Ανάλυση: Η Γροιλανδία καταλύτης για ευρωατλαντικές σχέσεις και ουκρανικό

 Ανάλυση: Η Γροιλανδία καταλύτης για ευρωατλαντικές σχέσεις και ουκρανικό

Η διεθνής πολιτική συχνά κινείται μέσα από κρίσεις που μοιάζουν περιφερειακές, αλλά έχουν τη δυναμική να μεταβάλουν συνολικά τις ισορροπίες ισχύος. Η επαναφορά από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, της πρόθεσης για προσάρτηση της Γροιλανδίας δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη προκλητική δήλωση, αλλά ένα σήμα βαθύτερων ανακατατάξεων στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Η ένταση που προκαλείται ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με αιχμή τη Δανία, εγείρει ερωτήματα όχι μόνο για τη συνοχή του ΝΑΤΟ, αλλά και για το πώς μια τέτοια κρίση μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα και πολιτικές αντιδράσεις στη Δυτική Ευρώπη, οι νέες δηλώσεις Τραμπ προκάλεσαν έντονη ανησυχία, αν όχι πανικό. Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούσαν ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας είχε περάσει στο παρελθόν. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη ρητορική από τον Λευκό Οίκο δείχνει ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει το θέμα με στρατηγική σοβαρότητα, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο εξαναγκασμού. Ένα τέτοιο σενάριο, στο οποίο ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ θα επιχειρούσε να αποσπάσει έδαφος από ένα άλλο, θα αποτελούσε πρωτοφανές πλήγμα για τη συμμαχική συνοχή.

  • Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ στον τομέα της ασφάλειας παραμένει καθοριστική. Από την άλλη, η πολιτική και θεσμική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δοκιμάζεται, καθώς μια πιθανή αμερικανική επιβολή στη Γροιλανδία θα ανέτρεπε βασικές αρχές διεθνούς δικαίου και εδαφικής κυριαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα αντιδράσει δυναμικά ή αν, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, θα αναζητήσει έναν συμβιβασμό που θα περιορίζει τη σύγκρουση χωρίς να την επιλύει ουσιαστικά.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει άμεση σημασία για την Ουκρανία. Αν η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία κλιμακωθεί, η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ ενδέχεται να επανεξετάσει συνολικά τη στρατηγική της. Ένα πιθανό –αν και πολιτικά δύσκολο– σενάριο θα ήταν η αναζήτηση διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία, όχι ως στρατηγική σύμπλευση, αλλά ως αντιστάθμισμα απέναντι στην πίεση της Ουάσιγκτον. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ευρώπη θα μπορούσε να επιδιώξει μείωση της εξάρτησής της από την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα, κάτι που θα άλλαζε τις ισορροπίες στον πόλεμο.

Μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των ρωσοευρωπαϊκών σχέσεων, ακόμη και περιορισμένη, θα είχε σοβαρές επιπτώσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο Κίεβο για διαπραγματεύσεις, περιορίζοντας τη στρατιωτική και οικονομική στήριξη. Ζητήματα όπως η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία ή η συνέχιση εκτεταμένων κυρώσεων κατά της Μόσχας θα επανέρχονταν στο τραπέζι υπό νέο πρίσμα. Ένα τέτοιο σενάριο θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική θέση της Ουκρανίας και θα αύξανε την πιθανότητα επώδυνων συμβιβασμών.

  • Ωστόσο, αυτός ο δρόμος κάθε άλλο παρά εύκολος είναι. Η πολιτική και κοινωνική επένδυση της Ευρώπης στην υποστήριξη της Ουκρανίας είναι τεράστια, ενώ μια απότομη αλλαγή πορείας θα προκαλούσε εσωτερικές συγκρούσεις εντός της ΕΕ. Επιπλέον, παραμένει αβέβαιο αν το Κρεμλίνο θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί μια τέτοια επαναπροσέγγιση και υπό ποιους όρους. Παρά τις δυσκολίες, όμως, η ιστορία δείχνει ότι σε περιόδους μεγάλων γεωπολιτικών αναταράξεων ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια δεν μπορούν να αποκλειστούν πλήρως.

Υπάρχει, βέβαια, και το αντίθετο ενδεχόμενο. Αντί να αναζητήσει συμβιβασμούς, η Ευρώπη θα μπορούσε να επιλέξει την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, προσπαθώντας να συσπειρώσει ξανά τις ΗΠΑ γύρω από την έννοια της κοινής απειλής. Ήδη, κινήσεις όπως οι δηλώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου για πιο επιθετική στάση απέναντι σε ρωσικά συμφέροντα δείχνουν ότι αυτή η επιλογή παραμένει στο τραπέζι. Μια τέτοια στρατηγική θα ενίσχυε προσωρινά την ευρωατλαντική ενότητα, αλλά θα αύξανε τον κίνδυνο περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης.

  • Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ακόμη και μια όξυνση των σχέσεων Ευρώπης–Ρωσίας δεν εγγυάται πως ο Ντόναλντ Τραμπ θα εγκαταλείψει την ιδέα της Γροιλανδίας. Αντίθετα, η αυξανόμενη ευρωπαϊκή ανάγκη για αμερικανική στρατιωτική στήριξη θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Ουάσιγκτον. Έτσι, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο μέτωπα: μια ανοιχτή κρίση με τη Ρωσία και μια βαθιά ρήξη με τον βασικό της σύμμαχο.

Σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό τοπίο, η Γροιλανδία λειτουργεί ως καταλύτης. Το πώς θα εξελιχθεί η σύγκρουση γύρω από το νησί δεν θα καθορίσει μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης, αλλά ενδέχεται να διαμορφώσει και το τελικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η λύση στον πόλεμο της Ουκρανίας. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν η κρίση αυτή θα μετατραπεί σε σημείο καμπής ή αν θα απορροφηθεί, όπως τόσες άλλες, από την αδράνεια του διεθνούς συστήματος.