Ποιος θέλει να “τελειώσει” το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο; Παρασκήνιο, πιέσεις, γεωπολιτικό θρίλερ
ICC
✨Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Χάγη αντιμετωπίζει σοβαρές γεωπολιτικές πιέσεις, αποχωρήσεις κρατών και απειλές, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη λειτουργία του.
✨Το Τσαντ και άλλες αφρικανικές χώρες αποχώρησαν κατηγορώντας το Δικαστήριο για γεωγραφικά επιλεκτική δικαιοσύνη και έντονη εστίαση στην Αφρική.
✨Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που δεν συμμετέχουν στο ΔΠΔ, ασκούν έντονες πιέσεις και κυρώσεις, ειδικά μετά από δικαστικές ενέργειες κατά Ισραηλινών και Αμερικανών αξιωματούχων.
✨Παράλληλα, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει εσωτερική κρίση με την αντικατάσταση του εισαγγελέα και αβεβαιότητες για το μέλλον του θεσμού υπό εξωτερικές και εσωτερικές προκλήσεις.
Η Χάγη βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σκληρής γεωπολιτικής σύγκρουσης που ξεπερνά τα όρια της διεθνούς δικαιοσύνης. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ), που ιδρύθηκε για να δικάζει τους υπεύθυνους των σοβαρότερων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, βρίσκεται αντιμέτωπο με πρωτοφανείς πολιτικές πιέσεις, αποχωρήσεις κρατών, εσωτερική αναταραχή και ανοιχτές απειλές κυρώσεων. Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στους διπλωματικούς κύκλους δεν είναι αν το Δικαστήριο δέχεται πιέσεις, αλλά αν βρίσκεται σε εξέλιξη μια οργανωμένη προσπάθεια αποδυνάμωσης της επιρροής και της λειτουργίας του. Πίσω από τις δημόσιες καταγγελίες περί «πολιτικοποιημένης δικαιοσύνης» και «προστασίας της εθνικής κυριαρχίας», εξελίσσεται μια σύγκρουση συμφερόντων με έντονο παρασκήνιο και γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Η αποχώρηση του Τσαντ άναψε νέα φωτιά
Η πιο πρόσφατη εξέλιξη ήρθε από το Τσαντ, το οποίο γνωστοποίησε επίσημα στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, την πρόθεσή του να αποχωρήσει από το Καταστατικό της Ρώμης, τη συνθήκη που ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Η κυβέρνηση του Τσαντ υποστήριξε ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει «γεωγραφικά επιλεκτική δικαιοσύνη», κατηγορώντας το ότι επικεντρώνει δυσανάλογα τις έρευνές του στην Αφρική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, από τις 13 βασικές έρευνες που έχουν ανοίξει από την έναρξη λειτουργίας του θεσμού, οι εννέα αφορούν αφρικανικές χώρες, ενώ οι υπόλοιπες δεν έχουν καταλήξει σε ουσιαστικά αποτελέσματα.
Το Τσαντ είναι η πέμπτη χώρα που ανακοινώνει αποχώρηση το τελευταίο διάστημα, μετά τη Βενεζουέλα, τη Μπουρκίνα Φάσο, το Μάλι και τον Νίγηρα, ενισχύοντας τις ανησυχίες για ένα κύμα αμφισβήτησης του θεσμού.
Η Ουάσιγκτον στο προσκήνιο
Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συμμετέχουν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, εμφανίζονται να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις τελευταίες εξελίξεις.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση του Τσαντ, η απόφαση για αποχώρηση ακολούθησε επαφές με Αμερικανούς αξιωματούχους. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ο υφυπουργός Εξωτερικών για τις αφρικανικές υποθέσεις, Φρανκ Γκαρσία, επικοινώνησε με την κυβέρνηση της χώρας, προτρέποντάς την να επανεξετάσει τη συμμετοχή της στο Δικαστήριο.
Η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει το ΔΠΔ «αναξιόπιστο» και έχει καλέσει και άλλα κράτη να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.
Μια σύγκρουση δεκαετιών
Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχει βαθιές ρίζες.
Η κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για το Καταστατικό της Ρώμης το 1998, χωρίς όμως να αποδεχθεί το τελικό κείμενο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος Τζορτζ Ου. Μπους απέσυρε επισήμως την αμερικανική υπογραφή από τη συνθήκη.
Το 2002 το αμερικανικό Κογκρέσο ενέκρινε νομοθεσία που επιτρέπει τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου για την προστασία Αμερικανών πολιτών από πιθανές διώξεις του Δικαστηρίου, ενώ παράλληλα προώθησε διμερείς συμφωνίες με δεκάδες χώρες ώστε να αποτρέπεται η παράδοσή τους στη Χάγη.
Από τη συνεργασία στις κυρώσεις
Υπήρξαν περίοδοι περιορισμένης συνεργασίας.
Η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους επέτρεψε την παραπομπή της κρίσης στο Νταρφούρ, ενώ επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν την παραπομπή της υπόθεσης της Λιβύης και συνέδραμαν σε ορισμένες έρευνες.
Η κατάσταση άλλαξε όταν το ΔΠΔ άρχισε να εξετάζει πιθανές παραβιάσεις από αμερικανικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν, αλλά και υποθέσεις που αφορούσαν το Ισραήλ.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ απάντησε με κυρώσεις σε στελέχη του Δικαστηρίου και με ανάκληση θεωρήσεων εισόδου εισαγγελικών λειτουργών. Ο τότε σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον είχε διαμηνύσει ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να αναγνωρίσει καμία αρμοδιότητα του Δικαστηρίου απέναντι σε Αμερικανούς ή Ισραηλινούς πολίτες.
Η νέα σύγκρουση γύρω από το Ισραήλ
Η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν ανέστειλε αρχικά τις κυρώσεις, επιδιώκοντας μια πιο ισορροπημένη σχέση με το Δικαστήριο.
Η απόφαση όμως της εισαγγελίας του ΔΠΔ να κινηθεί δικαστικά κατά Ισραηλινών αξιωματούχων επανέφερε την ένταση. Ο Μπάιντεν χαρακτήρισε τις σχετικές κινήσεις «εξοργιστικές», ενώ με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο η αμερικανική στάση έγινε ακόμη πιο επιθετική.
Τον Φεβρουάριο του 2025 επανήλθαν οι κυρώσεις κατά του Δικαστηρίου, με την αμερικανική κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι οι ενέργειές του συνιστούν απειλή για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Κρίση και στο εσωτερικό της Χάγης
Σαν να μην έφταναν οι εξωτερικές πιέσεις, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο και με εσωτερική κρίση.
Η διαδικασία αντικατάστασης του εισαγγελέα Καρίμ Χαν, μετά την απομάκρυνσή του εξαιτίας καταγγελιών για σοβαρή ανάρμοστη συμπεριφορά, έχει δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας.
Νομικοί εκτιμούν ότι η θέση του νέου εισαγγελέα έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς όποιος την αναλάβει ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με αμερικανικές κυρώσεις, ταξιδιωτικούς περιορισμούς ή ακόμη και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων.
Το μεγάλο ερώτημα
Οι διαδοχικές αποχωρήσεις κρατών, οι πιέσεις της Ουάσιγκτον και η εσωτερική κρίση στη διοίκηση του Δικαστηρίου συνθέτουν το πιο δύσκολο περιβάλλον που έχει αντιμετωπίσει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο από την ίδρυσή του.
Το αν πρόκειται για μια παροδική κρίση ή για την αρχή μιας μακράς περιόδου αποδυνάμωσης του θεσμού θα φανεί τα επόμενα χρόνια. Προς το παρόν, η μάχη γύρω από το μέλλον του ΔΠΔ δεν δίνεται μόνο στις δικαστικές αίθουσες της Χάγης, αλλά και στα κέντρα λήψης αποφάσεων των μεγάλων δυνάμεων.