Γεωπολιτικό παρασκήνιο: Η σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας το πραγματικό διακύβευμα του πολέμου στην Ουκρανία
Ο πόλεμος στην Ουκρανία παρουσιάζεται συχνά ως το κεντρικό γεγονός της παγκόσμιας ασφάλειας μετά το 2022. Ωστόσο, το 2025 αποκαλύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η ουκρανική σύγκρουση δεν αποτελεί το κύριο μέτωπο της διεθνούς αντιπαράθεσης, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, όπου το πραγματικό διακύβευμα είναι η στρατηγική σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών – Κίνας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Πεκίνο επηρεάζει άμεσα όχι μόνο τη Μόσχα, αλλά και την εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία, μετατρέποντάς τον σε εργαλείο ενός πολύ πιο σκληρού παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Η σημερινή φάση της διεθνούς αντιπαράθεσης έχει τις ρίζες της στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή οικοδομήθηκε από τη Δύση τις προηγούμενες δεκαετίες. Το άνοιγμα αγορών, τεχνολογιών και επενδύσεων οδήγησε σταδιακά στην απώλεια ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων για τις δυτικές οικονομίες, ενώ επέτρεψε σε χώρες εκτός Δύσης – και κυρίως στην Κίνα – να επιταχύνουν τη βιομηχανική, τεχνολογική και επιστημονική τους άνοδο.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ αντιστάθμιζαν αυτή τη μετατόπιση ισχύος μέσω του ελέγχου των παγκόσμιων νομισμάτων – δολάριο, ευρώ, στερλίνα – διατηρώντας υψηλό επίπεδο ζωής μέσω της νομισματικής επέκτασης.
Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του 2020, τα όρια αυτής της πολιτικής έγιναν εμφανή. Η μαζική εκτύπωση χρήματος οδήγησε σε εκρηκτική αύξηση δημόσιου χρέους, πληθωριστικές πιέσεις και σοβαρούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Δύσης, την ώρα που η Κίνα συνέχιζε να ενισχύει τη βιομηχανική της υπεροχή. Η απάντηση ήρθε με την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εγκαινίασε έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο, επιδιώκοντας την επιστροφή της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και εις βάρος παραδοσιακών συμμάχων.
Η πιο σκληρή σύγκρουση, ωστόσο, εκδηλώθηκε απέναντι στην Κίνα. Παρά την προσωρινή εμπορική ανακωχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατάφεραν να περιορίσουν τη διεθνή ισχύ του Πεκίνου. Αντιθέτως, η Κίνα κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ εμπορικού πλεονάσματος, ενώ απέδειξε ότι διαθέτει ισχυρά δομικά όπλα πίεσης, όπως ο έλεγχος των σπάνιων γαιών, κρίσιμων για την παγκόσμια τεχνολογία. Παράλληλα, η αναγκαστική άρση περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ προς την Κίνα αποκάλυψε τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η θαλάσσια εξάρτηση της Κίνας αναδεικνύεται σε κρίσιμο «ευάλωτο σημείο». Το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής ναυτικής απομόνωσης του Πεκίνου συζητείται πλέον ανοιχτά σε στρατηγικούς κύκλους, ενώ οι ΗΠΑ έχουν ήδη δοκιμάσει παρόμοια εργαλεία μέσω της θαλάσσιας πίεσης στη Βενεζουέλα και της κατάσχεσης πλοίων με κινεζικά φορτία. Για την Κίνα, ένα τέτοιο σενάριο θα ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου, γεγονός που εξηγεί τη ραγδαία αύξηση των στρατηγικών αποθεμάτων ενέργειας.
Ακριβώς εδώ εντάσσεται η Ουκρανία. Από τις αρχές του 21ου αιώνα, η ένταση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου χρησιμοποιήθηκε από την Ουάσιγκτον ως εργαλείο για την αποτροπή μιας στρατηγικής σύγκλισης Ευρώπης – Ρωσίας, που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τόσο τις ΗΠΑ όσο και την Κίνα. Σήμερα, μετά την πλήρη ρήξη Ρωσίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτός ο στόχος έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί. Έτσι, για τον Τραμπ, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς την αναμέτρηση με την Κίνα.
Σε αυτή τη στρατηγική, η Ρωσία αποκτά κρίσιμο ρόλο. Η Μόσχα μπορεί να λειτουργήσει ως οικονομικός και ενεργειακός πνεύμονας της Κίνας σε περίπτωση θαλάσσιας απομόνωσης, ενώ μια ενδεχόμενη στρατιωτική σύμπραξη Ρωσίας – Κίνας θα δημιουργούσε έναν πυρηνικό συσχετισμό ισχύος εξαιρετικά επικίνδυνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γι’ αυτό και βασικός στόχος του Τραμπ δεν είναι να μετατρέψει τη Ρωσία σε σύμμαχο, αλλά να την αποσυνδέσει στρατηγικά από το Πεκίνο, οδηγώντας τη σε μια στάση ευμενούς ουδετερότητας.
Αυτή η λογική εξηγεί και τη στροφή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η προηγούμενη στρατηγική περί «στρατηγικής ήττας της Ρωσίας» εγκαταλείπεται σταδιακά, καθώς αποδείχθηκε μη ρεαλιστική μετά την αποτυχία του ουκρανικού σχεδιασμού για αντεπίθεση και την κατάρρευση των σεναρίων εσωτερικής αποσταθεροποίησης της Μόσχας. Ο Τραμπ επιδιώκει πλέον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ακόμη και με επώδυνους συμβιβασμούς, ώστε να ανοίξει τον δρόμο για μια νέα ισορροπία στις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας.
Ωστόσο, τα εμπόδια είναι πολλαπλά. Ο Πούτιν, αντιλαμβανόμενος τη γεωπολιτική συγκυρία, ανεβάζει το τίμημα των διαπραγματεύσεων, ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ ισχυρά κέντρα – από το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα έως το ενεργειακό λόμπι – προωθούν τη συνέχιση της σύγκρουσης. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές αντιφάσεις της αμερικανικής ελίτ καθιστούν τη χάραξη ενιαίας στρατηγικής εξαιρετικά δύσκολη.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει παγιδευμένος ανάμεσα στη στρατηγική ανάγκη του Τραμπ να στραφεί ολοκληρωτικά κατά της Κίνας και στους κινδύνους μιας ανεξέλεγκτης γεωπολιτικής κλιμάκωσης. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο η σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας βαθαίνει, η Ουκρανία θα συνεχίσει να λειτουργεί όχι ως το τέλος, αλλά ως παράγωγο μιας παγκόσμιας αναμέτρησης που μόλις έχει αρχίσει.