Ενιαίος Αμυντικός Χώρος με την Κύπρο: Προϋποθέσεις και ευκαιρίες
✨Το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα Ελλάδας-Κύπρου, που ξεκίνησε το 1993, στοχεύει στην προστασία της Κύπρου από την τουρκική απειλή με σύγχρονες στρατιωτικές ενισχύσεις.
✨Η τρέχουσα αναβάθμιση της συνεργασίας περιλαμβάνει αποστολή φρεγατών και μαχητικών, ενισχύοντας την άμυνα ενάντια σε απειλές όπως αυτές από τον Ιρανό στρατηγό Τζαμπάρι.
✨Η ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της Ε.Ε. προτείνεται για την ενίσχυση της ασφάλειας της Κύπρου και την αποτροπή μελλοντικών απειλών.
✨Η στρατηγική συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου έχει προοπτική συνεργασίας με το Ισραήλ, ενώ απαιτείται πολιτική συναίνεση και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική για τη σταθερότητα.
Το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα (ΕΑΔ) Ελλάδας- Κύπρου ήταν μια στρατηγική απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου με την οποία συμφώνησε ασμένως ο Γλαύκος Κληρίδης το μακρινό 1993 και είχε σκοπό την προστασία της μεγαλονήσου απέναντι στην τουρκική απειλή. Η αλήθεια είναι πώς πέρασε από σαράντα κύματα, κυρίως με τα μπρος πίσω όσον αφορά την θωράκιση της Κύπρου με τους ρωσικούς S300 που, ως γνωστόν, δεν έφτασαν ποτέ στο νησί εξαιτίας των πιέσεων που άσκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ιδέα επιστρέφει ως Ενιαίος Αμυντικός Χώρος με την αποστολή της Belhara “Κίμων” και της φρεγάτας “Ψαρά” με το αντι-drone -μεταξύ άλλων- σύστημα και των F16 Viper και φαίνεται πώς θα έχει συνέχεια. Η αφορμή, βεβαίως, είναι οι παρανοϊκές απειλές του Ιρανού στρατηγού Τζαμπάρι ότι θα εκτοξευτούν πύραυλοι κατά του νησιού με στόχο τις βρετανικές βάσεις όπου, κατά την Τεχεράνη, σταθμεύουν αμερικανικά μαχητικά που εμπλέκονται στην επίθεση.
Όμως η αφορμή αυτή δημιουργεί και ευκαιρίες αλλά και ορισμένους κινδύνους. Κατ’ αρχάς στη δημόσια συζήτηση σχετικά με την σκοπιμότητα μιας τέτοιας απόφασης της Αθήνας τα επιχειρήματα όσων διαφωνούν μάλλον κινούνται στη βάση μιας “ηθικής” που πόρρω απέχει από την γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Κύπρος απειλείται, η Ελλάδα προστρέχει, τελεία, παύλα.
Ναι, η ελληνική αεροναυτική παρουσία στο νησί δρα έμμεσα και ως ασπίδα των βρετανικών βάσεων. Δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς, εκτός εάν κάποιοι θεωρούν ότι ο “Κίμων” πρέπει να κάνει τον τροχονόμο και να επιτρέπει να περνούν οι ιρανικοί πύραυλοι που κατευθύνονται στο βρετανικό έδαφος των βάσεων και να δρα αποτρεπτικά μόνο εάν πρόκειται να πλήξουν την Πάφο ή άλλη κατοικημένη περιοχή. Αστεία πράγματα.
Αναμφίβολα, η Λευκωσία πρέπει να εξασφαλίσει από τον αμφίσημο Στάρμερ ότι οι βρετανικές βάσεις όντως δεν θα χρησιμοποιηθούν επιθετικά, όπως δεσμεύτηκε. Όμως, όπως και η Σούδα έτσι κι αυτές παίζουν εκ των πραγμάτων (σημαντικό) ρόλο στην επιχείρηση των ΗΠΑ.
Πάμε, τώρα στις ευκαιρίες που δημιουργούνται.
Πρώτον, Λευκωσία και Αθήνα πρέπει να ζητήσουν την ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής του σχετικού κανονισμού της Ε.Ε και να μην περιοριστούν μόνο στην συνδρομή της Ελλάδας. Ιστορικά και συναισθηματικά αναγκαία η δεύτερη, οφειλόμενη, όμως, και η πρώτη από την αμήχανη ευρωπαϊκή ηγεσία. Η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της ΕΕ που υποτίθεται ότι σχεδιάζει την κοινή άμυνα των 800 δισ. ευρώ, θα ήταν, ως εκ τούτου, τουλάχιστον παράδοξο να μην συναινέσουν οι Βρυξέλλες ως προς αυτό.
Εάν Ελλάδα και Κύπρος επιτύχουν κάτι τέτοιο το μήνυμα θα είναι σαφές όχι μόνο προς το Ιράν αλλά και προς οιονδήποτε άλλον θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Κύπρου μελλοντικά. Και όλοι γνωρίζουμε ποιός θα μπορούσε να είναι αυτός.
Δεύτερον, η επιχειρησιακή εφαρμογή, για πρώτη φορά υπό τέτοιες συνθήκες, του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου επισημαίνει το εξής απλό: ο,τιδήποτε συμβαίνει για μία γεωπολιτική απειλή μπορεί (και πρέπει) να συμβεί σε κάθε περίπτωση, ειδικά όταν αφορά τον πυρήνα της στρατηγικής των Παπανδρέου-Κληρίδη που κληρονόμησαν έκτοτε οι πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών.
Ο,τιδήποτε ατόνησε κατά το παρελθόν υπό τις πιέσεις κυρίως του αμερικανικού παράγοντα αλλά και της “εγγυήτριας δύναμης” Βρετανίας (με τις κατά καιρούς φιλοτουρκικές θέσεις) δεν πρέπει να ατονήσει στο μέλλον.
Τρίτον, ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος Ελλάδας- Κύπρου έχει προοπτική να συνδεθεί (ήδη έχουν γίνει κοινές ασκήσεις και έχουν υπογραφεί αμυντικές συμφωνίες) με το Ισραήλ.
Αναμφίβολα είναι ανήθικο, δύσκολο και βαρύ να συνεργάζεται κανείς με τον διωκόμενο από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο Νετανιάχου της εθνοκάθαρσης και των εποικισμών στη Γάζα, όμως σε έναν ταραγμένο κόσμο όπου άπαντες δρουν υπέρ των συμφερόντων τους είναι ρεαλιστικά αναγκαία η ισορροπία μεταξύ του τι είναι καλό για την Ελλάδα και την Κύπρο και του διεθνούς δικαίου: δυστυχώς, και τούτο ποιήσαι κακείνο μη αφιέναι...Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για το στρατηγικό βάθος σε μία τέτοια συνθήκη, ιδιαίτερα με δυναμική και αμείωτη την τουρκική απειλή.
Όλα αυτά συνιστούν μία νέα στρατηγική που πρέπει να ζυγιστεί και να τεκμηριωθεί άριστα στο γεωπολιτικό και επχιειρησιακό σκέλος και κυρίως να αποκτήσει πολιτικό και κοινωνικό βάθος στο εσωτερικό της χώρας. Δεν θα επικαλεστούμε το κλισέ της συναίνεσης, αρκεί διάλογος, συνεννόηση και σε κάποιο βαθμό κατανόηση απ΄ όλους της πραγματικότητας στον γεωπολιτικό μας περίγυρο.
Επιπλέον, απαιτείται επιστροφή στο πολυδιάστατο της εξωτερικής μας πολιτικής. Θα ήταν λάθος να προσκολληθούμε μόνο σε αυτό και να εγκαταλλείψουμε τα άλλα πεδία ενδιαφέροντος και συμφερόντων της εξωτερικής μας πολιτικής.