Ανάλυση: Το Συμβούλιο Ειρήνης παρήγαγε δολάρια, δεσμεύσεις, αμφισβήτηση και πολύ ασάφεια
✨Ο Πρόεδρος Τραμπ συγκάλεσε το 2026 το «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Λωρίδα της Γάζας, με στόχο τη σταθεροποίηση της εκεχειρίας και την ανοικοδόμηση της περιοχής.
✨Στη συνεδρίαση συμμετείχαν 47 χώρες, κυρίως από τη Μέση Ανατολή, χωρίς άμεση εκπροσώπηση της Παλαιστινιακής Αρχής ή της Χαμάς, προκαλώντας επικρίσεις.
✨Οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν για χρηματοδότηση 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ άλλες χώρες πρόσφεραν πάνω από 7 δισεκατομμύρια για υποδομές και βασικές υπηρεσίες.
✨Στο πεδίο της ασφάλειας, σχεδιάζεται διεθνής δύναμη με στρατιώτες και νέα αστυνομία στη Γάζα, ενώ η Χαμάς ζητά τήρηση της εκεχειρίας και άρση αποκλεισμού.
Σε μια από τις πιο πολυσυζητημένες –και πολιτικά φορτισμένες– διπλωματικές πρωτοβουλίες της πρόσφατης περιόδου, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ συγκάλεσε στις 19 Φεβρουαρίου 2026 την πρώτη συνεδρίαση του νεοσύστατου «Συμβουλίου Ειρήνης» για τη Λωρίδα της Γάζας στην Ουάσιγκτον, στο Ινστιτούτο των ΗΠΑ για την Ειρήνη. Η κίνηση παρουσιάστηκε ως προσπάθεια να μετατραπεί η εύθραυστη εκεχειρία σε πιο σταθερή διαδικασία μετάβασης: από την άμεση ανακούφιση προς τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, από την κρίση διακυβέρνησης προς μια νέα –έστω προσωρινή– αρχιτεκτονική ασφάλειας και διοίκησης στη Γάζα. Ωστόσο, από το ξεκίνημα έγινε σαφές ότι το εγχείρημα θα κριθεί σε τρία επίπεδα: στο εάν θα αποδώσει πραγματικά στο έδαφος, στο εάν θα επιτύχει ευρεία διεθνή νομιμοποίηση και στο εάν θα λειτουργήσει συμπληρωματικά –ή ανταγωνιστικά– προς τον ΟΗΕ και τις καθιερωμένες διαδικασίες.
Το κλίμα στην αίθουσα ήταν διττό: από τη μία, αισθητή διάθεση κινητοποίησης και χρηματοδότησης· από την άλλη, εμφανείς επιφυλάξεις για τους όρους, τους μηχανισμούς εφαρμογής και –κυρίως– για το γεγονός ότι η Παλαιστινιακή πλευρά δεν εκπροσωπήθηκε άμεσα στις εργασίες.
Ποιοι ήταν παρόντες – και ποιες ήταν οι μεγάλες απουσίες
Στη συνεδρίαση συμμετείχαν εκπρόσωποι 47 χωρών, με την αμερικανική πλευρά να δίνει σαφές πολιτικό στίγμα μέσω του Ντόναλντ Τραμπ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Η εικόνα ενισχύθηκε από τη συμμετοχή χωρών της Μέσης Ανατολής και ευρύτερα, κυρίως λόγω της οικονομικής διάστασης της ανοικοδόμησης, αλλά και της συζήτησης για την ασφάλεια στη “επόμενη μέρα”.
Μεταξύ των χωρών που βρέθηκαν στο τραπέζι, κεντρικό ρόλο είχε το Κατάρ, με τον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν Αλ Θάνι να τοποθετείται υπέρ της χρηματοδοτικής στήριξης και της σταθεροποίησης. Παρόντα ήταν επίσης τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τον υπουργό Εξωτερικών Αμπντουλάχ μπιν Ζάγεντ, το Μαρόκο με τον υπουργό Εξωτερικών Νάσερ Μπουρίτα, το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία με τον Αντέλ αλ-Τζουμπέιρ, η Κουβέιτ με τον υπουργό Εξωτερικών Τζάραχ Τζάμπερ αλ-Άχμαντ αλ-Σαμπάχ, καθώς και το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν και το Ουζμπεκιστάν.
Από την Αίγυπτο συμμετείχε ο πρωθυπουργός Μουσταφά Μαντμπούλι, ο οποίος επέμεινε σε δημόσιες τοποθετήσεις υπέρ των παλαιστινιακών δικαιωμάτων και κατά κινήσεων που θα οδηγούσαν σε νέα τετελεσμένα.
Την ίδια στιγμή, στο διπλωματικό παρασκήνιο καταγράφηκαν δυτικές επιφυλάξεις και αίσθηση “απόστασης” από το νέο σχήμα. Το γεγονός ότι αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εμφανίστηκαν επιφυλακτικές για την αναθέσιμη βάση του Συμβουλίου και για το πώς θα συνδεθεί με τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας υπογράμμισε τις ρωγμές συναίνεσης. Καθοριστικό στοιχείο ήταν επίσης ότι δεν υπήρξε άμεση εκπροσώπηση από την Παλαιστινιακή Αρχή ή τη Χαμάς, κάτι που τροφοδότησε την κριτική ότι συζητείται το μέλλον της Γάζας χωρίς θεσμική παλαιστινιακή παρουσία στο τραπέζι.
Χρήματα, δεσμεύσεις και το “κενό” των μηχανισμών εφαρμογής
Το πιο απτό αποτέλεσμα της πρώτης συνεδρίασης αφορούσε τα ποσά που ανακοινώθηκαν. Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προτίθενται να διαθέσουν 10 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω του Συμβουλίου Ειρήνης, ενώ ανέφερε ότι συγκεντρώθηκαν πάνω από 7 δισεκατομμύρια δολάρια από χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Κουβέιτ και το Ουζμπεκιστάν.
Οι δεσμεύσεις περιγράφηκαν ως μίγμα χρηματοδότησης, υλικής συνδρομής, υποδομών και τεχνολογικής βοήθειας, με στόχο να ξεκινήσουν έργα σε κρίσιμους τομείς – στέγαση, βασικές υπηρεσίες, δίκτυα, υγεία.
Παράλληλα, έγινε αναφορά σε πρόσθετες πρωτοβουλίες συγκέντρωσης πόρων, με διεθνείς φορείς να επιδιώκουν συμπληρωματική χρηματοδότηση. Ωστόσο, το κεντρικό ερώτημα παρέμεινε: ποιος θα ελέγχει τις εκταμιεύσεις, ποια θα είναι η αλυσίδα λογοδοσίας και πώς θα αποφευχθούν καθυστερήσεις, πολιτικές δεσμεύσεις “χωρίς αντίκρισμα” ή αδιαφανείς διαδρομές πόρων. Το ίδιο ισχύει και για το αμερικανικό σκέλος των 10 δισ., καθώς η πρακτική υλοποίηση προϋποθέτει θεσμικές διαδικασίες και πολιτική συνέχεια.
Ασφάλεια στη “νέα φάση”: διεθνής δύναμη και συγκρότηση νέας αστυνομίας
Δεύτερος πυλώνας των συζητήσεων ήταν η ασφάλεια. Ο διοικητής της σχεδιαζόμενης Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης στη Γάζα, στρατηγός Γιάσπερ Τζέφερς, ανακοίνωσε ότι πέντε χώρες δεσμεύτηκαν να στείλουν δυνάμεις: Ινδονησία, Μαρόκο, Καζακστάν, Κόσοβο και Αλβανία. Η Ινδονησία, με τον πρόεδρο Πραμπόβο Σουμπιάντο, φέρεται να προετοιμάζει σημαντική συμβολή, ενώ το σχέδιο περιλαμβάνει σταδιακή ανάπτυξη με στόχους που, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, φτάνουν έως 20.000 στρατιωτικούς και εκπαίδευση 12.000 αστυνομικών για την εσωτερική τάξη.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο συντονιστής του Συμβουλίου, Νικολάι Μλαντένοφ, δήλωσε ότι ξεκίνησε διαδικασία για τη συγκρότηση νέας αστυνομικής δύναμης στη Γάζα, με στόχο να μην βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Χαμάς. Οι ανακοινώσεις έκαναν λόγο για έντονο αρχικό ενδιαφέρον. Ρόλος στην εκπαίδευση και οργάνωση παλαιστινιακών δομών ασφαλείας αποδόθηκε σε περιφερειακούς παίκτες, κυρίως την Αίγυπτο και την Ιορδανία, κάτι που ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια να υπάρξει “αραβική γέφυρα” μεταξύ διεθνούς δύναμης και τοπικής διοίκησης.
Η Χαμάς απαντά: “τεστ αξιοπιστίας” η εκεχειρία και η άρση του αποκλεισμού
Η Χαμάς τοποθετήθηκε με σαφήνεια απέναντι στο νέο σχήμα, χαρακτηρίζοντας ως πραγματικό “τεστ” οποιασδήποτε πρωτοβουλίας την τήρηση της εκεχειρίας, την άρση του αποκλεισμού, το άνοιγμα περασμάτων και την ανεμπόδιστη είσοδο ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, κάλεσε όσους συμμετέχουν στο Συμβούλιο να πιέσουν το Ισραήλ ώστε να σταματήσουν οι παραβιάσεις της κατάπαυσης πυρός και να υπάρξει ουσιαστική προστασία των αμάχων.
Στον αντίποδα, ο Τραμπ συνέδεσε την προοπτική σταθεροποίησης με τον αφοπλισμό και την αποδυνάμωση των ένοπλων δομών της Χαμάς, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη “επόμενη μέρα” με την οργάνωση σε ρόλο στρατιωτικού κέντρου ισχύος. Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει το βασικό αδιέξοδο: η διεθνής κοινότητα συζητά για θεσμούς, δυνάμεις και χρηματοδότηση, ενώ στο έδαφος η πολιτική νομιμοποίηση, η ασφάλεια και ο έλεγχος παραμένουν άρρηκτα δεμένα με το ποιος έχει πραγματική επιρροή στη Γάζα.
Ένα νέο κεφάλαιο ή μια διπλωματική δοκιμασία;
Η πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης παρήγαγε χρήματα, δεσμεύσεις και ένα “σχέδιο πλαισίου”, αλλά άφησε ανοιχτό το ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί αυτός ο μηχανισμός να μετατρέψει τη ρητορική σε αποτελέσματα, χωρίς ευρεία διεθνή συναίνεση και χωρίς άμεση παλαιστινιακή θεσμική συμμετοχή; Η απάντηση θα κριθεί από τη συνέχεια: από το εάν θα υπάρξουν συγκεκριμένα έργα ανοικοδόμησης, εάν θα λειτουργήσουν οι μηχανισμοί λογοδοσίας, εάν θα σταθεροποιηθεί η ασφάλεια και –πάνω απ’ όλα– εάν θα υπάρξει πολιτική διαδρομή που να ξεπερνά τη διαχείριση της κρίσης και να οδηγεί σε βιώσιμη ειρήνη για τον λαό της Γάζας.