Ανάλυση: Το Πεκίνο βλέπει στον Περσικό Κόλπο τη φθορά της αμερικανικής παντοδυναμίας
✨Η Κίνα βλέπει τη σύγκρουση Ιράν-ΗΠΑ ως δοκιμασία για την παγκόσμια οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο.
✨Η κινεζική ανάλυση υπογραμμίζει τη διπλωματική παράλυση μεταξύ των αντιπάλων και την προσπάθεια της Τεχεράνης να μετατρέψει την πίεση σε πολιτικό πλεονέκτημα.
✨Το Πεκίνο εστιάζει στην ανάγκη διασφάλισης των ενεργειακών ροών μέσω του Στενού του Ορμούζ και αποφεύγει τη στρατιωτικοποίηση της περιοχής.
✨Η Κίνα προβάλλει τον εαυτό της ως δύναμη σταθερότητας, αντιπαραβάλλοντας την Ουάσιγκτον που θεωρείται υπεύθυνη για αποσταθεροποίηση και γεωπολιτική σύγκρουση.
Η κινεζική ανάγνωση του πολέμου ανάμεσα στο Ιράν και το αμερικανοϊσραηλινό μέτωπο δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση της σύγκρουσης. Για το Πεκίνο, όσα συμβαίνουν στον Περσικό Κόλπο αποτελούν προειδοποιητικό σήμα για την παγκόσμια οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ισχύος στη Μέση Ανατολή. Εκεί όπου η Δύση εστιάζει κυρίως στους υπολογισμούς του Ντόναλντ Τραμπ, στις πιέσεις προς την Τεχεράνη και στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ο κινεζικός Τύπος διαβάζει την κρίση ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης αποσταθεροποίησης που προκαλείται από τη στρατηγική των κυρώσεων, του ναυτικού αποκλεισμού και της στρατιωτικής πίεσης.
Η Κίνα δεν βλέπει απλώς έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή· βλέπει μια δοκιμασία για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, τη σταθερότητα των αγορών ενέργειας και τα όρια της αμερικανικής ισχύος σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο πολυκεντρικός.
Σύμφωνα με την κινεζική προσέγγιση, ύστερα από εξήντα ημέρες πολέμου, ΗΠΑ και Ιράν έχουν εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση «ούτε πολέμου ούτε πραγματικής διαπραγμάτευσης». Η φράση είναι αποκαλυπτική. Δεν περιγράφει μόνο στρατιωτικό αδιέξοδο, αλλά και διπλωματική παράλυση. Καμία πλευρά δεν θέλει να εμφανιστεί ηττημένη, καμία όμως δεν μπορεί εύκολα να αντέξει μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Η ιρανική διπλωματική πρωτοβουλία, με κινήσεις του υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί προς το Πακιστάν, το Ομάν και τη Ρωσία, ερμηνεύεται από τα κινεζικά μέσα ως προσπάθεια της Τεχεράνης να μετατρέψει την πίεση σε πολιτικό χαρτί. Το ιρανικό σχέδιο προτείνει μια σταδιακή διαδικασία: πρώτα άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, στη συνέχεια παράταση της εκεχειρίας ή τερματισμό του πολέμου και, μόνο σε επόμενο στάδιο, διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα.
- Αυτή ακριβώς η σειρά ενοχλεί την Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ εμφανίζεται δυσαρεστημένος επειδή το πυρηνικό ζήτημα δεν τίθεται στην αρχή της διαδικασίας. Από αμερικανικής πλευράς, ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών αποτελεί βασικό μέσο πίεσης. Η άρση του χωρίς άμεσες παραχωρήσεις στο πυρηνικό πεδίο θα σήμαινε απώλεια ενός κρίσιμου διαπραγματευτικού όπλου.
Η Κίνα, ωστόσο, διαβάζει διαφορετικά το σκηνικό. Για το Πεκίνο, το κέντρο βάρους δεν είναι μόνο το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά η επικίνδυνη εργαλειοποίηση ενός διεθνούς θαλάσσιου περάσματος. Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ιρανικό ή αμερικανικό πρόβλημα. Είναι ένας παγκόσμιος ενεργειακός κόμβος, από τον οποίο εξαρτώνται οι ροές πετρελαίου, οι τιμές ενέργειας και η βιομηχανική σταθερότητα μεγάλων οικονομιών, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της Κίνας.
Γι’ αυτό και η κινεζική ρητορική επιμένει στη νομιμότητα, στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας και στην ανάγκη αποφυγής περαιτέρω στρατιωτικοποίησης. Ο Κινέζος μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, Φου Κονγκ, υποστήριξε ότι η βασική αιτία της παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ είναι οι παράνομες στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Η διατύπωση δεν είναι ουδέτερη· αποτελεί σαφή γεωπολιτική τοποθέτηση.
- Το Πεκίνο επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας, σε αντίθεση με μια Ουάσιγκτον που παρουσιάζεται ως δύναμη πίεσης και αποσταθεροποίησης. Αυτή η εικόνα εξυπηρετεί ευρύτερα κινεζικά συμφέροντα. Η Κίνα χρειάζεται ασφαλείς θαλάσσιες οδούς, προβλέψιμες αγορές ενέργειας και αποφυγή πολέμων που μπορούν να εκτοξεύσουν τον πληθωρισμό, να πλήξουν την παγκόσμια ανάπτυξη και να διαταράξουν τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Ταυτόχρονα, όμως, η Κίνα βλέπει και μια ευκαιρία. Εάν οι ΗΠΑ εμφανιστούν ανίκανες να επιβάλουν τους όρους τους χωρίς μεγάλο κόστος, τότε ενισχύεται το κινεζικό αφήγημα περί μετάβασης σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική ισχύς δεν είναι πλέον απόλυτη. Η σύγκρουση Ιράν – ΗΠΑ γίνεται έτσι μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για το ποιος θα ορίζει τους κανόνες στη νέα παγκόσμια τάξη.
Η πρόταση της Τεχεράνης, κατά την κινεζική ανάγνωση, μπορεί να λειτουργήσει ως τακτική έξοδος και για τις δύο πλευρές. Ο Τραμπ θα μπορούσε να εμφανίσει μια εκεχειρία ως επιτυχία αποτροπής ενός μεγαλύτερου πολέμου. Το Ιράν, από την άλλη, θα μπορούσε να κερδίσει χρόνο, να ανακουφίσει την οικονομία του και να κρατήσει το πυρηνικό πρόγραμμα ως διαπραγματευτικό χαρτί για αργότερα.
Ωστόσο, το Πεκίνο δεν τρέφει αυταπάτες. Μια τέτοια συμφωνία δεν θα έλυνε τις βαθύτερες αντιθέσεις. Θα πάγωνε τη σύγκρουση, χωρίς να την τερματίζει. Η αμοιβαία δυσπιστία, οι εσωτερικές πιέσεις στις ΗΠΑ, η ανάγκη της ιρανικής ηγεσίας να εμφανιστεί ανυποχώρητη και ο ρόλος του Ισραήλ καθιστούν κάθε λύση εύθραυστη.
- Η Κίνα γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να πλήξει άμεσα τα συμφέροντά της. Γι’ αυτό και οι προειδοποιήσεις προς Κινέζους πολίτες να αποφύγουν ταξίδια στο Ιράν δείχνουν ότι πίσω από τη διπλωματική γλώσσα υπάρχει πραγματική ανησυχία για ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Το βαθύτερο γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Πεκίνο αντιμετωπίζει τον πόλεμο όχι ως περιφερειακή κρίση, αλλά ως κρίκο στην αλυσίδα της παγκόσμιας μετάβασης ισχύος. Η Μέση Ανατολή γίνεται πεδίο όπου δοκιμάζονται τα όρια των ΗΠΑ, η αντοχή του Ιράν, η επιρροή της Ρωσίας και η δυνατότητα της Κίνας να προβάλλει τον εαυτό της ως υπεύθυνη δύναμη σταθερότητας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν η ιρανική πρόταση μπορεί να ανοίξει διέξοδο για τον Τραμπ και την Τεχεράνη. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο κόσμος εισέρχεται σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι δεν τελειώνουν με καθαρές νίκες, αλλά παγώνουν μέσα από εύθραυστες συμφωνίες, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις αναμετρώνται για το ποια θα ελέγξει τους θαλάσσιους δρόμους, την ενέργεια και τους κανόνες του νέου διεθνούς συστήματος.