Η Ευρώπη σε κρίσιμο σταυροδρόμι: Στρατηγική αυτονομία ή εγκλωβισμός σε μια νέα μορφή εξάρτησης
✨Στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η Ευρώπη αντιλαμβάνεται την ανάγκη προετοιμασίας για μια εποχή χωρίς δεδομένη αμερικανική προστασία και με συνεχιζόμενη ρωσική απειλή.
✨Η ευρωπαϊκή στρατηγική εστιάζει στην αντιμετώπιση της Ρωσίας, τη διαχείριση της σχέσης με τις ΗΠΑ υπό τον Τραμπ και την προσπάθεια για πολιτική αυτονομία.
✨Ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει κρίσιμο σημείο, με τον Τραμπ να επιδιώκει ειρήνη και την Ευρώπη να ανησυχεί για ενδεχόμενη μελλοντική ρωσική επιθετικότητα.
✨Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι ανάμεσα στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της ή στη διατήρηση εξάρτησης από τις ΗΠΑ, με σημαντικές αποφάσεις να αναμένονται σύντομα.
Στη φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, οι τόνοι δεν ήταν απλώς υψηλοί· ήταν αποκαλυπτικοί. Πίσω από τις προσεκτικά διατυπωμένες φράσεις και τις διπλωματικές ισορροπίες, διαμορφώθηκε μια νέα, ανήσυχη ευρωπαϊκή αφήγηση για τον κόσμο που αλλάζει. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία και η σκιά της Ρωσίας υπό τον Βλαντίμιρ Πούτιν συνθέτουν ένα γεωπολιτικό παζλ που προκαλεί υπαρξιακά ερωτήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μήνυμα που εξέπεμψαν αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες ήταν σαφές: η Ευρώπη οφείλει να προετοιμαστεί για μια εποχή όπου δεν θα μπορεί να θεωρεί δεδομένη ούτε την αμερικανική προστασία ούτε την απουσία ρωσικής απειλής. Όμως πίσω από αυτή τη ρητορική κρύβεται μια στρατηγική με δυνητικά εκρηκτικές αντιφάσεις.
Σύμφωνα με τις τοποθετήσεις που καταγράφηκαν στο Μόναχο, η ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στο νέο γεωπολιτικό τοπίο μπορεί να συμπυκνωθεί σε τρεις άξονες.
- Πρώτον, η καχυποψία –αν όχι ανοιχτή εχθρότητα– απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως παράγοντας αποσταθεροποίησης της διατλαντικής σχέσης. Η συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» επανήλθε δυναμικά, με έμφαση στη μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας.
- Δεύτερον, η Ρωσία εξακολουθεί να θεωρείται απειλή πρώτου μεγέθους. Η πιθανότητα μιας μελλοντικής σύγκρουσης Ευρώπης–Ρωσίας, ακόμη και χωρίς αμερικανική εμπλοκή, δεν αποκλείεται από ορισμένους αναλυτές και αξιωματούχους. Οι αναφορές σε ενίσχυση εξοπλισμών, σε μόνιμη στρατιωτική παρουσία στα ανατολικά σύνορα της Ένωσης και σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες καταδεικνύουν μια Ευρώπη που προετοιμάζεται για μακροχρόνια αντιπαράθεση.
- Τρίτον, και ίσως πιο αμφιλεγόμενο, η προοπτική ταχείας λήξης του πολέμου στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται από μερίδα ευρωπαϊκών κύκλων με επιφυλακτικότητα. Η λογική είναι ότι μια συμφωνία που δεν θα εξαντλεί στρατιωτικά και οικονομικά τη Μόσχα ενδέχεται να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής ρωσικής επιθετικότητας. Συνεπώς, η συνέχιση της πίεσης προς το Κρεμλίνο θεωρείται από κάποιους ως αναγκαία επένδυση ασφάλειας.
Ωστόσο, αυτή η τριπλή στρατηγική ενέχει έναν προφανή κίνδυνο: την προοπτική ενός de facto «πολέμου σε δύο μέτωπα» για την Ευρώπη. Από τη μία, η ένταση με τη Ρωσία· από την άλλη, μια συγκρουσιακή σχέση με τις ΗΠΑ εφόσον η Ουάσιγκτον ακολουθήσει μια καθαρά εθνικιστική και οικονομικά επιθετική γραμμή υπό τον Τραμπ.
Η ρητορική του Αμερικανού προέδρου περί του ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε «για να πλήξει τις ΗΠΑ» έχει επαναληφθεί αρκετές φορές. Πίσω από τις υπερβολές, ωστόσο, διαφαίνεται μια συνεκτική στρατηγική: η μετατροπή της Ευρώπης σε οικονομικά και αμυντικά εξαρτημένο εταίρο. Η διατήρηση του ΝΑΤΟ δεν αμφισβητείται ουσιαστικά· αντίθετα, λειτουργεί ως μοχλός επιρροής. Η Ουάσιγκτον απαιτεί αυξημένες αμυντικές δαπάνες, αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων και ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία – όχι απαραίτητα για να «μοιραστεί» την Ευρώπη με τον Πούτιν, αλλά για να διασφαλίσει την αμερικανική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή αγορά.
- Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση περί εγκατάλειψης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ ή περί «μοιράσματος» της ηπείρου με τη Μόσχα μοιάζει περισσότερο με θεωρία παρά με ρεαλιστικό σενάριο. Το αμερικανικό συμφέρον δεν βρίσκεται στην αποχώρηση, αλλά στον έλεγχο. Μια ισχυρή και ενιαία Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε, θεωρητικά, να αναπτύξει αυτόνομη γεωπολιτική στρατηγική· μια κατακερματισμένη, όμως, είναι πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμη.
Στο Μόναχο, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξέφρασαν την ελπίδα ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να πειστεί να αντιμετωπίσει την Ευρώπη ως ισότιμο –έστω και κατώτερο– εταίρο στον «παγκόσμιο Δυτικό άξονα». Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, φέρεται να κινείται σε αυτή τη γραμμή, επιδιώκοντας έναν ρεαλιστικό συμβιβασμό με την Ουάσιγκτον. Όμως η αμερικανική πλευρά δεν δείχνει διάθεση ανταλλαγμάτων πέραν της «πυρηνικής ομπρέλας», την οποία παρουσιάζει ως ήδη επαρκή παραχώρηση.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί ταχεία λήξη της σύγκρουσης. Τα κίνητρά του φαίνεται να είναι τόσο στρατηγικά –αποφυγή περαιτέρω προσέγγισης Ρωσίας–Κίνας– όσο και εσωτερικά πολιτικά. Μια ειρηνευτική συμφωνία θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως προσωπική επιτυχία πριν από κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.
- Ωστόσο, στο εσωτερικό των ΗΠΑ υπάρχουν ισχυρές φωνές που θεωρούν ότι η συνέχιση του πολέμου εξυπηρετεί αμερικανικά συμφέροντα: αποδυναμώνει τη Ρωσία, ενισχύει την ευρωπαϊκή εξάρτηση από την Ουάσιγκτον και ανοίγει χώρο για αμερικανικές ενεργειακές εξαγωγές. Αν αυτές οι φωνές επικρατήσουν, η στρατηγική της ταχείας ειρήνης μπορεί να ανατραπεί – και τότε το ευρωπαϊκό δίλημμα θα γίνει ακόμη πιο σκληρό.
Από την πλευρά της Μόσχας, η διάθεση για διαπραγμάτευση συνδέεται με σκληρούς όρους, συμπεριλαμβανομένων εδαφικών παραχωρήσεων από το Κίεβο. Η ουκρανική ηγεσία, από την άλλη, φοβάται ότι οποιαδήποτε συνεννόηση Δύσης–Ρωσίας θα γίνει εις βάρος της. Η παρατεταμένη σύγκρουση, όμως, αυξάνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης – ακόμη και πυρηνικής.
Το Μόναχο δεν παρήγαγε οριστικές απαντήσεις. Αντίθετα, αποκάλυψε τα διλήμματα. Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε μια βαθύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ και σε μια δύσκολη, αλλά δυνητικά αναγκαία, επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία. Η συνέχιση της σύγκρουσης στην Ουκρανία παγιώνει τη διαίρεση και ενισχύει τον αμερικανικό μοχλό πίεσης· μια ειρηνευτική πρωτοβουλία, αντίθετα, θα απαιτούσε πολιτικό θάρρος και ρήξη με κατεστημένες αντιλήψεις.
Σε κάθε περίπτωση, η Διάσκεψη του Μονάχου ανέδειξε ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό σταυροδρόμι. Το αν θα κινηθεί προς μια πραγματική στρατηγική αυτονομία ή αν θα εγκλωβιστεί σε μια νέα μορφή εξάρτησης, θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις δηλώσεις των ηγετών, αλλά από τις αποφάσεις που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες. Και αυτές οι αποφάσεις ίσως καθορίσουν το μέλλον της ηπείρου για δεκαετίες.