Σδούκου στο libre: Το τρίπτυχο “ψηφοποίηση, απλοποίηση, ξεκάθαροι κανόνες” βάζει τέλος σε λογικές δεκαετιών
✨Η Αλεξάνδρα Σδούκου τονίζει ότι η κυβέρνηση ανέλαβε γενναία την ευθύνη για τις καθυστερήσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ και προωθεί τη μεταρρύθμιση με ενσωμάτωση στην ΑΑΔΕ.
✨Η ψηφιακή επανάσταση έχει επιταχύνει διαδικασίες, μειώνοντας το ρουσφέτι, ενώ το πρόβλημα των παράνομων επιδοτήσεων στον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι παλιό και πολύπλοκο.
✨Η κυβέρνηση διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και σκοπεύει να ολοκληρώσει το έργο της μέχρι την άνοιξη του 2027, με επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων.
✨Ο Πρωθυπουργός διαχώρισε την «παλιά» από τη «νέα» Ελλάδα, επισημαίνοντας τις βαθιές ρίζες του ρουσφετιού και την ανάγκη για ριζική αλλαγή.
Η εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας, Αλεξάνδρα Σδούκου, παρεμβαίνει στην πολιτική αντιπαράθεση, δίνοντας έμφαση στη σύγκρουση της «νέας Ελλάδας» με τις πρακτικές του παρελθόντος. Στο επίκεντρο της κριτικής της βρίσκεται η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, για την οποία τονίζει ότι η κυβέρνηση ανέλαβε με γενναιότητα την ευθύνη για τις καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος που λιμνάζει επί 40 χρόνια. Η ίδια προκρίνει την ενσωμάτωση του Οργανισμού στην ΑΑΔΕ ως τη μεταρρύθμιση που τερματίζει οριστικά τις παράνομες επιδοτήσεις και το ρουσφέτι.
Ταυτόχρονα, η κυρία Σδούκου κλείνει με κατηγορηματικό τρόπο τη συζήτηση περί πρόωρων εκλογών. Υπογραμμίζει ότι η κυβέρνηση διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και τα απαραίτητα «πολιτικά καύσιμα» για να ολοκληρώσει το έργο της μέχρι την άνοιξη του 2027. Με το βλέμμα στο συνέδριο του Μαΐου, η εκπρόσωπος της παράταξης δίνει το σύνθημα για συνεχή επιτάχυνση του μεταρρυθμιστικού έργου, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως η εντολή του Πρωθυπουργού είναι μία: «το πόδι στο γκάζι».
Συνέντευξη
–Κυρία Σδούκου, ο Πρωθυπουργός στο μήνυμά του απέδωσε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σε «παθογένειες δεκαετιών». Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019 και ευαγγελίζεται την ψηφιακή επανάσταση. Πώς εξηγείτε στους αγρότες ότι χρειάστηκαν επτά χρόνια και η απειλή διακοπής της χρηματοδότησης από την Ε.Ε. για να «ανακαλύψετε» τη διασπάθιση δισεκατομμυρίων που συνέβαινε κάτω από τη μύτη των υπουργών σας;

Πρώτα απ’ όλα, νομίζω ότι ούτε ο πιο ορκισμένος αντίπαλος αυτής της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν θα αμφισβητούσε το ψηφιακό άλμα που έχει συμβεί. Από τις μεταγραφές των φοιτητών, στην απονομή συντάξεων που η ψηφιοποίηση και η επιτάχυνση των διαδικασιών έκαναν τους χρόνους απονομής να πέσουν από δύο χρόνια που πολλές φορές χρειαζόταν, σε λίγες εβδομάδες, εξαλείφοντας τόσο το περιθώριο όσο και την ανάγκη για ρουσφετολογικές πρακτικές. Θα μπορούσα να σας φέρω δεκάδες άλλα παραδείγματα όπου η ψηφιοποίηση έφερε καίριες αλλαγές και κατάργησε το ρουσφέτι, αλλά όλοι οι πολίτες έχουν χρησιμοποιήσει το gov.gr και το ξέρουν. Ας πάμε όμως και στο κομμάτι των αγροτικών επιδοτήσεων.
Κανείς δεν ανακάλυψε σήμερα το πρόβλημα, το πρόβλημα αυτό είναι 35-40 χρόνια υπαρκτό, έχοντας κοστίσει στη χώρα πάνω από 3 δισεκατομμύρια σε πρόστιμα. Οπότε όποιος παριστάνει τον έκπληκτο, μάλλον είναι υποκριτής. Στο δε συγκεκριμένο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση -με γενναιότητα επιτρέψτε μου να σας πω- ανέλαβε την ευθύνη της. Το αναγνώρισε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ότι αργήσαμε να δράσουμε, παρότι ξέρετε, πολλές φορές το πόσο γρήγορα μπορείς να παρέμβεις και να εστιάσεις σε ένα πρόβλημα εξαρτάται από τη συγκυρία.
Είναι μια μάχη πολλαπλών επιπέδων, σε πρακτικό επίπεδο, δηλαδή στον εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε να μην υπάρχει καν η ανάγκη για ρουσφέτι
Για παράδειγμα, οι υποθέσεις που ερευνώνται αυτή την περίοδο, είναι της περιόδου της πανδημίας, όπου απόλυτη προτεραιότητα είχε -παγκόσμια, όχι μόνο στην Ελλάδα- δοθεί εκεί. Δεν μείναμε όμως μόνο στην αναγνώριση των λαθών, προχωρήσαμε στις απαραίτητες αλλαγές σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, πλέον, με τη μετάπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και τον νέο τρόπο απονομής των ενισχύσεων τόσο τα όσα είδαμε στο παρελθόν σε σχέση με παράνομες επιδοτήσεις, όσο και οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα παρέμβασης δεν περιορίζονται απλά, αλλά τελειώνουν. Οπότε νομίζω μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε να μας πουν όσοι στάθηκαν απέναντι στη μεταρρύθμιση αυτή γιατί το έπραξαν, ιδίως όταν φέρουν και εκείνοι ευθύνη για το τι συνέβη, είτε σε επίπεδο δημιουργίας της λεγόμενης «τεχνικής λύσης» που ξεκίνησε από τον ΣΥΡΙΖΑ είτε σε επίπεδο αρμοδιότητας καταμέτρησης ζωικού κεφαλαίου που άλλαξε επί ΠΑΣΟΚ, δύο στοιχεία που ήταν καθοριστικά στο να γίνουν όσα είδαμε στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
–Κυρία εκπρόσωπε θα ήθελα να σας ρωτήσω επίσης, τι μήνυμα πιστεύετε ότι έστειλε ο πρωθυπουργός λέγοντας «φτάνει πια με τους υποκριτές που ‘‘ανακάλυψαν’’ ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019». Μήπως ότι μπορούν να συνεχίσουν να ζητούν ρουσφέτια;
Όχι, δεν είναι αυτό το μήνυμα. Ο Πρωθυπουργός περιέγραψε μια πραγματικότητα δύο αιώνων στη χώρα, που κανείς δεν μπορεί να κάνει πως δεν γνωρίζει. Να σας θυμίσω ότι υπάρχει στο κέντρο της Αθήνας μια πλατεία, η πλατεία Κλαυθμώνος. Εκεί, έκλαιγαν και οδύρονταν, τον 19ο αιώνα οι δημόσιοι υπάλληλοι που απολύονταν όταν άλλαζε η κυβέρνηση και έπαιρνε τους δικούς της, από εκεί πήρε και το όνομά της. Έχει πολύ βαθιές ιστορικές ρίζες λοιπόν το ρουσφέτι, δεν είναι φαινόμενο που γεννήθηκε σήμερα. Αν αυτό δεν το αναγνωρίσουμε, αν δεν «κοιτάξουμε κατάματα» θα σας έλεγα, αυτή την πραγματικότητα, τότε δεν μπορούμε και να την αλλάξουμε.
Σε όλη τη διάρκεια της έρευνας μια σειρά προσώπων και κομμάτων επιχείρησαν όχι μόνο να καθυστερήσει η Δίκη, αλλά να δυναμιτίσουν τη διαδικασία με κάθε δυνατό τρόπο
Οπότε το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που λέτε, ήταν μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παλιά Ελλάδα που πολλές όψεις της μας πληγώνουν και μας παγιδεύουν σε μια χρόνια υστέρηση και στη νέα Ελλάδα που μπορεί και πρέπει να τις ξεπεράσει. Σε αυτή την προσπάθεια, που κάνουμε εδώ και 7 χρόνια και θα συνεχίσουμε να την κάνουμε έχουν υπάρξει ήδη πολλά και μετρήσιμα αποτελέσματα. Υπάρχουν προφανώς και αδυναμίες, αστοχίες και καθυστερήσεις τις οποίες τις ξέρουμε και εργαζόμαστε για να τις διορθώσουμε.
Το σημαντικό, όμως, είναι να τονίσουμε πως είναι μια μάχη πολλαπλών επιπέδων, σε πρακτικό επίπεδο, δηλαδή στον εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε να μην υπάρχει καν η ανάγκη για ρουσφέτι, να μην υπάρχει η ανάγκη να διεκδικήσει ένας πολίτης το δίκιο του απέναντι σε μια βαθιά κρατική μηχανή που μοιάζει ώρες- ώρες, σαν να είναι φτιαγμένη για να ταλαιπωρεί τους πολίτες. Ο στόχος μας είναι το τρίπτυχο: ψηφοποίηση, απλοποίηση, ξεκάθαροι κανόνες. Και αυτό το τρίπτυχο «πνίγει» τις εξυπηρετήσεις και τα ρουσφέτια και σε κοινωνικό επίπεδο. Τα απονομιμοποιούν ως κοινωνική πρακτική.
–Καθώς η δίκη για το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών εξελίσσεται, η κοινωνία παρακολουθεί μια προσπάθεια περιορισμού των ευθυνών σε υπηρεσιακό επίπεδο. Δεδομένης της έντονης κριτικής για «συγκάλυψη» και για «κοινοβουλευτική ασπίδα» σε πολιτικά πρόσωπα, πώς απαντάτε στο κοινό αίσθημα ότι η Δικαιοσύνη αφήνεται να λειτουργήσει μόνο στον βαθμό που δεν αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της κυβερνητικής πλειοψηφίας;
Κοιτάξτε, θέτετε ένα ερώτημα που όχι απλά το έχουμε απαντήσει πολλές φορές. Το έχει απαντήσει η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων. Δεν υπάρχει καμία συγκάλυψη. Η Δίκη άρχισε σε πείσμα όσων δεν ήθελαν να ξεκινήσει και μάλιστα ξεκίνησε πιο γρήγορα από άλλες υποθέσεις στο παρελθόν. Αλλά δεν θέλω να μπω σε αυτό το γαϊτανάκι. Όλοι έχουν καταλάβει ποιοι δεν ήθελαν να ξεκινήσει η Δίκη και γιατί. Για εμάς είναι μείζον να αποδοθεί δικαιοσύνη για ένα δυστύχημα που μας συγκλόνισε όλους. Και έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη που είναι απολύτως ανεξάρτητη.
Δεν έχω διαπιστώσει καμία επίθεση στις Ανεξάρτητες Αρχές. Αν μου βρείτε μία τέτοια επίθεση, όπως λέτε, να σας απαντήσω, αλλά σε κάτι που δεν υφίσταται τι μπορώ να σας πω
Και κάτι ακόμα για τα περί συγκάλυψης: δύο πρώην υπουργοί της κυβέρνησης έχουν παραπεμφθεί στο δικαστικό συμβούλιο στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής. Αλήθεια, έτσι είναι η συγκάλυψη; Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα που θα ήθελα να τονίσω. Σε όλη τη διάρκεια της έρευνας μια σειρά προσώπων και κομμάτων επιχείρησαν όχι μόνο να καθυστερήσει η Δίκη, αλλά να δυναμιτίσουν τη διαδικασία με κάθε δυνατό τρόπο. Και είναι σαφές πως δεν αναφέρομαι στους συγγενείς των θυμάτων αλλά σε πολιτικά πρόσωπα, που διέσπειραν από θεωρίες συνωμοσίας -με ξυλόλια, χαμένα βαγόνια και τόσα άλλα- που κατέπεσαν η μία μετά την άλλη και επιχείρησαν την δημιουργία ενός τοξικού κλίματος, μέχρι και τώρα που ξεκίνησε το δικαστήριο.
Όλα αυτά έγιναν για μικροκομματικά οφέλη, για μια – δύο δημοσκοπικές μονάδες. Αυτό είναι μία βαθιά ανηθικότητα, καθώς κάποιοι εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, έκαναν όλα αυτά, αδιαφορώντας στην πράξη για την απόδοση δικαιοσύνης, για την τιμωρία των ενόχων. Αδιαφόρησαν ακόμα και για την ανάγκη των οικογενειών να βρουν την παρηγοριά που δικαιούνται, για την κοινωνία που φέρει το δυστύχημα των Τεμπών ως ανοιχτή πληγή στο σώμα της.
–Παρατηρούμε ένα μοτίβο: Υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση επιτίθεται στις Ανεξάρτητες Αρχές ή σε όποιον αναδεικνύει στοιχεία, όπως π.χ. το πρόσφατο έγγραφο για την Intellexa. Μήπως η στρατηγική της «απαξίωσης των ελεγκτών» αποτελεί πλέον την επίσημη γραμμή της παράταξής σας προκειμένου να διαχειριστείτε το κόστος μιας βαθιάς θεσμικής κρίσης;

Δεν έχω διαπιστώσει καμία επίθεση στις Ανεξάρτητες Αρχές. Αν μου βρείτε μία τέτοια επίθεση, όπως λέτε, να σας απαντήσω, αλλά σε κάτι που δεν υφίσταται τι μπορώ να σας πω. Η κυβέρνηση συνεχώς αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη που έχει στη Δικαιοσύνη και στις αποφάσεις της, ενώ κάποια κόμματα αναφέρονται επιλεκτικά σε αυτές. Όταν θεωρούν ότι κάποια βολεύει το αφήγημά της την αποθεώνουν, ενώ όταν κάποια δεν «ταιριάζει» την αμφισβητούν και την υπονομεύουν ενεργά στα μάτια της κοινωνίας.
Όσον αφορά το πρόσφατο δημοσίευμα για την Intellexa να σας απαντήσω συγκεκριμένα: Το ίδιο το δημοσίευμα λέει πως το συγκεκριμένο έργο που αναφέρει δεν προχώρησε, το προσύμφωνο δεν έγινε ποτέ συμφωνία, δεν υπήρξε πληρωμή, απολύτως τίποτα, ενώ ακόμα και το προσύμφωνο δεν είχε απολύτως καμία σχέση με το παράνομο λογισμικό ή οτιδήποτε τέτοιο.
Να συζητήσουμε λοιπόν για όσα συνέβησαν και συμβαίνουν και όχι για όσα δεν έγιναν ποτέ. Και τι έχει συμβαίνει στην υπόθεση; Πρώτον, έχουμε μια εξελισσόμενη σήμερα έρευνα από τη Δικαιοσύνη για μια συγκεκριμένη και σοβαρή πράξη όπως η χρήση παράνομου λογισμικού, για την οποία έχουν πρωτόδικα καταδικαστεί τέσσερα άτομα. Δεύτερον, όταν η Δικαιοσύνη τους παρέπεμπε στο πρωτοδικείο είχε αποκλείσει τη συμμετοχή κρατικών φορέων ή λειτουργών.
Λυπάμαι αλλά και σε αυτή την περίπτωση βλέπω πως το κίνητρο της αντιπολίτευσης δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας για το παράνομο λογισμικό υποκλοπών, αλλά η καλλιέργεια ενός πολιτικού κλίματος ζόφου, ελπίζοντας ότι θα ωφεληθούν έτσι. Και για να επανέλθω στο αρχικό ερώτημα σας, περί «διαχείρισης μιας βαθιάς θεσμικής κρίσης». Θα μιλήσω ξανά με δεδομένα. Μια θεσμική κρίση θα προϋπέθετε για παράδειγμα μεγάλα ελλείματα στη δικαιοσύνη, όμως σύμφωνα με όλες τις Ευρωπαϊκές εκθέσεις, η χώρα μας βελτιώνεται στον τομέα αυτό. Θα προϋπέθετε ελλείματα δημοκρατικής λειτουργίας, όμως η χώρα μας έχει βελτιωθεί στους δείκτες ποιότητας δημοκρατίας και αν λάβουμε υπόψη μας την έκθεση του Economist που δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες, είμαστε για τρίτη συνεχή χρονιά στις λεγόμενες «πλήρεις Δημοκρατίες», για την ακρίβεια είμαστε μια από τις 26 «πλήρεις Δημοκρατίες» στον κόσμο για το 2025. Η μετρήσιμη αναβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας μας συνέβη στα χρόνια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενός φύσει και θέσει μετριοπαθούς, φιλελεύθερου και μεταρρυθμιστή πολιτικού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πράγματα που πρέπει να αλλάξουμε, θεσμούς που πρέπει να κάνουμε πιο αποτελεσματικούς στην λειτουργία τους. Δεν σημαίνει όμως σε καμία περίπτωση μία χώρα σε θεσμική κρίση. Το λένε τα ίδια τα δεδομένα. Αλλά δυστυχώς για την αντιπολίτευση ισχύει αυτό που λένε: «αν δεν συμφωνούν τα δεδομένα τόσο το χειρότερο για τα δεδομένα».
–Είναι ευρέως γνωστό πως οι πρόωρες εκλογές αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο του Πρωθυπουργού και σπανίως προαναγγέλλονται. Ωστόσο, υπό το πρίσμα της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, θα θεωρούσατε πως μια νωπή λαϊκή εντολή θα λειτουργούσε ως επιταχυντής του μεταρρυθμιστικού έργου; Με άλλα λόγια, θα συγκαταλέγατε τον εαυτό σας σε εκείνους που θα εισηγούνταν μια προσφυγή στις κάλπες ως λύση πολιτικής σταθερότητας;
Το μεταρρυθμιστικό έργο δεν χρειάζεται επιταχυντή, χρειάζεται συνεχή επιτάχυνση. Γι’ αυτό ακούμε τον Πρωθυπουργό να λέει «το πόδι στο γκάζι». Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και, ταυτόχρονα, καταγράφει σημαντική δημοσκοπική διαφορά από το δεύτερο κόμμα, έχει, λοιπόν, και τα απαραίτητα «πολιτικά καύσιμα».
Η μετρήσιμη αναβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας μας συνέβη στα χρόνια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενός φύσει και θέσει μετριοπαθούς, φιλελεύθερου και μεταρρυθμιστή πολιτικού
Στον χρόνο που απομένει λοιπόν μέχρι την άνοιξη του 2027 είναι πολύ σημαντικό να υλοποιήσουμε όσα υποσχεθήκαμε, να διορθώσουμε λάθη και να αναδείξουμε τελικά το όραμα και το πρόγραμμά μας για την Ελλάδα του 2030. Όλα τα παραπάνω θα έχουμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε και να τα αναδείξουμε στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας τον ερχόμενο Μάιο.
Άρα, απαντώντας ευθέως στην ερώτησή σας, δεν τίθεται ζήτημα εκλογών και το μόνο που έχουμε μπροστά μας, τον επόμενο έναν χρόνο, είναι να κάνουμε πράξη την εντολή του πρωθυπουργού να έχουμε το «πόδι στο γκάζι». Γιατί τα κόμματα υπάρχουν για να υπηρετούν την πατρίδα και τους πολίτες και στη ΝΔ αυτή η ευθύνη είναι στο DNA της παράταξής μας.