Χωμενίδης για την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου: Δεν κινδυνεύει η λογοτεχνία από την AI – Ο κόσμος θα διαβάζει γιατί διψάει για ιστορίες
✨Ο Χρήστος Χωμενίδης μοιράστηκε αποκλειστικές πληροφορίες για την αυστηρή φρούρηση της εισαγγελέως Κοβέσι σε ψαροταβέρνα στο Γαλαξίδι, υπογραμμίζοντας την αποτελεσματικότητά της.
✨Περιέγραψε το Οικονομικό Φόρουμ ως μια ευχάριστη εκδρομή όπου αντίπαλοι συνεργάζονται φιλικά μακριά από τις κάμερες, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη πλευρά τους.
✨Αρνήθηκε ότι η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί τη λογοτεχνία, εξηγώντας πως το AI παράγει μόνο παραλλαγές και όχι γνήσιες, προσωπικές αφηγήσεις.
✨Ανακοίνωσε το νέο του βιβλίο με τις αναμνήσεις από τα πρώτα 13 χρόνια της ζωής του, που περιλαμβάνει και το κλίμα της χούντας στην Αθήνα.
Με μια «ακυκλοφόρητη» ιστορία από τους Δελφούς και το Οικονομικό Φόρουμ στο οποίο συμμετέχει και βρίσκεται αυτές τις ημέρες ο δημοφιλής συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης, ξεκίνησε τη συνέντευξή του στην εκπομπή «Πρωινές Διαδρομές», με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου σήμερα.
«Λοιπόν, θα σας κάνω ένα δώρο αυτή τη στιγμή. Έχω ρεπορτάζ για την κ. Κοβέσι σε αποκλειστικότητα βεβαίως, θα το έχετε εσείς. Χθες το βράδυ κατά τις 9 βρέθηκα στο Γαλαξίδι με ένα φίλο να φάμε σε μία ωραία ψαροταβέρνα όπου έτυχε να είναι η κυρία Κοβέσι με μια παρέα που ήταν δύο άνθρωποι αλλοδαποί με τους οποίους συνεννοούνταν στην αγγλική γλώσσα.
Το ενδιαφέρον ξέρετε ποιο είναι; Παιδιά, δεν έχω δει μεγαλύτερη φρουρά. Δηλαδή όπως καθόταν σε αυτό το τραπεζάκι, ήταν δύο τραπέζια γεμάτα από ανθρώπους που φορούσαν κοστούμια και ακουστικά, καταλαβαίνετε τι λέω. Υπήρχαν απ’ έξω άλλοι πέντε, έξι και πήγα στην τουαλέτα για καθαρά προσωπικούς λόγους και ήταν κι εκεί ένας τύπος. Είναι τρομερό. Δεν έχω δει άνθρωπο, όπως ξέρεις είμαστε και παλιοί ας πούμε στην πιάτσα. Έχουμε δει κι αν έχουμε δει, αυτό, δηλαδή ανθρώπους τους οποίους τους φυλάνε επισήμους κ.τ.λ., αυτό δεν το έχω ξαναδεί. (…) Όταν μια εισαγγελέας φρουρείται τόσο, μάλλον σημαίνει ότι κάνει καλά τη δουλειά της» περιέγραψε με τον μοναδικό του τρόπο ο κ. Χωμενίδης.
Περιγράφοντας συνολικά το κλίμα που επικρατεί στο Φόρουμ, είπε χαρακτηριστικά «είναι χαρούμενοι. Είναι κάπως σαν πενθήμερη εκδρομή για μεγάλους.
Είναι μια ευκαιρία να φορέσουν τα καλά τους και τα κορίτσια και τα αγόρια οποιασδήποτε ηλικίας. Αυτό το οποίο πάντα με εντυπωσίαζε και εντυπωσιάζει, είναι ότι άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται ας πούμε υποτίθεται σε τρομερές αντιθέσεις μεταξύ τους κτλ. όταν είναι κάπου που δεν υπάρχουν κάμερες είναι μια χαρά, δηλαδή εγκαρδιότατοι. (…) Μπροστά στις κάμερες παίζουν ρόλους».
Σχετικά με την κουβέντα για την χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε ξένα βιβλία, ερωτηθείς αν υπάρχει κάποια τέτοια ανησυχία στη χώρα μας και αν πράγματι πλήττεται το κύρος της λογοτεχνίας γενικά, ο κ. Χωμενίδης είπε χαρακτηριστικά «δεν νομίζω ότι είναι πολύ εφικτό. Ενα αισθητογράφημα που λέω εγώ, μπορεί να φτιαχτεί με την έννοια ότι παίρνει άλλα 50, τα ανακατεύει και λέει την ίδια ιστορία κάπως διαφορετικά, μία παραλλαγή της. Αλλά ένα βιβλίο, ένα διήγημα μυθιστόρημα το οποίο ξεκινάει από τις εμπειρίες ή από το στοχασμό ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και αντανακλά την αγωνία του την υπαρξιακή ή την σκέψη του, δεν μπορεί να φτιαχτεί από το AI. Το AI αυτό που σου δίνει είναι παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Είναι σαν απομίμηση. (…)
Ούτε η λογοτεχνία κινδυνεύει. Ούτε η δημοσιογραφία κινδυνεύει. Ούτε τα τραγούδια κινδυνεύουν».
Όσο για το κατά πόσο μειώνονται παγκοσμίως οι αναγνώστες, ο κ. Χωμενίδης είναι αισιόδοξος ότι η φιλαναγνωσία δεν κινδυνεύει να αντικατασταθεί.
«Η γενιά αυτή και η επόμενη, δηλαδή Gen Z και η A, έχει μεγαλώσει μέσα στο διαδίκτυο. Και όντως ίσως η διάρκεια προσοχής, η ικανότητα συγκέντρωσης δηλαδή σε ένα θέμα να έχει μειωθεί πάρα πολύ. Να πηδάνε από το ένα στο άλλο. Συνεπώς, να μην είναι σε θέση να διαβάσουν μια ιστορία με αρχή μέση τέλος, η οποία διαρκεί πάνω από πέντε σελίδες ή τρεις σελίδες. Αυτό θεωρητικά ισχύει. Από την άλλη μεριά, εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι ούτε βιβλία έχουν πάψει να γράφονται, ούτε οι πωλήσεις, ούτε έχουν γίνει, ούτε έχουν πάει στα άχρηστα, ας πούμε.
Τι πιστεύω εγώ, ότι είναι μέσα στον πυρήνα του ανθρώπου, στον υπαρξιακό πυρήνα του ανθρώπου η ανάγκη να ακούει, να διαβάζει, να παρακολουθεί ιστορίες. Ιστορίες με αρχή, μέση, τέλος. Δηλαδή ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος συν τοις άλλοις, όταν κάθισε ως πάρα πολύ πρωτόγονος γύρω από μια φωτιά και κάποιος από την κοινότητα εκεί στα βάθη του παρελθόντος είπε μια ιστορία ή ζωγράφισε μια ιστορία, αυτές οι τοιχογραφίες στους τοίχους, στα σπήλαια, που είναι τα κυνήγια κτλ. Χρειάζεσαι για την συγκρότησή σου την ψυχική να ακούς ιστορίες και να λες ιστορίες. Η ανάγκη της αφήγησης είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, ώστε δεν κινδυνεύουμε. Δεν κινδυνεύει.
Πόσες ιστορίες ακούτε την ημέρα και τι θα κάνατε αν δεν ακούγατε ιστορίες;».
Μιλώντας τέλος για το νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί σε μια εβδομάδα, αποκάλυψε ότι πρόκειται για τις αναμνήσεις του τα 13 πρώτα χρόνια της ζωής του, από τότε τουλάχιστον που άρχισε να θυμάται.
«Εγώ έγραφα ένα άλλο βιβλίο το οποίο θα συνεχίσω τώρα. Και ξαφνικά τον Νοέμβριο μου ήρθε μία τρομερή έμπνευση, μία μανία με έπιασε και κάθισα και έγραψα δουλεύοντας δέκα ώρες την ημέρα ένα αφήγημα το οποίο είναι τα πρώτα 13 χρόνια της ζωής μου. Δηλαδή δεν είναι μυθιστόρημα, δεν υπάρχει μυθοπλασία.
Δεν είναι για μένα, όμως, δηλαδή δεν είμαι τρελός να επικεντρώσω στο πρόσωπό μου, σιγά, ένα παιδάκι γεννιέται στην Αθήνα το 1966. Είναι ότι θυμάμαι ακόμα τα πάντα. Έχω πάρα πολύ καλή μνήμη και δίνω αυτό το κλίμα, πώς ήταν που τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι, το Πεδίον του Άρεως, το γεγονός ότι όταν ήμουν μικρός συλλάβανε τους όλους μου τους συγγενείς η χούντα. Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις ήταν που πήγα στις φυλακές Ωρωπού και είδα τον παππού μου, μετά που απολύσανε τη μητέρα μου από τη δουλειά της. Φτωχύναμε πάρα πολύ. Αλλάξαμε τρία διαμερίσματα και τελικά βρεθήκαμε σε ένα μικροσκοπικό σπίτι.
Και είναι όλο αυτό το κλίμα της Αθήνας της δεκαετίας, τέλη 60 μέχρι τέλη 70, το οποίο ήθελα πάρα πολύ να καταγράψω, ό, τι συνέβαινε μέσα μου. Και είναι ένα βιβλίο που λέγεται 13. Και είναι το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα, τα πολιτικά γεγονότα. Αν θυμάστε, η πολιτική τότε έμπαινε μέσα στο σπίτι.
Πώς ένα παιδί μέχρι τις 22 Ιουλίου, θεωρεί ότι δεν του λένε πολλά πολλά. Και ξαφνικά στις 24 Ιουλίου του ανακοινώνουν ότι έζησε όλη τη ζωή του μέχρι τότε υπό καθεστώς στυγνής δικτατορίας και τώρα ήρθε η Δημοκρατία, είμαστε ελεύθεροι».