Τι θα σήμαινε μια σοβαρή “κρίση πεδίου” με την Τουρκία σε προεκλογικό χρόνο…

 Τι θα σήμαινε μια σοβαρή “κρίση πεδίου” με την Τουρκία σε προεκλογικό χρόνο…
💡 AI Summary by Libre

Το νομοσχέδιο της Τουρκίας για τη "Γαλάζια Πατρίδα" στοχεύει στην ενσωμάτωση των διεκδικήσεων της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σε εθνικό δίκαιο.

Η Τουρκία επιδιώκει να αυξήσει την ένταση για γεωπολιτικά και εσωτερικά οφέλη, ενώ η Ελλάδα αμφισβητεί νομικά το νομοσχέδιο χωρίς όμως να εξασφαλίζει αποτελεσματική αποτροπή.

Η πολιτική πόλωση στην Ελλάδα εμποδίζει τη συνεννόηση σε εθνικά θέματα, εν μέσω προεκλογικής περιόδου και αυξανόμενης τοξικότητας στο πολιτικό σκηνικό.

Στην περίπτωση όξυνσης της έντασης στο Αιγαίο, υπάρχει κίνδυνος εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση για προεκλογικούς σκοπούς και αδυναμία πολιτικής συναίνεσης.

Σχετικά με το νομοσχέδιο για την “Γαλάζια Πατρίδα” που αναμένεται να ψηφιστεί τον Ιούνιο στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση ίσως ο σοβαρότερος κίνδυνος που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δεν είναι τόσο η προφανής επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων με υπαιτιότητα της Άγκυρας, όσο ο εσωτερικός πολιτικός χρόνος μέσα στον οποίο θα εκδηλωθεί και η πιθανότητα να σημειωθεί εξωτερική παρέμβαση για την αποκατάσταση της “ηρεμίας” στην περιοχή μας.

Ας βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά:

Τι επιδιώκει η Τουρκία: Να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο τις αξιώσεις της στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, με νομοθέτημα που θα αποτυπώνει τις γνωστές αιτιάσεις και διεκδικήσεις της για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα και για τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες» (ήτοι, την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου) και τις περιοχές «ειδικού καθεστώτος» και για το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Ο Ερντογάν αποκτά υπεραρμοδιότητες που του επιτρέπουν να κινηθεί στον χρόνο και με την ένταση που επιθυμεί. Θα αυξομειώνει, δηλαδή, το θερμόμετρο της έντασης στην προσπάθειά του να απεμπλακεί από την πίεση που αισθάνεται λόγω της αναβαθμισμένης (γεωπολιτικά και στρατιωτικά) σχέσης της Ελλάδας με το Ισραήλ και την Γαλλία. Επίσης, από το αυξανόμενο ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών και ειδικότερα της Chevron να καταστήσουν την Ελλάδα “ενεργειακό κόμβο” και σημαντικό μέρος του ενεργειακού σχεδιασμού τους στη Ν.Α Μεσόγειο.

Τι λέει γι’ αυτό η Αθήνα: Πώς πρόκειται για μονομερή νομοθέτηση που δεν παράγει αποτέλεσμα αναγνωρισμένο από το διεθνές δίκαιο. Η θέση αυτή είναι ορθή και νομικά στέρεη, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα αποδειχθεί αποτελεσματική και θα δράσει αποτρεπτικά. Το έχουμε δει και στο παρελθόν. Για παράδειγμα, η ελληνική διπλωματία ξόδεψε χρόνο και γεωπολιτικό κεφάλαιο να πείσει διεθνώς, από το 2019 και εντεύθεν, ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι παράνομο. Όλοι γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ούτε η ΕΕ, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενοχλήθηκαν στον βαθμό που θα έπρεπε παρά τις κατά καιρούς ανακοινώσεις για την συνεργασία Άγκυρας-Τρίπολης.

Η Τουρκία, από την άλλη, δεν μετατρέπει το πλέγμα των διεκδικήσεών της στο Αιγαίο σε εθνικό δίκαιο μόνο και μόνο για να δείξει ότι αντιδρά στον γεωπολιτικό κλοιό στον οποίο έχει περιέλθει. Καθιστώντας τις αξιώσεις της “δικαίωμα” και δημιουργώντας πλαίσιο “δικαιοδοσίας” μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να δοκιμάσει να το εφαρμόσει και στο πεδίο. Είτε για λόγους ανάκτησης κάποιου γεωπολιτικού πλεονεκτήματος, είτε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους ενόψη των προεδρικών εκλογών του 2028.

Ήδη, τα ανώτερα κλιμάκια της ελληνικής διπλωματίας αλλά και των ενόπλων δυνάμεων μεταφέρουν πώς είναι πιθανό κάτι τέτοιο να φτάσει έως το σημείο πρόκλησης “θερμού επεισοδίου” στο Αιγαίο, ανάλογης έντασης ή και μεγαλύτερης απ΄ όσα ζήσαμε το καλοκαίρι του 2020 με την κρίση του Oruc Reis.

Όμως, το εγχώριο πολιτικό σύστημα έχει ήδη εισέλθει σε προεκλογική τροχιά, είτε οι κάλπες στηθούν κανονικά τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2027, είτε το προσεχές φθινόπωρο. Και δεν έχει εισέλθει μόνο σε προεκλογική τροχιά, βυθίζεται ολοένα και ταχύτερα σε βάλτο ακραίας πολιτικής πόλωσης και τοξικότητας, με την αγωνιώδη, από τη μία πλευρά, προσπάθεια της κυβέρνησης να επιτύχει τον πολύ δύσκολο στόχο της αυτοδυναμίας και την πολιτική εξουδετέρωση κάθε πιθανού αντιπάλου, και από την άλλη με μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση που δρα ανταγωνιστικά σε μέγιστο βαθμό ασυνεννοησίας.

Το παράδειγμα της συνταγματικής αναθεώρησης όπου εξανεμίστηκε κάθε ελπίδα σύγκλισης κυβέρνησης, μείζονος και ελάσσονος αντιπολίτευσης, είναι ηχηρό. Όπως, εξαιρετικά ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι η πολιτική αντιπαράθεση περιδινίζεται μεταξύ ακραίων κατηγοριών, σκανδάλων, αποκαλύψεων και μηνύσεων. Οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η υπόθεση με το ακίνητο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα αυτής της κατάρρευσης κάθε δυνατότητας συνεννόησης.

Σε αυτό το κλίμα καθίσταται σχεδόν αδύνατη η συνεννόηση μεταξύ κυβέρνησης και βασικών κομμάτων της αντιπολίτευσης που έχουν δείξει στο παρελθόν ότι αίρουν τα εθνικά θέματα πάνω από την πολιτική αντιπαράθεση. Εάν προσθέσει κανείς και τον λυμεώνα του αντισυστημισμού που εξαπλώνεται η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη.

Εφόσον, όμως, αυτό το καλοκαίρι και για τους δικούς του λόγους ο Ερντογάν επιδιώξει να αυξήσει την θερμοκρασία της έντασης και την μεταφέρει στο Αιγαίο, προκύπτουν δύο πολύ συγκεκριμένοι κίνδυνοι:

Πρώτος, η κυβέρνηση να επιχειρήσει να αξιοποιήσει προεκλογικά αυτό το θέμα για να ενισχύσει το επιχείρημα περί πολιτικής σταθερότητας και να αξιοποιήσει το σημαντικό δημοσκοπικό πλεονέκτημα της στον χειρισμό της ατζέντας της εξωτερικής πολιτικής και των κρίσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός –στην ομιλία του στο συνέδριο της Ν.Δ- έθεσε το ερώτημα σχετικά με το ποιόν θα ήθελαν οι πολίτες να σηκώσει το τριψήφιο τηλέφωνο (στο Μαξίμου) εάν συμβεί κάτι σοβαρό στις 3 τη νύχτα. Πιό σαφές δεν θα μπορούσε να γίνει.

Δεύτερος, ακόμα – μάλλον όχι και τόσο πιθανό– κι αν η κυβέρνηση προσπαθήσει να συνεννοηθεί με κόμματα και πολιτικά πρόσωπα (Ν. Ανδρουλάκης, Αλ. Τσίπρας, πρώην πρωθυπουργούς, όπως οι Κ. Καραμανλής, Γ. Παπανδρέου, Αντ. Σαμαράς) η συγκυρία της πόλωσης και πολιτικής εχθροπάθειας που έχει δημιουργηθεί δεν θα επιτρέψει οιαδήποτε ανταπόκριση.

Η ευθύνη είναι νόμισμα με δύο πλευρές…

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με σοβαρότερες τις ευθύνες της μιας ή της άλλης πλευράς, δεν είναι απίθανο, τυχόν κλιμάκωση εκ μέρους της Τουρκίας, ακόμα και μία (στρατιωτική) κρίση πεδίου (όπως διπλωματικές και στρατιωτικές πηγές εκτιμούν), να μετατραπεί σε προεκλογικό “ρινγκ”. Καθένας μπορεί να φανταστεί τις συνέπειες. Και εφόσον εξωτερικοί παράγοντες (ΗΠΑ, ΕΕ) σπεύσουν να εμπλακούν κατευναστικά σε μία τέτοια κρίση θα είναι δύσκολο να βρουν στην Αθήνα ένα πολιτικό μπλοκ λογικής και συνεννόησης.

Το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών θα κρίνει πολλά: πρωτίστως για τα μεγάλα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία (οικονομία, ακρίβεια, κόστος ζωής, εργασιακές συνθήκες, το εθνικό παραγωγικό μας μοντέλο κ.ά), σε δεύτερο πλάνο ακόμα και τις φιλοδοξίες προσώπων και κομμάτων. Μία εθνική κρίση, όμως, ενδέχεται να υπονομεύσει σταθερές και στρατηγικές δεκαετιών και για τα πολλά επόμενα χρόνια…

Σχετικά Άρθρα