Ανάλυση: Η Ευρώπη υψώνει τείχη την ώρα που όλος ο κόσμος στρέφεται στο Πεκίνο

 Ανάλυση: Η Ευρώπη υψώνει τείχη την ώρα που όλος ο κόσμος στρέφεται στο Πεκίνο
💡 AI Summary by Libre

Το Πεκίνο εξελίσσεται σε παγκόσμιο διπλωματικό κέντρο, υποδεχόμενο μεγάλους ηγέτες, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση υψώνει εμπορικά και πολιτικά τείχη απέναντί του.

Η Κίνα θεωρείται αναντικατάστατος συνομιλητής από ΗΠΑ, Ρωσία και άλλες δυνάμεις, ενώ η ΕΕ εφαρμόζει πολιτικές οικονομικής αποσύνδεσης και αυστηρού ελέγχου επενδύσεων.

Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες για πράσινη μετάβαση συγκρούονται με τον περιορισμό πρόσβασης σε κρίσιμες κινεζικές τεχνολογίες και την αύξηση του κόστους παραγωγής.

Η Ευρώπη κινδυνεύει να απομονωθεί στρατηγικά, καθώς ο υπόλοιπος κόσμος προσαρμόζεται στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα με την Κίνα στο επίκεντρο.

Την ώρα που το Πεκίνο μετατρέπεται με ταχύτητα σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της παγκόσμιας διπλωματίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: αντί να προσαρμοστεί στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, επιλέγει να υψώσει εμπορικά και πολιτικά τείχη απέναντι στην Κίνα. Το παράδοξο είναι πλέον εμφανές. Μέσα σε λίγους μήνες, η κινεζική πρωτεύουσα υποδέχθηκε ή προετοιμάζεται να υποδεχθεί ηγέτες από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη — από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ μέχρι τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, αλλά και κορυφαίους Ευρωπαίους ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Κιρ Στάρμερ.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια βαθιά μετατόπιση ισχύος στο διεθνές σύστημα. Ανεξάρτητα από αντιπαραθέσεις, ανταγωνισμούς ή στρατηγικές διαφορές, σχεδόν όλες οι μεγάλες δυνάμεις θεωρούν πλέον την Κίνα έναν αναντικατάστατο συνομιλητή. Κι όμως, την ίδια στιγμή, οι Βρυξέλλες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν το Πεκίνο περισσότερο ως απειλή παρά ως στρατηγικό εταίρο, εγκλωβισμένες σε μια πολιτική «απο-εξάρτησης» που συχνά μοιάζει περισσότερο με έναν ακήρυχτο οικονομικό πόλεμο.

  • Η έντονη διπλωματική κινητικότητα γύρω από την Κίνα μόνο τυχαία δεν είναι. Η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο και η σχεδόν άμεση άφιξη του Βλαντίμιρ Πούτιν δημιουργούν μια εξαιρετικά σπάνια εικόνα στη μεταψυχροπολεμική εποχή: οι ηγέτες των δύο ισχυρότερων πυρηνικών δυνάμεων του κόσμου επιλέγουν διαδοχικά την κινεζική πρωτεύουσα ως βασικό σταθμό στρατηγικών διαβουλεύσεων.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η τάση δεν περιορίζεται μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία. Ηγέτες από ολόκληρη την Ευρώπη, από την Ασία αλλά και από άλλες περιοχές του κόσμου συρρέουν στο Πεκίνο αναζητώντας οικονομικές συμφωνίες, επενδύσεις και πολιτικό συντονισμό. Η Κίνα έχει πλέον εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας, της τεχνολογικής αλυσίδας και της ενεργειακής ισορροπίας.

Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίζεται ακόμη και από χώρες που διατηρούν σοβαρές διαφωνίες με το Πεκίνο. Παρά τις εντάσεις των τελευταίων ετών, η Ουάσιγκτον επιδιώκει πλέον μια πιο σταθερή σχέση με την Κίνα, αναγνωρίζοντας ότι μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου θα είχε καταστροφικές συνέπειες για το παγκόσμιο εμπόριο, τις αγορές και τη διεθνή σταθερότητα.

  • Το ίδιο ισχύει και για τη Ρωσία, η οποία βλέπει στη στρατηγική συνεργασία με την Κίνα ένα κρίσιμο στήριγμα απέναντι στη δυτική πίεση. Οι σχέσεις Πεκίνου–Μόσχας βρίσκονται σήμερα στο υψηλότερο επίπεδο της σύγχρονης ιστορίας τους, με κοινές πρωτοβουλίες στην ενέργεια, στις υποδομές, στην τεχνολογία και στη γεωπολιτική συνεργασία στην Ευρασία.

Και ενώ όλες οι μεγάλες δυνάμεις προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο συνεννόησης με την Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ολοένα και πιο επιθετική απέναντί της.

Οι Βρυξέλλες εντείνουν τους περιορισμούς κατά κινεζικών επιχειρήσεων, προωθούν νέους μηχανισμούς ελέγχου επενδύσεων και υιοθετούν πολιτικές που, στο όνομα της «απο-επικινδυνότητας», οδηγούν ουσιαστικά σε μια στρατηγική οικονομικής αποσύνδεσης. Οι κινεζικές εταιρείες στους τομείς των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, των φωτοβολταϊκών, των μπαταριών και της πράσινης τεχνολογίας βρίσκονται πλέον στο στόχαστρο ευρωπαϊκών ερευνών και περιορισμών.

  • Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι αυτή η στρατηγική συγκρούεται με την ίδια την οικονομική πραγματικότητα.

Η ΕΕ επιχειρεί να προωθήσει την πράσινη μετάβαση, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει την πρόσβαση σε κινεζικές τεχνολογίες και βιομηχανικά προϊόντα που είναι κρίσιμα για αυτή τη μετάβαση. Προσπαθεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος και να ενισχύσει τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα, αλλά παράλληλα αυξάνει το κόστος εισαγωγών και παραγωγής μέσα από προστατευτικές πολιτικές και νέους κανονισμούς.

Στην πράξη, η Ευρώπη μοιάζει παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες στρατηγικές: από τη μία αναγνωρίζει ότι η κινεζική αγορά είναι απαραίτητη και από την άλλη επιχειρεί να περιορίσει την κινεζική επιρροή με πολιτικά εργαλεία.

  • Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι ακόμη και Ευρωπαίοι ηγέτες που στηρίζουν σκληρές γραμμές απέναντι στην Κίνα συνεχίζουν να επισκέπτονται το Πεκίνο αναζητώντας οικονομικά οφέλη, πρόσβαση στην κινεζική αγορά και επενδυτικές συμφωνίες. Η αντίφαση αυτή αποκαλύπτει τη βαθύτερη αδυναμία της ευρωπαϊκής στρατηγικής: η Ευρώπη γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αποκοπεί από την Κίνα, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχθεί τον νέο συσχετισμό ισχύος στον κόσμο.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα αξιοποιεί τη διπλωματική της δυναμική για να εμφανιστεί ως παράγοντας σταθερότητας σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, οικονομικές κρίσεις και γεωπολιτική αβεβαιότητα. Το Πεκίνο επενδύει συστηματικά στην εικόνα μιας δύναμης που προωθεί τον πολυπολικό κόσμο, την οικονομική συνεργασία και την αποφυγή ακραίων συγκρούσεων.

Η κινεζική ηγεσία γνωρίζει ότι η επιρροή της δεν βασίζεται μόνο στην οικονομική ισχύ, αλλά και στην ικανότητά της να παρουσιάζεται ως αναγκαίος συνομιλητής για όλους: για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για τη Ρωσία, για την Ευρώπη, αλλά και για τον λεγόμενο «Παγκόσμιο Νότο».

  • Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή στάση μοιάζει όλο και περισσότερο με μια μορφή γεωπολιτικής εθελοτυφλίας. Ενώ το κέντρο βάρους της διεθνούς πολιτικής μετακινείται σταθερά προς την Ασία και ενώ οι μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη επιδιώκουν διαύλους επικοινωνίας με το Πεκίνο, η ΕΕ συνεχίζει να αντιμετωπίζει την Κίνα κυρίως μέσα από το πρίσμα της καχυποψίας και της αντιπαράθεσης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Ευρώπη κινδυνεύει τελικά να απομονωθεί στρατηγικά, τη στιγμή που ο υπόλοιπος κόσμος προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα. Διότι στη διεθνή πολιτική, οι μεγάλες δυνάμεις σπάνια περιμένουν όσους αρνούνται να δουν προς τα πού αλλάζει ο κόσμος.

Σχετικά Άρθρα