Κλειστές συσκέψεις στην Ουάσινγκτον για το Ιράν-Τα τρία σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι
✨Η επιστροφή Τραμπ από το Πεκίνο σηματοδοτεί νέα φάση στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας και κρίσιμες αποφάσεις για το Ιράν και τη Μέση Ανατολή.
✨Στην Ουάσιγκτον και το Ισραήλ εξετάζονται σενάρια από διαπραγματεύσεις μέχρι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης, με αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα.
✨Η Κίνα παραμένει σημαντικός εταίρος του Ιράν και επιδιώκει αποφυγή γεωπολιτικής κρίσης που θα επηρεάσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας και εφοδιασμού.
✨Το Ισραήλ αναμένει περιορισμένη στρατιωτική δράση στο Λίβανο, με έμφαση στο ιρανικό μέτωπο, ενώ η Χεζμπολάχ ετοιμάζεται για επιθέσεις στον νότιο Λίβανο.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ από το Πεκίνο δεν σηματοδοτεί μόνο μια νέα φάση στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, αλλά πιθανόν και την έναρξη κρίσιμων αποφάσεων για τη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα για το Ιράν. Στην Ουάσιγκτον επικρατεί έντονη κινητικότητα γύρω από το ιρανικό ζήτημα, ενώ στο Ισραήλ, σύμφωνα με πληροφορίες από στρατιωτικές και πολιτικές πηγές, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μια ευρεία προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα: από νέα διπλωματική πρωτοβουλία έως περιορισμένα στρατιωτικά χτυπήματα ή ακόμη και γενικευμένη επαναφορά των συγκρούσεων. Το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί πλέον σε Ουάσιγκτον, Τελ Αβίβ και Τεχεράνη είναι αν ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιλέξει να συνεχίσει την πίεση μέσω διαπραγματεύσεων ή αν θα περάσει σε μια πιο επιθετική στρατηγική απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Και το δίλημμα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τη συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ, καθώς η Κίνα παραμένει ο σημαντικότερος οικονομικός και ενεργειακός εταίρος της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με ισραηλινές εκτιμήσεις, ο Τραμπ αναμένεται να πραγματοποιήσει σειρά κλειστών συσκέψεων για το ιρανικό ζήτημα αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ουάσιγκτον. Στο τραπέζι βρίσκονται τρία βασικά σενάρια: η συνέχιση των διαπραγματεύσεων με στόχο μια προσωρινή συμφωνία, η επανενεργοποίηση του σχεδίου ασφαλείας στο Στενό του Ορμούζ με αυξημένη στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη ή ακόμη και μια νέα στρατιωτική επιχείρηση περιορισμένης ή ευρείας κλίμακας.
- Στο Ισραήλ, η αβεβαιότητα γύρω από τις προθέσεις του Τραμπ έχει ήδη οδηγήσει σε αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα. Η πολιτική ηγεσία έχει δώσει εντολή στον στρατό και στις υπηρεσίες πληροφοριών να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο επανέναρξης των συγκρούσεων ακόμη και μέσα στις επόμενες ημέρες. Από την έναρξη της εκεχειρίας, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εργάζονται πάνω στην ανανέωση της «τράπεζας στόχων», δηλαδή της λίστας στρατηγικών εγκαταστάσεων που θα μπορούσαν να πληγούν σε περίπτωση νέας στρατιωτικής επιχείρησης.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι μια νέα φάση πίεσης προς την Τεχεράνη θα μπορούσε να περιλαμβάνει χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές, στρατηγικές εγκαταστάσεις ή ακόμη και σε κρίσιμα σημεία του πυραυλικού προγράμματος. Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου εξακολουθεί να θεωρεί το ιρανικό πυραυλικό και πυρηνικό πρόγραμμα ως «υπαρξιακή απειλή» και επιδιώκει, όπως αναφέρουν ισραηλινές πηγές, την αποδυνάμωση τόσο των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου όσο και της βαλλιστικής ικανότητας της Τεχεράνης.
Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι σε ένα σενάριο γενικευμένης σύγκρουσης. Στην Ουάσιγκτον υπάρχει έντονος προβληματισμός για τις πιθανές συνέπειες μιας μεγάλης στρατιωτικής κλιμάκωσης στον Περσικό Κόλπο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και τη σταθερότητα των θαλάσσιων εμπορικών οδών. Αμερικανοί αναλυτές θεωρούν ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να απαντήσει με επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις κρατών του Κόλπου ή με κινήσεις αποσταθεροποίησης στο Στενό του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
- Παράλληλα, η στάση της Κίνας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το Πεκίνο διατηρεί στενή ενεργειακή και οικονομική σχέση με το Ιράν και δεν επιθυμεί μια ανεξέλεγκτη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή που θα μπορούσε να διαταράξει τις αγορές ενέργειας και τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Η πρόσφατη συνάντηση Τραμπ–Σι ενίσχυσε τις εκτιμήσεις ότι οι δύο πλευρές επιδιώκουν, τουλάχιστον προς το παρόν, να αποφύγουν μια μείζονα γεωπολιτική κρίση που θα επιβάρυνε περαιτέρω τη διεθνή οικονομία.
Την ίδια στιγμή, το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής με το Ιράν επηρεάζει άμεσα και το μέτωπο του Λιβάνου. Σύμφωνα με ισραηλινές πηγές, το Τελ Αβίβ θα ζητήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες ένα νέο «πράσινο φως» για επέκταση των επιχειρήσεων στη Βηρυτό και σε άλλες περιοχές όπου δραστηριοποιείται η Χεζμπολάχ, ιδιαίτερα μετά την αυξημένη χρήση drones και μη επανδρωμένων επιθετικών μέσων από τη σιιτική οργάνωση.
Στο Ισραήλ υπάρχει δυσαρέσκεια για τους μέχρι σήμερα αμερικανικούς περιορισμούς στις επιχειρήσεις μέσα στη λιβανική πρωτεύουσα. Παράλληλα όμως, η ισραηλινή ηγεσία δεν θέλει να διαρρήξει πλήρως τους διαύλους επικοινωνίας με τη λιβανική κυβέρνηση, καθώς συνεχίζονται επαφές που –αν και χωρίς σημαντική πρόοδο– θεωρούνται ακόμη χρήσιμες.
- Στρατιωτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και αν υπάρξει νέα στρατιωτική κλιμάκωση, η δράση του ισραηλινού στρατού στον Λίβανο θα είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των αεροπορικών και πληροφοριακών δυνατοτήτων θα επικεντρωθεί στο ιρανικό μέτωπο. Το Ισραήλ θεωρεί ότι η Χεζμπολάχ, μετά τις απώλειες των τελευταίων μηνών, θα επιχειρήσει κυρίως εναντίον ισραηλινών δυνάμεων εντός του νοτίου Λιβάνου και λιγότερο σε βαθιά πλήγματα στο εσωτερικό του Ισραήλ.
Παρά την αυξημένη κινητικότητα, αρκετοί διπλωματικοί κύκλοι εκτιμούν ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτό το παράθυρο των διαπραγματεύσεων. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι μια νέα πολεμική σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, να επηρεάσει τις σχέσεις με την Κίνα και να επιβαρύνει σοβαρά την αμερικανική οικονομία σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτική περίοδο.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό. Η Τεχεράνη παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Ουάσιγκτον, ενώ το Ισραήλ προετοιμάζεται για έναν πιθανό νέο κύκλο συγκρούσεων. Το μόνο βέβαιο είναι ότι μετά την επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα, το ιρανικό ζήτημα επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της παγκόσμιας γεωπολιτικής ατζέντας.