Ο πόλεμος που κανείς δεν θέλει να τελειώσει-Ποιοι κερδίζουν από τη σύγκρουση Ρωσίας– Ουκρανίας;
✨Η σύγκρουση στην Ουκρανία, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξή της, παραμένει η μεγαλύτερη στρατιωτική αναμέτρηση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
✨Ρωσία και Ουκρανία έχουν ασύμβατες αντιλήψεις για τη «νίκη», με κάθε πλευρά να πιστεύει ότι μπορεί να βελτιώσει τη θέση της μέσω της συνέχισης του πολέμου.
✨Η οικονομία του πολέμου ενισχύεται, με αυξημένη παραγωγή οπλικών συστημάτων και στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, ενώ οι κυβερνήσεις προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα.
✨Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη διαχειρίζονται τη σύγκρουση χωρίς να επιτυγχάνουν ειρήνη, καθώς οι συμβιβασμοί που απαιτούνται δεν γίνονται αποδεκτοί από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, τον Φεβρουάριο του 2022, η σύγκρουση στην Ουκρανία εξακολουθεί να καταγράφεται ως η μεγαλύτερη στρατιωτική αναμέτρηση που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, όσο περνά ο χρόνος, τόσο ενισχύεται η εντύπωση ότι η ειρήνη δεν αποτελεί πλέον τον άμεσο στόχο των βασικών πρωταγωνιστών. Η Μόσχα και το Κίεβο επιμένουν σε ασύμβατες προϋποθέσεις, η Ευρώπη συνεχίζει να επενδύει στην ουκρανική αντίσταση και οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διπλωματία και στη διαχείριση μιας σύγκρουσης που έχει ήδη αλλάξει τον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όλο και περισσότεροι αναλυτές θέτουν ένα ενοχλητικό ερώτημα: μήπως η συνέχιση της σύγκρουσης εξυπηρετεί πλέον συμφέροντα τα οποία υπερβαίνουν την ίδια την αναζήτηση μιας ειρηνευτικής λύσης;
Τηλεφωνήματα για ειρήνη, νέες επιθέσεις στο πεδίο
Η αντίφαση έγινε εμφανής για ακόμη μία φορά τις τελευταίες ημέρες.
Λίγες ώρες μετά τις ξεχωριστές τηλεφωνικές συνομιλίες του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, οι δύο πλευρές αντάλλαξαν νέο κύμα επιθέσεων.
Οι ουκρανικές αρχές ανακοίνωσαν τον θάνατο 13 ανθρώπων και τον τραυματισμό δεκάδων ακόμη από ρωσικούς βομβαρδισμούς, ενώ η Ρωσία ανέφερε νεκρούς από ουκρανικό πλήγμα στην περιοχή της Τούλα.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν τα πλήγματα κατά του Κιέβου, τα οποία προκάλεσαν πυρκαγιές ακόμη και σε ιστορικά κτίρια της ουκρανικής πρωτεύουσας. Οι επιθέσεις σημειώθηκαν ενώ οι ηγέτες της G7 συζητούσαν τις εξελίξεις της σύγκρουσης και ενώ η ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας βρισκόταν ξανά στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων.
Το μήνυμα ήταν σαφές: οι διπλωματικές επαφές συνεχίζονται, αλλά οι εξελίξεις εξακολουθούν να καθορίζονται από όσα συμβαίνουν στο πεδίο των μαχών.
Δύο διαφορετικοί ορισμοί της νίκης
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για οποιαδήποτε ειρηνευτική πρωτοβουλία είναι ότι Ρωσία και Ουκρανία δεν συμφωνούν ούτε καν στο τι σημαίνει «νίκη».
Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι διαθέτει το στρατηγικό πλεονέκτημα και ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Σύμφωνα με τη λογική του Κρεμλίνου, η Ουκρανία δεν μπορεί να επιτύχει αποφασιστική ανατροπή στο πεδίο και αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να αποδεχθεί τους όρους της Μόσχας.
Στον αντίποδα, το Κίεβο υποστηρίζει ότι η στρατηγική του βασίζεται στη σταδιακή φθορά των ρωσικών δυνατοτήτων μέσω προηγμένων drones, επιθέσεων σε στρατιωτικές υποδομές και χτυπημάτων σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να πιστεύουν πως μπορούν να βελτιώσουν τη θέση τους μέσα από τη συνέχιση της σύγκρουσης. Όταν όμως οι αντίπαλοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν, η ειρήνη απομακρύνεται.
Η οικονομία του πολέμου
Πέρα από το στρατιωτικό σκέλος, έχει διαμορφωθεί μια νέα πραγματικότητα που αφορά την ίδια την οικονομία του πολέμου.
Οι αμυντικές βιομηχανίες λειτουργούν σε επίπεδα παραγωγής που δεν είχαν καταγραφεί εδώ και δεκαετίες, οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται και η ζήτηση για οπλικά συστήματα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.
Για αρκετούς αναλυτές, η σύγκρουση έχει περάσει από τη φάση του σοκ στη φάση της προσαρμογής. Παραμένει μια ανθρώπινη τραγωδία, αλλά ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει ένα πλέγμα πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων που επηρεάζει τις αποφάσεις των κυβερνήσεων.
Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι οι εμπλεκόμενες χώρες επιδιώκουν δημόσια τη συνέχιση των εχθροπραξιών. Σημαίνει όμως ότι έχουν μάθει να λειτουργούν μέσα σε αυτές.
Ο πραγματικός ρόλος της Ουάσιγκτον
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στον τερματισμό της σύγκρουσης. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο που να γίνεται αποδεκτό τόσο από τη Μόσχα όσο και από το Κίεβο.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική πολιτική έχει μετατοπιστεί από τη λογική της επίλυσης στη λογική της διαχείρισης. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα στρατιωτικής στήριξης της Ουκρανίας, ενώ μεγάλο μέρος του οικονομικού βάρους μεταφέρεται στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Έτσι, η αμερικανική στρατηγική μοιάζει να κινείται περισσότερο στη διαχείριση των συνεπειών παρά στην αναζήτηση μιας άμεσης λύσης.
Η Ευρώπη μπροστά στο δικό της δίλημμα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να διασφαλίζει πλήρως την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.
Όσο όμως η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο αυξάνονται τα ερωτήματα για το κατά πόσο αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω στρατιωτικών μέσων.
Η Ρωσία εμφανίζεται διατεθειμένη να συνεχίσει έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, ενώ η Ουκρανία θεωρεί ότι οποιαδήποτε υποχώρηση θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Έτσι διαμορφώνεται ένα παράδοξο: όλοι δηλώνουν ότι επιθυμούν την ειρήνη, αλλά κανείς δεν δείχνει έτοιμος να αποδεχθεί τους συμβιβασμούς που απαιτεί η ειρήνη.
Η νέα κανονικότητα της Ευρώπης
Τον Ιούνιο του 2026, περισσότερο από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της εισβολής, η σύγκρουση στην Ουκρανία κινδυνεύει να μετατραπεί σε κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο από έναν παρατεταμένο πόλεμο: σε μια νέα κανονικότητα.
Η Ρωσία, η Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη εξακολουθούν να βλέπουν τη σύγκρουση μέσα από διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα και διαφορετικές επιδιώξεις. Όσο οι όροι της ειρήνης παραμένουν ασύμβατοι και όσο η οικονομία του πολέμου συνεχίζει να παράγει κέρδη, επιρροή και γεωπολιτικά οφέλη, η προοπτική μιας συνολικής διευθέτησης απομακρύνεται.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα: ότι ο πόλεμος που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως μια κρίση που πρέπει να λήξει, αλλά ως μια πραγματικότητα με την οποία ολόκληρο το διεθνές σύστημα έχει αρχίσει να συμβιβάζεται.