗΠΑ να μειώσουν τους δασμούς στα κινεζικά αγαθά.

Το ρίσκο της αμερικανικής αποδυνάμωσης

Σε κάθε περίπτωση το τετ α τετ του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ αυτή την εβδομάδα αποτελεί ένα γεγονός-ορόσημο, που σκοπό έχει να καταδείξει το ανεξίτηλο στίγμα του Προέδρου των ΗΠΑ στην παγκόσμια ιστορία, σχολιάζει τo CNN.

Ωστόσο, παρά το κλίμα μεγαλοπρέπειας και την υποδοχή μετά τιμών στο Πεκίνο, η επίσκεψη θα δείξει επίσης πώς ορισμένες από τις αποφάσεις του Τραμπ -συμπεριλαμβανομένου τoυ πολέμου με το Ιράν τον οποίο δεν μπορεί να τερματίσει- κινδυνεύουν να υπονομεύσουν το κύρος του και την αμερικανική ισχύ.

Η ρήξη με την παραδοσιακή διπλωματία

Το σκηνικό αυτής της συνόδου κορυφής γίνεται με φόντο την παγκόσμια αναταραχή, που έχει προκαλέσει ο Αμερικανός Πρόεδρος, καθιστώντας αυτό το ραντεβού τελείως διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη συνάντηση Αμερικανών και Κινέζων ηγετών από τότε που ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον άνοιξε τις πόρτες της Κίνας στην παγκόσμια σκηνή τη δεκαετία του 1970.

Οι σύνοδοι κορυφής μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας επιδίωκαν επί μακρόν τη σταθερότητα και ισορροπία στην πιο κρίσιμη διπλωματική σχέση σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως ο Τραμπ αποτελεί το αντίθετο της σταθερότητας: έχει μετατρέψει τις ΗΠΑ σε μία από τις κυριότερες πηγές αστάθειας στον κόσμο.

Το «αυτοσαμποτάζ» της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας

Ο Τραμπ έχει αρχίσει να αποδυναμώνει τις βάσεις της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, όπως το ελεύθερο εμπόριο και η διεθνής τάξη που ευνοεί την Ουάσιγκτον. Ο ίδιος θεωρεί ότι αυτός ο μετασχηματισμός αναδεικνύει την καθαρή δύναμη της Αμερικής και τη δυνατότητα της χώρας να ενεργεί αυτόνομα, χωρίς να δεσμεύεται από κανέναν. Ωστόσο, οι επικριτές του το θεωρούν μια πράξη αυτοσαμποτάζ που ακυρώνει τα παγκόσμια πλεονεκτήματα των ΗΠΑ, ακριβώς τη στιγμή που η αμερικανική υπεροχή δοκιμάζεται σε πολλαπλά μέτωπα από μια φιλόδοξη κινεζική υπερδύναμη.

Η αποτυχία του Τραμπ να πετύχει μια ξεκάθαρη νίκη στο Ιράν, καθώς και οι ολέθριες παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες του πολέμου, εγείρουν επίσης νέα ερωτήματα σχετικά με την ισχύ των ΗΠΑ, τα οποία η Κίνα ενδέχεται να επιδιώξει να εκμεταλλευτεί. Η τελευταία περιφρονητική στάση του Ιράν απέναντι στην προσπάθεια του Τραμπ για μια συμφωνία και μια διέξοδο από την κρίση τη Δευτέρα, διαψεύδει τους ισχυρισμούς του ότι η χώρα πρόκειται να ενδώσει. Η αντίσταση μιας μικρότερης δύναμης απέναντι στην αμερικανική ισχύ τον αφήνει να φαίνεται προσωπικά αποδυναμωμένο, τονίζει σε ανάλυσή του το αμερικανικό δίκτυο.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ συναντήθηκε με την ομάδα εθνικής ασφάλειας του το βράδυ της Δευτέρας. Το CNN, επικαλούμενο πηγές, ανέφερε ότι ο Τραμπ εξετάζει την επανέναρξη της στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν πιο σοβαρά από ό,τι εδώ και εβδομάδες. Εν τω μεταξύ, η Τεχεράνη έστειλε ένα ειρωνικό μήνυμα στον Τραμπ πριν από το ταξίδι του.

«Κύριε Τραμπ, μην φανταστείτε ποτέ ότι εκμεταλλευόμενοι την τρέχουσα ηρεμία του Ιράν, θα μπορέσετε να εισέλθετε θριαμβευτικά στο Πεκίνο», δήλωσε ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, σύμβουλος του νέου ανώτατου ηγέτη, σύμφωνα με ρεπορτάζ του ημιεπίσημου ιρανικού πρακτορείου ειδήσεων Tasnim.

Πώς η Κίνα μπορεί να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την δυσφορία του Τραμπ

Ο πόλεμος προσφέρει προκλήσεις και ευκαιρίες για την Κίνα. Ενώ η κυβέρνηση επιθυμεί η Κίνα να ασκήσει πίεση στους κατ’ όνομα συμμάχους της στην Τεχεράνη, η δυσαρέσκεια του Πεκίνου για το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε αντ’ αυτού να στρέψει την πίεση προς τον Τραμπ. Επιπλέον, οποιαδήποτε διπλωματική βοήθεια προσφέρει η Κίνα είναι πιθανό να συνοδεύεται από ανταλλάγματα, είτε στο εμπόριο είτε σε ένα ζήτημα που το Πεκίνο θεωρεί υπαρξιακό: τις διεκδικήσεις κυριαρχίας του επί της Ταϊβάν.

«Αυτές δεν είναι οι στρατηγικές συνθήκες που θα ήθελες να έχεις πηγαίνοντας σε μια σύνοδο κορυφής μεγάλων δυνάμεων», δήλωσε πρώην ανώτερος αξιωματούχος των ΗΠΑ.

Παράλληλα, ο  Έντγκαρντ Κάγκαν, Πρόεδρος Φρίμαν στις Κινεζικές Σπουδές στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, ανέφερε ότι ο πόλεμος στο Ιράν προσθέτει έναν απρόβλεπτο παράγοντα σε μια σύνοδο που προετοιμάστηκε κυρίως ως οικονομική υπόθεση από τον Υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και τον Αντιπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ.

«Αυτό είναι διαφορετικό, διότι υπάρχει ένα ζήτημα (το Ιράν) που είναι τεράστιας σημασίας και για τις δύο πλευρές. Νομίζω ότι αυτό είναι το περίπλοκο της υπόθεσης. Προφανώς, ο Πρόεδρος θα προτιμούσε κατά πολύ να πάει στην Κίνα έχοντας μια ικανοποιητική επίλυση [του θέματος], κάτι που θα του έδινε μεγάλη ώθηση πριν από τη συνάντηση», δήλωσε ο Καγκάν, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Μαλαισία.

Το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας και η κινεζική στρατηγική

Η Κίνα παραδοσιακά επιδιώκει μια σταθερή σχέση με τις ΗΠΑ. Χρειάζεται προβλεψιμότητα καθώς διαχειρίζεται μια ισχυρή οικονομία που υποφέρει όμως από βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα. Πέρασε το πρώτο τέταρτο του αιώνα χρησιμοποιώντας τις σχετικά ήπιες σχέσεις με την Ουάσιγκτον για να οικοδομήσει τη νέα στρατιωτική της ισχύ και την περιφερειακή της επιρροή.

Ο Τραμπ, ειδικά στην «εκρηκτική» δεύτερη θητεία του, έχει προχωρήσει σε μια απότομη ρήξη με τις -πιο προβλέψιμες- πολιτικές των Αμερικανών προέδρων που χρονολογούνται από την εποχή του Νίξον. Ενδέχεται να υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στην πεποίθηση των υποστηρικτών του Τραμπ ότι το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του αποτελεί πλεονέκτημα που μπορεί να αιφνιδιάσει αντιπάλους όπως ο Σι. Ωστόσο, ενέχει τον κίνδυνο να εξυπηρετήσει τελικά τα σχέδια του Πεκίνου.

Το παράδειγμα της Ταϊλάνδης

Για παράδειγμα, η Ταϊλάνδη, ένας παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ, είναι ένας από τους πολλούς γείτονες της Νοτιοανατολικής Ασίας που έβλεπαν την Ουάσιγκτον ως ανάχωμα απέναντι σε μια αυταρχική σύγχρονη Κίνα. Όμως, πλέον αναγκάζεται σε σκληρή επαναξιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής της από τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ. Ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Σιχασάκ Φουανγκκετκέοου, παραπονέθηκε τον περασμένο μήνα ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν κάνει τίποτα για να μετριάσουν τον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου τους στο Ιράν.

«Δεν θέλουμε να καταδικάσουμε άμεσα τις ΗΠΑ, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει», δήλωσε ο Φουανγκκετκέοου στην Washington Post στο περιθώριο συνομιλιών με τον υπουργό Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι. Η συνάντηση ήταν ενδιαφέρουσα, καθώς η Κίνα θα μπορούσε να ωφεληθεί από οποιαδήποτε μόνιμη αποξένωση μεταξύ των ΗΠΑ και των φίλων τους στη Νοτιοανατολική Ασία.

Τα τρωτά σημεία του αυτοσχεδιασμού του Τραμπ

Το μειονέκτημα της προσέγγισης του Προέδρου των ΗΠΑ δεν είναι απλώς γεωπολιτικό, καθώς δεν αποκλείεται επίσης να διαμορφώσει στην Κίνα την αντίληψη ότι η ισχύς του Τραμπ φθίνει.

Ο Ίαν Λέσερ, διακεκριμένο στέλεχος του German Marshall Fund των Ηνωμένων Πολιτειών, δήλωσε ότι η πυρετώδης δραστηριότητα του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική κατά τη δεύτερη θητεία του πιθανότατα εξέπληξε τους Κινέζους.

«Ωστόσο, αυτή η δραστηριότητα δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αυξημένη επιρροή. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι η ανεπίλυτη φύση ορισμένων από αυτές τις παρεμβάσεις εγείρει περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά», δήλωσε ο Λέσερ, υποστηρίζοντας ότι ο αδιέξοδος πόλεμος στο Ιράν αποτελεί «συνταγή» προκειμένου οι Ηνωμένες Πολιτείες να θεωρηθούν από το Πεκίνο «κάπως πιο αδύναμες ή, τουλάχιστον, πιο απορροφημένες από ό,τι θα ήταν σε άλλη περίπτωση».

Η επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα ενδέχεται να αναδείξει μια άλλη δυσάρεστη πτυχή της δεύτερης θητείας του: Παρά τους ισχυρισμούς του περί κυρίαρχης παγκόσμιας ισχύος, τόσο το Πεκίνο όσο και η Τεχεράνη αποκάλυψαν τα τρωτά σημεία της αυτοσχεδιαστικής του προσέγγισης και τον έχουν αναγκάσει να υποχωρήσει.

Το Πεκίνο έπαιξε το καλύτερο χαρτί του εναντίον του Τραμπ πέρυσι, χρησιμοποιώντας τον έλεγχο που ασκεί στις σπάνιες γαίες -στις οποίες βασίζεται η αμερικανική βιομηχανία τεχνολογίας- ώστε να τον αναγκάσει να μειώσει δραστικά τους δασμούς στις κινεζικές εξαγωγές.

Η Κίνα έγινε η πρώτη δύναμη που κατάφερε να αιφνιδιάσει στρατηγικά τον Πρόεδρο των ΗΠΑ και τον υπερκεράσει στους πολλαπλούς παγκόσμιους εμπορικούς πολέμους που έχει κηρύξει. Το Ιράν έδειξε επίσης τη δύναμη του οικονομικού μοχλού πίεσης έναντι των ΗΠΑ, κλείνοντας ουσιαστικά τα Στενά του Ορμούζ και προκαλώντας μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση, η οποία επιφέρει βαρύ πολιτικό κόστος στον Τραμπ μέσω της αύξησης των τιμών της βενζίνης.

Η «πολυτέλεια του χρόνου» του Σι Τζινπίνγκ

Παρ’ όλα αυτά, παρά το πιεστικό διεθνές περιβάλλον που επισκιάζει τη σύνοδο κορυφής στο Πεκίνο, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι και οι δύο πλευρές επιθυμούν να στεφθεί από επιτυχία. Είναι δεδομένο ότι ο Τραμπ δεν έχει το περιθώριο για ακόμη μία κρίση στην εξωτερική πολιτική και λαχταρά το θέαμα μιας επίσημης ανταποδοτικής επίσκεψης του Σι στις ΗΠΑ, ίσως και εντός του έτους.

Ο Κινέζος ηγέτης, από την πλευρά του, θα ήθελε να πείσει τις ΗΠΑ να υπαναχωρήσουν στο θέμα του Ιράν, ώστε να συγκρατηθούν οι αυξανόμενες παγκόσμιες τιμές ενέργειας που προκαλούν προβλήματα στην οικονομία του. Η ανάπτυξη της Κίνας, που βασίζεται στις εξαγωγές, εξαρτάται από μια υγιή παγκόσμια οικονομία. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο Σι έχει μεγαλύτερη πολυτέλεια χρόνου, καθώς η διακυβέρνησή του θα μπορούσε να συνεχιστεί και μετά τον Ιανουάριο του 2029, ενώ ο Τραμπ είναι υποχρεωμένος να αποχωρήσει από το αξίωμα του προέδρου το 2029, λόγω των περιορισμών στη θητεία που προβλέπονται στις ΗΠΑ.

Το γεγονός ότι ο Τραμπ και ο Σι μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά ίσως διευκολύνει μια αντιπαράθεση για το Ιράν και άλλα ακανθώδη ζητήματα. Και οι δύο είναι εξαιρετικά επιθετικοί στην προβολή της ισχύος τους, σχολιάζει το CNN. Και οι δύο περιφρονούν την παγκόσμια διεθνή τάξη. Στην περίπτωση του Σι, αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς το Πεκίνο θεωρεί ότι το διεθνές σύστημα που βασίζεται σε κανόνες είναι μεροληπτικό υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά το να πρεσβεύει παρόμοιες απόψεις ένας Αμερικανός Πρόεδρος αποτελεί πρόκληση για την διαχρονική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο, σημειώνοντας πάντως ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Σι είναι αμετανόητοι εθνικιστές και φαίνεται να απολαμβάνουν τους συμβολισμούς της συνάντησης μεταξύ των δύο πιο ισχυρών ανθρώπων του πλανήτη.

Προσωπικές σχέσεις και η αναζήτηση σταθερότητας

«Έχω μια εξαιρετική σχέση με τον Πρόεδρο Σι», δήλωσε ο Τραμπ τη Δευτέρα, υπογραμμίζοντας την άποψή του ότι οι διακρατικές σχέσεις είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένες με τις προσωπικές του σχέσεις με τους ξένους ηγέτες – μια τακτική που πολλοί θεωρούν ότι χρησιμοποιεί για να κερδίζει ανταλλάγματα μέσω κολακειών.

Ο Καγκάν ανέφερε ότι οι Κινέζοι έχουν μάθει να προβλέπουν την απροβλεπτότητα του προέδρου Τραμπ και σέβονται ορισμένες από τις απροσδόκητες επιτυχίες του στην παγκόσμια σκηνή, κρίνοντας ότι μια αποτελεσματική σχέση μεταξύ των δύο ηγετών είναι απαραίτητη. «Οι Κινέζοι θέλουν σταθερότητα», είπε ο Καγκάν. «Στο μυαλό τους, ο καλύτερος τρόπος για να διαχειριστούν μια κυβέρνηση Τραμπ είναι να έχουν μια πολύ ισχυρή σχέση με τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ».

Η «βαλτωμένη» στρατηγική στη Μέση Ανατολή

Ωστόσο, οι όποιες προσδοκίες τρέφει ο Τραμπ ότι η φιλία του με τον Σι θα αποφέρει αποφασιστική πίεση στο Ιράν, είναι πιθανότατα αβάσιμες. Το Πεκίνο, παρά την αυξανόμενη ισχύ του, είναι συνήθως επιφυλακτικό στην άσκηση ισχύος μακριά από την άμεση περιοχή του. Δεν έχει κανένα συμφέρον για ένα πιο φιλοαμερικανικό καθεστώς στο Ιράν. Το να παραμένουν οι ΗΠΑ «βαλτωμένες» για άλλη μια φορά στη Μέση Ανατολή, μεταφέροντας στρατιωτικά μέσα από την Ασία, παρεμποδίζει επίσης τη διαρκώς αναβαλλόμενη αμερικανική «στροφή προς την Ασία». Επιπλέον, η αδυναμία ή η απροθυμία του Τραμπ να διατάξει το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ έχει εγείρει περισσότερα στρατηγικά ερωτήματα σχετικά με τη βούλησή του να υπερασπιστεί την Ταϊβάν.

Η επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών στο Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα αναζωπύρωσε κάποιες ελπίδες στην Ουάσιγκτον ότι η Κίνα προετοιμάζεται να μεσολαβήσει για μια λύση στον πόλεμο. Όμως, αρκετοί ειδικοί ανέφεραν ότι αυτό μπορεί να σχεδιάστηκε έτσι, προκειμένου ο Σι να μπορεί να πει στον Τραμπ ότι έχει ήδη καλέσει το Ιράν να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ. Κάθε επίσημη επίσκεψη Αμερικανού Προέδρου στην Κίνα αποτελεί κρίσιμη στιγμή για τη διακυβέρνησή του και σημαντικό ορόσημο για τον κόσμο. Θα είναι ειρωνικό αν τα αποτελέσματα ορισμένων από τις αποφάσεις του ίδιου του Τραμπ καταλήξουν να καταδείξουν τους περιορισμούς της ισχύος του, αντί για την παγκόσμια κυριαρχία που ήλπιζε να προβάλει στο Πεκίνο, καταλήγει το CNN.

Σχετικά Άρθρα