Ανατολική Συρία: Ο έλεγχος των ενεργειακών αποθεμάτων η πραγματική αιτία πίσω από τη σύγκρουση Δαμασκού-Κούρδων
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ανατολική Συρία δεν αφορούν μόνο τη στρατιωτική αναδιάταξη ισχύος, αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της ενεργειακής και οικονομικής επιβίωσης της χώρας. Η ανάκτηση των βασικών κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου από τον συριακό στρατό σηματοδοτεί μια καίρια στροφή στη μεταπολεμική εξίσωση, καθώς επαναφέρει υπό κρατικό έλεγχο τον σημαντικότερο μηχανισμό παραγωγής ξένου συναλλάγματος και ενεργειακής επάρκειας. Για περισσότερο από μία δεκαετία, τα ενεργειακά κοιτάσματα της ανατολικής Συρίας αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου, εκμετάλλευσης και γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης, με τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να διαχειρίζονται μεγάλο μέρος τους εκτός του θεσμικού πλαισίου της Δαμασκού.
Η πρόσφατη ανάκτηση των πεδίων αλ-Ομάρ, αλ-Τανκ, αλ-Τζάφρα και αλ-Αζμπέ, καθώς και του Κονίκο –του μεγαλύτερου πεδίου φυσικού αερίου της χώρας– επαναφέρει στο προσκήνιο το πραγματικό διακύβευμα της σύγκρουσης: τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων. Παράλληλα, η συριακή κρατική εταιρεία πετρελαίου ανακοίνωσε ότι παρέλαβε τα πεδία αλ-Ρασάφα και Σαφιάν, με στόχο την επαναλειτουργία τους και την ένταξή τους στον εθνικό σχεδιασμό παραγωγής.
Οι αρμόδιοι κρατικοί θεσμοί έχουν ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία ανάληψης των ζωτικών ενεργειακών υποδομών, όπως πεδία εξόρυξης και σταθμοί άντλησης, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια της παραγωγής. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η επιστροφή των ενεργειακών πόρων στο θεσμικό πλαίσιο του κράτους αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη νομισματική σταθερότητα και την αποκατάσταση της δημοσιονομικής διαχείρισης.
- Η κυβέρνηση της Δαμασκού έχει θέσει ως στόχο την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου στις 100.000 βαρέλια ημερησίως, από περίπου 30.000 βαρέλια το 2023, σε μια προσπάθεια σταδιακής απεξάρτησης από τις εισαγωγές. Τα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου της Συρίας εκτιμώνται σε περίπου 2,5 δισ. βαρέλια, γεγονός που την κατατάσσει στην 32η θέση παγκοσμίως. Στον τομέα του φυσικού αερίου, ο στόχος είναι η αύξηση της παραγωγής στα 15 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ημερησίως έως το 2026.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις από τον χώρο της ενεργειακής ανάλυσης, η ανάκτηση των μεγαλύτερων πετρελαϊκών πεδίων επαναφέρει το βασικό κανάλι εισροής σκληρού νομίσματος στην οικονομία. Το πετρέλαιο εξακολουθούσε να αποτελεί το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, παρά το γεγονός ότι σημαντικές ποσότητες σπαταλούνταν ή διοχετεύονταν παράνομα εκτός κρατικού ελέγχου. Το υπουργείο Πετρελαίου έχει καταρτίσει σχέδιο συντήρησης και αποκατάστασης των πεδίων, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη ενεργειακές συμφωνίες με χώρες της περιοχής και της Μέσης Ανατολής.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στα σχέδια για την ανάπτυξη πετροχημικής βιομηχανίας. Υπάρχουν ώριμες μελέτες για την κατασκευή μονάδας κοντά στο Ντέιρ εζ-Ζορ, καθώς και για τη δημιουργία διυλιστηρίου, σχέδια που είχαν «παγώσει» πριν από το 2011. Παράλληλα, εξετάζεται η ίδρυση νέας ενεργειακής εγκατάστασης ανατολικά της Χομς, με στόχο τη διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης.
- Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν τεράστιες. Η πεδιάδα της Τζαζίρα θεωρείται η βασική δεξαμενή πετρελαίου και αερίου της Συρίας και η απώλεια του ελέγχου αυτών των πόρων στέρησε από τις SDF το κύριο οικονομικό τους στήριγμα, μεταφέροντας πλέον το πλεονέκτημα στο συριακό κράτος. Το πεδίο αλ-Ομάρ, που πριν από το 2011 παρήγαγε περίπου 80.000 βαρέλια ημερησίως, εκτιμάται ότι τα τελευταία χρόνια υπολειτουργούσε γύρω στις 20.000 βαρέλια, πριν περάσει εκ νέου υπό κρατικό έλεγχο.
Ανάλογη είναι η εικόνα και σε άλλα πεδία: το αλ-Τανκ παρήγαγε περίπου 40.000 βαρέλια ημερησίως πριν από τον πόλεμο, ενώ σήμερα η παραγωγή του περιορίζεται σε μόλις 1.000 βαρέλια. Το Κονίκο, που το 2011 παρήγαγε 13 εκατομμύρια κυβικά μέτρα αερίου ημερησίως, παραμένει ανενεργό, ενώ μικρότερα πεδία όπως το αλ-Τίμ και το αλ-Ουάρντ λειτουργούν σε κλάσμα της παλαιότερης δυναμικότητάς τους.
- Ο πόλεμος κατέστρεψε έναν από τους δύο βασικούς πυλώνες της συριακής οικονομίας, μαζί με τη γεωργία. Πριν από το 2011, η Συρία παρήγαγε 380.000–400.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, καλύπτοντας πλήρως τις εγχώριες ανάγκες και εξάγοντας μέρος της παραγωγής. Η κορύφωση ήρθε το 1996, με περισσότερα από 580.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ οι συνολικές απώλειες στον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου υπολογίζονται σε πάνω από 115 δισ. δολάρια.
Σήμερα, το ενεργειακό διακύβευμα στην Ανατολική Συρία δεν περιορίζεται στην αύξηση της παραγωγής. Συνδέεται άμεσα με τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση, την ενεργειακή ασφάλεια και τη δυνατότητα της χώρας να σταθεί οικονομικά χωρίς εξωτερικές εξαρτήσεις. Η ανάκτηση των κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου αποτελεί το πρώτο βήμα· η πραγματική πρόκληση θα είναι η προσέλκυση επενδύσεων, η αποκατάσταση των υποδομών και η μετατροπή του ενεργειακού πλούτου σε μοχλό οικονομικής σταθεροποίησης.