Καμία “Καλημέρα” δεν θα ειπωθεί ξανά έτσι…

 Καμία “Καλημέρα” δεν θα ειπωθεί ξανά έτσι…

Επί 34 χρόνια, η εκφώνηση “Καλημέρα Ελλάδα” δεν ήταν μόνο ο τίτλος μιας εκπομπής, ήταν για πολύ κόσμο η συνάντησή του με τον άνθρωπο που τους καλημέριζε, ήταν το καλωσόρισμά τους στο σπίτι τους. Ο Γιώργος Παπαδάκης κέρδισε σιγά σιγά αυτή τη σχέση με τους ανθρώπους που του αφιέρωναν χρόνο και εμπιστοσύνη. Ο χρόνος, ειδικά στην τηλεόραση, είναι αδηφάγος και αδυσώπητος, συνήθως καταστρέφει, αλλοιώνει, φέρνει έπαρση και αλαζονεία. Ο “θείος Γιώργος” (όπως τον αποκαλούσαν οι συνεργάτες του) κατόρθωσε να κλείσει αυτόν τον κύκλο με ελάχιστες πληγές.

Αυτός ο άνθρωπος που ξεκίνησε από ένα περίπτερο στο Χαλάνδρι, όπου έβγαζε τα προς το ζην, υπήρξε για πάνω από τρεις δεκαετίες ίσως το πιό δημοφιλές αλλά ταυτόχρονα και το προσφιλές και οικείο πρόσωπο της φτωχής τηλεοπτικής μας ιστορίας. Τρεις δεκαετίες που έσβησαν σε μια στιγμή από ένα οξύ έμφαγμα. Ειρωνεία: έφυγε, λίγο μετά την απόφαση του να σταθεί μακριά από τις κάμερες και τα στούντιο.

Ο Γιώργος δεν έκανε μόνο τηλεόραση, αυτό το έκαναν και το κάνουν πολλοί. Έγινε ο ίδιος η τηλεόραση. Έβαλε την λαϊκότητά του μαζί με επαγγελματισμό, το νοιάξιμο για τους άλλους, στάθηκε αλληλέγγυος, μετριοπαθής και σαρκαστικός μαζί, συχνά και αυτοσαρκαστικός. Αυστηρός πρώτα με τον εαυτό του, μανιακός με τη δουλειά του, εμμονικός με τις λεπτομέρειες, αγχωτικός, αλλά πάντοτε επίμονος και τελειομανής.

Ο Γιώργος ήταν εν τέλει η “καλημέρα” που έλεγε κάθε πρωί. Κανείς ποτέ στην τηλεόραση δεν θα καλημερίσει τους τηλεθεατές με τον τρόπο που το έκανε εκείνος. Κι αν η τηλεόραση είναι σκληρή και ανθρωποφάγα, ο Γιώργος Παπαδάκης κατόρθωσε να μην παραδοθεί βορά στο τέρας που κρύβει μέσα της.

Ο Άντονι Χόπκινς έχει πει ότι “ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι κηδείες είναι πιο σημαντικές από τους νεκρούς” (υπό την έννοια ότι το τελετουργικό με την κοσμική του διάσταση υπερέχει ενίοτε). Ο Γιώργος Παπαδάκης δεν διατρέχει αυτόν τον κίνδυνο πιά. Ήταν πολύ σημαντικός σε αυτό που έκανε εν ζωή και, σπανιότατα συμβαίνει αυτό, αναντικατάστατος.

Καλό ταξίδι “θείε Γιώργο”…