Μ.Βρετανία: Ισόβια σε σύζυγο που σκότωσε τον άνδρα της, επειδή είχε άνοια
✨Η 72χρονη Ντάριλ Μπέρμαν καταδικάστηκε σε ισόβια για τη δολοφονία του 84χρονου συζύγου της, Ντέιβιντ, που διαγνώστηκε με άνοια.
✨Το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή ατυχήματος, καθώς ο ιατροδικαστής επιβεβαίωσε σοβαρό θανατηφόρο τραύμα από μαχαίρι και πιθανό αμυντικό τραύμα.
✨Η ψυχρή στάση της κατηγορούμενης μετά το έγκλημα και τα παράπονά της για την άνοια του συζύγου συγκλόνισαν τους συγγενείς και τη κοινή γνώμη.
✨Η υπόθεση προκάλεσε έντονη συζήτηση στη Βρετανία, με την αστυνομία να τονίζει πως ο ηλικιωμένος άνδρας θα έπρεπε να ζήσει ήσυχα τα τελευταία του χρόνια.
Θλίψη και αποτροπιασμό έχει προκαλέσει στη Μεγάλη Βρετανία η στάση μίας γυναίκας, που καταδικάστηκε για τη δολοφονία του ηλικιωμένου συζύγου της. Οι λεπτομέρειες της υπόθεσης στο δικαστήριο σόκαραν την κοινή γνώμη, που θεώρησε πως η δολοφονία του άνδρα της οφειλόταν στο γεγονός ότι διαγνώστηκε με άνοια και δεν ήθελε να χαλάσει η ίδια την καθημερινότητά της για να τον προσέχει.
Η 72χρονη Ντάριλ Μπέρμαν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του 84χρονου συζύγου της, Ντέιβιντ Μπέρμαν. Ο Μπέρμαν είχε εργαστεί σ’ ένα κατάστημα έργων τέχνης και στη βιομηχανία της μόδας ενώ είχε γνωρίσει την τελευταία σύζυγό του σε Ραντεβού στα Τυφλά κι ήταν αρκετά χρόνια μαζί, προτού συμβούν όλα αυτά.
Σύμφωνα με τη dailymail.com έγινε επανάληψη της δίκης, καθώς η προηγούμενη διαδικασία δεν είχε οδηγήσει σε ετυμηγορία. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, παρά τους ισχυρισμούς της 72χρονης πως ο θάνατος του συζύγου της ήταν αποτέλεσμα τραγικού δυστυχήματος ότι εκείνη τον τραυμάτισε σκόπιμα με μαχαίρι, προκαλώντας του θανατηφόρο τραύμα.
Η ίδια επέμενε ότι γλίστρησε κι έπεσε. Συνταρακτική ήταν η κατάθεση της κόρης του θύματος. Μόλις την είδε της είπε: «Δεν ξέρω αν ο μπαμπάς σου είναι νεκρός ή ζωντανός και υπάρχει αίμα παντού».
Η δικαστής Τίνα Λάνγκντεϊλ επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης, διευκρινίζοντας ότι η καταδικασθείσα θα πρέπει να παραμείνει τουλάχιστον 12 χρόνια στη φυλακή πριν αποκτήσει δικαίωμα να ζητήσει αποφυλάκιση υπό όρους.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, η Ντάριλ Μπέρμαν υποστήριξε μέχρι τέλους ότι ο σύζυγός της είχε γλιστρήσει ενώ μετέφερε έναν δίσκο με το μεσημεριανό της γεύμα στην κουζίνα. Κατά την εκδοχή που έδωσε, ο Ντέιβιντ έπεσε πάνω σε ένα μαχαίρι που βρισκόταν στον δίσκο και τραυματίστηκε θανάσιμα.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι άκουσε έναν θόρυβο από άλλο δωμάτιο και όταν έτρεξε στην κουζίνα αντίκρισε τον σύζυγό της πεσμένο μπρούμυτα στο πάτωμα μέσα σε μεγάλη ποσότητα αίματος.
Ωστόσο, νέα στοιχεία προέκυψαν κατά τη διάρκεια των ερευνών, ενώ ο θάνατός του ηλικιωμένου είχε αντιμετωπιστεί αρχικά ως ατύχημα.
Με τις εξετάσεις, που είδε ένας παθολόγος εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τα τραύματα που έφερε το θύμα, γεγονός που οδήγησε στην έναρξη έρευνας για ανθρωποκτονία.
Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά ευρήματα, ο Ντέιβιντ Μπέρμαν είχε υποστεί ένα οριζόντιο τραύμα από μαχαίρι στη δεξιά πλευρά του θώρακα, ενώ διαπιστώθηκε και τραυματισμός στο δάχτυλό του, που θεωρήθηκε πιθανό αμυντικό τραύμα.
Ο ιατροδικαστής Φίλιπ Λουμπ ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου ότι η δύναμη που απαιτήθηκε για να προκληθεί το συγκεκριμένο τραύμα ήταν σημαντική, σημειώνοντας ότι τέτοιου είδους θανατηφόρα ατυχήματα είναι εξαιρετικά σπάνια.
Η συμπεριφορά της κατηγορούμενης
Το δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και στη συμπεριφορά της κατηγορούμενης αμέσως μετά το περιστατικό. Συγγενείς του θύματος κατέθεσαν ότι η στάση της τούς προκάλεσε εντύπωση, καθώς την περιέγραψαν ως ιδιαίτερα ψυχρή και αδιάφορη μετά τον θάνατο του συζύγου της.
Ακούστηκε επίσης ότι είχε γράψει τη φράση «αντίο, αντίο» σε ημερολόγιο την ημέρα του θανάτου του, ενώ εμφανίστηκε ιδιαίτερα ψύχραιμη ακόμη και μέσα στο σπίτι όπου είχε σημειωθεί η τραγωδία.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποκαλύφθηκε επίσης ότι είχε εκφράσει παράπονα σε γείτονα σχετικά με τη διάγνωση άνοιας που είχε λάβει πρόσφατα ο σύζυγός της, λέγοντας πως αυτή θα ήταν πλέον η καθημερινότητά της.
Ο Ντέιβιντ Μπέρμαν είχε παντρευτεί τρεις φορές και ήταν πατέρας και προπάππους. Εργάστηκε επί δεκαετίες ως ξυλουργός, διατηρώντας δική του επιχείρηση από νεαρή ηλικία μέχρι και λίγους μήνες πριν τον θάνατό του.
Γείτονες περιέγραψαν τον 84χρονο ως έναν ιδιαίτερα ευγενικό και αγαπητό άνθρωπο, που είχε καθημερινή παρουσία στη γειτονιά και ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός.
Ο επιθεωρητής Άλεξ Γουίλκινσον από την αστυνομία του Μείζονος Μάντσεστερ ανέφερε ότι ο ηλικιωμένος άνδρας θα έπρεπε να απολαμβάνει τα τελευταία χρόνια της ζωής του με ασφάλεια στο σπίτι του, τονίζοντας ότι η ζωή του τερματίστηκε απότομα από το πρόσωπο που εμπιστευόταν περισσότερο.
Η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί έντονη συζήτηση στη Βρετανία, καθώς πέρα από το ίδιο το έγκλημα, αυτό που προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση ήταν η εικόνα που παρουσίασε η κατηγορούμενη μετά την τραγωδία και η στάση που κράτησε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.