Ελληνοτουρκικά: Το μομέντουμ και ο κίνδυνος του προεκλογικού “πατριωτισμού”

 Ελληνοτουρκικά: Το μομέντουμ και ο κίνδυνος του προεκλογικού “πατριωτισμού”

Στον παλαιότερο δικομματισμό, είτε με δεύτερο πυλώνα, απέναντι στη Ν.Δ, το ΠΑΣΟΚ είτε τον ΣΥΡΙΖΑ, τυχόν πρόθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανοίξει ουσιαστικό διάλογο με την Τουρκία στις σημερινές ραγδαία μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές συνθήκες ίσως έβρισκε κοινό τόπο και πλαίσιο μιας μίνιμουμ συνεννόησης. Για έναν απλό (ιστορικό) λόγο: το μεν ΠΑΣΟΚ, επί κυβέρνησης του Κ. Σημίτη, το 2003, δοκίμασε κάτι ανάλογο και έφτασε κοντά (σχετική αναλυτική περιγραφή από τον Χρ. Ροζάκη στην “Καθημερινή”), ο δε ΣΥΡΙΖΑ διεκπεραίωσε κόντρα στο ισχυρό αντιπολιτευτικό ρεύμα την Συμφωνία των Πρεσπών.

Τα πράγματα σήμερα είναι πολύ διαφορετικά: πρώτον, σε διεθνές επίπεδο έχει ανατραπεί η σχετική “κανονικότητα” περί διεθνούς δικαίου, δεύτερον, στον ανταγωνισμό ισχύος, που παίρνει τη θέση του δικαιϊκού συστήματος που, έστω και προσχηματικά ή και υποκριτικά, αποτελούσε βασική αρχή στις διεθνείς σχέσεις, η Ελλάδα είναι σε καλύτερη θέση απ΄ ότι παλαιότερα, τρίτον, οι εσωτερικές πολιτικές αντιστάσεις εντείνονται σε υπερθετικό βαθμό εξαιτίας του ρεύματος “αντισυστημικότητας” που σαρώνει οριζόντια το πολιτικό σύστημα και εκφράζεται πλέον από προσωποπαγή κόμματα διαμαρτυρίας, τα οποία δημοσκοπικά αθροίζουν πάνω από το 30% του εκλογικού σώματος.

Πριν από 23 χρόνια, η κυβέρνηση Σημίτη είχε φτάσει σε συμφωνία με την αντίστοιχη του Αμπντουλάχ Γκιούλ για τα χωρικά ύδατα: έξι μίλλια για τα νησιά, δώδεκα για την ηπειρωτική χώρα. Οι τελευταίες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δείχνουν την πρόθεση της Άγκυρας να βάλει το ίδιο θέμα στο τραπέζι, κάνοντας λόγο για το “πρόβλημα στο Αιγαίο”.

Οι αισιόδοξοι στην Αθήνα διαπιστώνουν ένα “παράθυρο ευκαιρίας”, κυρίως επειδή ο Τούρκος αξιωματούχος απέφυγε, αυτή τη φορά, να μιλήσει για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και για γκρίζες ζώνες, παρότι η γειτονική χώρα δεν έχει καμία πρόθεση να αποστεί από το αφήγημα της “γαλάζιας πατρίδας”. Αλλά και επειδή η Τουρκία δείχνει να θέλει να κλείσει μέτωπα, να μειώσει την διασπορά των δυνάμεών της και να επιδείξει καλή θέληση έναντι της Δύσης.

Η απάντηση του Γιώργου Γεραπετρίτη ήταν κατηγορηματική:” η Ελλάδα επιμένει και θα επιμένει εσαεί ότι υπάρχει ένα και μόνο ζήτημα, το οποίο μπορεί να αρθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας κι αυτό είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η Τουρκία θεωρεί ότι υπάρχουν παρελκόμενα ζητήματα, αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, άρα δεν μπορεί να γίνει συζήτηση”. Και προανήγγειλλε ότι η κυβέρνηση θα φέρει στη Βουλή το θέμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα 12 μίλια.

Είναι δεδομένο πώς η Τουρκία αισθάνεται ενοχλημένη από την μετατόπιση του κέντρου βάρους των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή προς την δική μας πλευρά. Οι συμφωνίες με την Chevron και την Exxon Mobil, τα ενεργειακά deals για το αμερικανικό LNG και ο ενεργειακός διάδρομος, η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων με τις Belhara, τα Rafale και τα F35 και η τριμερής με το Ισραήλ και την Κύπρο έχουν δημιουργήσει μία ευνοϊκή γεωπολιτική συγκυρία για τη χώρα μας.

Το ερώτημα είναι εάν αυτή την συγκυρία την αξιοποιούμε μόνο για να συντηρηθεί η εύθραυστη ηρεμία στο Αιγαίο (οι Τούρκοι έσπασαν το τελευταίο διάστημα το μορατόριουμ των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου), ή για να μπούμε πιό βαθιά σε έναν ουσιαστικό διάλογο. Δεν είναι εύκολο να δώσει κανείς απάντηση, ούτε είναι εύκολο να προβλέψει πώς ακριβώς θα κινηθεί ο αμερικανικός παράγοντας. Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν τον Φεβρουάριο (για τον προγραμματισμό της οποίας πληροφορηθήκαμε από την Άγκυρα!) αποκτά ιδιαίτερη σημασία και θα αποκαλύψει τις πραγματικές προθέσεις των δύο πλευρών.

Ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να διασφαλίσει την περίμετρο ασφαλείας για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή -που δεν αποκλείουν την Τουρκία, το αντίθετο– και εφόσον κινηθεί (αν δεν έχει ήδη κινηθεί, κρίνοντας και από πρόσφατες δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ) δεν θα το κάνει με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.

Από την άλλη, η Ελλάδα πορεύεται προς τις εκλογές του 2027 και η Τουρκία το 2028. Κι αν το καθεστώς Ερντογάν είναι σχετικά πιό ευέλικτο να λαμβάνει αποφάσεις, η ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να κινηθεί στην κόψη του ξυραφιού μπροστά σε μία αμφίρροπη εκλογική σύγκρουση.

Με μία κοινωνία εν βρασμώ, τρία προσωποπαγή κόμματα (Βελόπουλος, Κωνσταντοπούλου, Καρυστιανού) που δημοσκοπικά συγκεντρώνουν το 30% της εκλογικής δεξαμενής, μπορεί και περισσότερο, και μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση στον χώρο της κεντροαριστεράς, είναι πολύ δύσκολο για τον πρωθυπουργό να δρομολογήσει πρωτοβουλίες στα ελληνοτουρκικά ένα χρόνο πριν τις κάλπες. Επιπλέον, και με δύο πρώην πρωθυπουργούς της παράταξής του να ασκούν δριμεία κριτική στους χειρισμούς του στα εθνικά θέματα και όχι μόνο.

Τούτων δοθέντων εγκυμονεί ο κίνδυνος η κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει το μομέντουμ, έστω ως προθάλαμο για τις κινήσεις της επόμενης κυβέρνησης, να περιπέσει στην ευκολία ενός προεκλογικού “πατριωτισμού” για να οχυρώσει στα δεξιά της σύνορα. Όμως οι γεωπολιτικές συγκυρίες πιθανώς δεν θα υφίστανται εσαεί…