Ακριβό μου 2023: Εκτιμήσεις για ανατιμήσεις τις επόμενες μέρες έως και 20% – Νέες πιέσεις και στην αγορά ενέργειας

 Ακριβό μου 2023: Εκτιμήσεις για ανατιμήσεις τις επόμενες μέρες έως και 20% – Νέες πιέσεις και στην αγορά ενέργειας

Οι συνθήκες όσον αφορά στην ενέργεια θα παραμείνουν δύσκολες και το 2023, καθώς ο παράγοντας του φυσικού αερίου θα εξακολουθήσει να “πιέζει” την αγορά με τη μέση τιμή του έτους να εκτιμάται από διεθνείς Οίκους ότι θα διαμορφωθεί στα 175 ευρώ/μεγαβατώρα. Ο ρυθμός δημιουργίας αποθεμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου ανεφοδιασμού του 2023 θα είναι πολύ πιο μέτριος σε σύγκριση με αυτό που είδαμε φέτος, δεδομένων των μειώσεων της ρωσικής προσφοράς και καθώς είναι αδύνατο για την Ευρώπη να στραφεί εντελώς σε άλλες πηγές.

Η Ευρώπη είναι πιθανό να εισέλθει στον χειμώνα του 2023/24 με περιορισμένα αποθέματα, που θα μπορούσαν να αφήσουν την περιοχή ευάλωτη. Για να περάσει άνετα ο χειμώνας του 2023/24, θα πρέπει να δούμε και πάλι συνεχή καταστροφή της ζήτησης, τονίζει χαρακτηριστικά η ING. Αυτό θα πρέπει να γίνει είτε ως αποτέλεσμα των δυνάμεων της αγοράς είτε λόγω των περικοπών της ζήτησης με απόφαση της ΕΕ.

Ενώ η Ευρώπη θα πρέπει να είναι σε θέση να περάσει τον χειμώνα του 2023/24 εάν συνεχιστούν οι τρέχουσες ροές ρωσικού φυσικού αερίου, θα είναι πολύ πιο δύσκολο εάν οι υπόλοιπες ροές ρωσικού φυσικού αερίου σταματήσουν πλήρως. Ως εκ τούτου, τονίζουν οι αναλυτές του οίκου, θα υπάρχει ανοδική πορεία στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου το 2023, αν και πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσα αποθέματα θα καταφέρει να δημιουργήσει η ΕΕ αυτόν τον χειμώνα.

Σε ό,τι αφορά τις τιμές του ρεύματος, εκτός από το φυσικό αέριο υπάρχουν ορισμένοι άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στην εκτίναξή τους:

  1. Η Γαλλία βίωσε παρατεταμένες περιόδους διακοπής της παραγωγικής δυναμικότητας των πυρηνικών μονάδων. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην τακτική συντήρηση και τον ανεφοδιασμό, αλλά οι αντιδραστήρες τίθενται επίσης εκτός σύνδεσης λόγω πιο σοβαρών προβλημάτων. Η πυρηνική θερινή παραγωγή το 2022 ανήλθε σε περίπου 25 GW, πολύ κάτω από τα επίπεδα άνω των 40 GW που παρατηρήθηκαν το καλοκαίρι του 2021. Η πυρηνική παραγωγή μειώθηκε επίσης λόγω των καυσώνων που περιόρισαν την ποσότητα νερού ψύξης για τους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία είχε τις υψηλότερες τιμές ενέργειας στην Ευρώπη, ενώ είχε τις χαμηλότερες όταν η πυρηνική ενέργεια λειτουργούσε σε πλήρη ισχύ. Τα προβλήματα παραγωγής στη Γαλλία είχαν αλυσιδωτές επιπτώσεις στη Γερμανία λόγω των χαμηλότερων εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας στο νότιο τμήμα της χώρας, που έχει μεγάλη παρουσία βιομηχανιών.
  2. Η αγορά υδροηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης επηρεάστηκε επίσης αρνητικά από σοβαρές ξηρασίες. Οι δεξαμενές άρχισαν να στεγνώνουν. Τα αποθέματα υδροηλεκτρικής ενέργειας στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία ήταν όλα κάτω από τον μέσο όρο των 5 ετών. Η στάθμη των υδάτων του Ρήνου κατέγραψε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ το 2022. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες μονάδες άνθρακα που αντλούν νερό από ποτάμια αντιμετωπίζουν προβλήματα εφοδιασμού και δεν μπορούν να παράγουν σύμφωνα με τη δυναμικότητά τους.

Οι τιμές του ρεύματος στις μεγαλύτερες αγορές της Ευρώπης το 2022

ing_prices_electricity2022

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των δυσχερειών, η ING προβλέπει ότι οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας θα παραμείνουν πολύ σφιχτές και το 2023, με την τιμή αναφοράς στην Ολλανδία (APX) να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο σε €375/MWh.

Η πρόβλεψη της ING για τις ευρωπαϊκές τιμές ρεύματος το 2023

ing_revma2023

Το αποκορύφωμα της αιχμής των θερινών τιμών θα εξαρτηθεί από το εάν η Ευρώπη θα βιώσει άλλη μια ξηρασία και εάν μπορεί να διατηρήσει σε λειτουργία την υπάρχουσα πυρηνική ικανότητα, μεγιστοποιώντας παράλληλα την παραγωγή από σταθμούς παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα. Όπως πάντα, σημειώνει ο οίκος, οι αγορές ενέργειας παραμένουν τοπικές αγορές με μεγάλες διακυμάνσεις στο επίπεδο των τιμών ενέργειας μεταξύ των ευρωπαϊκών ζωνών προσφοράς.

Νέες ανατιμήσεις ενόψει

Συνδυαστικά αλλά και ως αλυσιδωτό αποτέλεσμα το τοπίο γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς το αμέσως επόμενο διάστημα παράγοντες, της αγοράς προβλέπουν σταδιακές ανατιμήσεις που μπορεί αθροιστικά να ξεπεράσουν και το 20% σε συγκεκριμένους κωδικούς.

Δυσοίωνες εξελίξεις προοιωνίζονται τόσο η πορεία του “εισαγόμενου πληθωρισμού” όσο και του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η νέα αύξηση στον λεγόμενο «εισαγόμενο πληθωρισμό» οφείλεται:

α. Στην αύξηση του δείκτη τιμών εισαγωγών από χώρες εκτός ευρωζώνης κατά 26,8%, και

β. Στην αύξηση του δείκτη τιμών εισαγωγών από χώρες ευρωζώνης κατά 10,2%.

O γενικός δείκτης παρουσίασε αύξηση 1,5% τον Οκτώβριο 2022 σε σύγκριση με τον δείκτη του Σεπτεμβρίου 2022, έναντι αύξησης 4,8% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών το 2021.

  • Παράλληλα νέα μεγάλη αύξηση κατά 26,2% σημείωσε ο γενικός δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία

Με βάση πάντα τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μπορεί ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή να είχε μια επιβράδυνση το Νοέμβριο, αυξήθηκε δηλαδή με ρυθμί 8,5%, από 9,1% τον Οκτώβριο 2022, ωστόσοσυνεχίστηκαν οι ανατιμήσεις σε όλη τη γκάμα των αγαθών και υπηρεσιών (π.χ. ενέργεια, πλην ηλεκτρισμού, και είδη διατροφής) εκτός από τις τηλεφωνικές υπηρεσίες.

Ειδικότερα, σε ετήσια βάση υπήρξαν μεγάλες ανατιμήσεις, πάνω από τον Δέικτη Τιμών Καταναλωτή σε: Ψωμί και δημητριακά (18,7%), Κρέατα- γενικά (16,7%), Ψάρια- γενικά (1,9%), Γαλακτοκομικά και αυγά (25,3%), Έλαια και λίπη (20,4%), Φρούτα- γενικά (3,7%), Λαχανικά- γενικά (12,6%), Ζάχαρη- σοκολάτες- γλυκά- παγωτά (8,6%), Λοιπά τρόφιμα (12,9%), Καφέ- κακάο- τσάι (11,9%), Μεταλλικό νερό- αναψυκτικά- χυμούς φρούτων (8,9%), Αλκοολούχα ποτά- μη σερβιριζόμενα (7,1%), Ένδυση και υπόδηση (10,9%),

Ενοίκια κατοικιών (2,6%), Επισκευή και συντήρηση κατοικίας (4%), Υπηρεσίες κοινοχρήστων (1,6%), Φυσικό αέριο (27,8%), Πετρέλαιο θέρμανσης (11,6%), Στερεά καύσιμα (23,2%), Έπιπλα και διακοσμητικά είδη (6,7%), Υφαντουργικά προϊόντα οικιακής χρήσης (4%), Οικιακές συσκευές και επισκευές (4,5%), Υαλικά- επιτραπέζια σκεύη και σκεύη οικιακής χρήσης (8,5%), Είδη άμεσης κατανάλωσης νοικοκυριού (16,7%), Οικιακές υπηρεσίες (6,3%), Φαρμακευτικά προϊόντα (6%), Ιατρικά προϊόντα (3,3%), Ιατρικές- οδοντιατρικές και παραϊατρικές υπηρεσίες (1,5%), Νοσοκομειακή περίθαλψη (0,6%), Αυτοκίνητα καινούργια (13,3%), Αυτοκίνητα μεταχειρισμένα (19,4%), Μοτοποδήλατα- μοτοσυκλέτες (9,6%),

Ανταλλακτικά και αξεσουάρ αυτοκινήτου (10,6%), Καύσιμα και λιπαντικά (17,6%), Συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς (3,1%), Μεταφορά επιβατών με ταξί (32,9%), Μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο (42,3%), Μεταφορά επιβατών με πλοίο (26,7%), Διαρκή αγαθά αναψυχής και πολιτισμού (4,5%),

Μικρά είδη αναψυχής- άνθη- κατοικίδια ζώα (3,1%), Κινηματογράφους- θέατρα (14,3%), Γραφική ύλη και υλικά σχεδίασης (9,1%), Πακέτο διακοπών (12,8%), Πρωτοβάθμια εκπαίδευση (2,6%), Δευτεροβάθμια εκπαίδευση (2,6%), Εστιατόρια- ζαχαροπλαστεία- καφενεία- κυλικεία (7,1%), Ξενοδοχεία- μοτέλ- πανδοχεία (14,5%), Κομμωτήρια και καταστήματα προσωπικής φροντίδας (2,7%) και Άλλα είδη ατομικής φροντίδας (10,2%).

Ενώ, μεταξύ Νοεμβρίου και Οκτωβρίου εφέτος συνεχίστηκαν οι ανατιμήσεις σε είδη διατροφής, όπως σε: Ψωμί (1,3%), Άλλα προϊόντα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής (2,3%), Μοσχάρι (1,4%), Γιαούρτι (4,4%), Τυριά (2,8%), Ελαιόλαδο (3,2%), Φρούτα νωπά (3,4%), Λαχανικά κατεψυγμένα (4%), Χυμούς φρούτων (4,5%) και Αλκοολούχα ποτά- μη σερβιριζόμενα (0,7%). Αντίθετα, μειώσεις τιμών υπήρξαν σε: Ζυμαρικά (7,2%) και Λαχανικά νωπά (4,4%).

Στον τομέα της ενέργειας, αυξήθηκαν οι τιμές σε Ηλεκτρισμό (2,2%) και Καύσιμα αυτοκινήτου- βενζίνη (2%), ενώ μειώθηκαν σε Πετρέλαιο θέρμανσης (7,9%) και Πετρέλαιο κίνησης (2,9%). Ενώ, νέες ανατιμήσεις καταγράφηκαν σε Ενοίκια κατοικιών (1,1%), Είδη άμεσης κατανάλωσης νοικοκυριού (1,2%), Αυτοκίνητα καινούργια (2,2%), Εστιατόρια- ζαχαροπλαστεία- καφενεία (0,2%) και Άλλα είδη ατομικής φροντίδας (1,3%)

  • Με βάση, μάλιστα, στοιχεία της Eurostat έως και 50% έφθασαν οι αυξήσεις τιμών σε σειρά βασικών τροφίμων στην Ελλάδα το τελευταίο 11μηνο. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν στην Ελλάδα με υψηλότερο ρυθμό σε σύγκριση με τον μέσο ρυθμό αύξησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω των ειδικών συνθηκών της Ελληνικής αγοράς, όπου ο ανταγωνισμός είναι μειωμένος, τα κόστη μεταφοράς μεγάλα κτλ.

Από την εξέταση 20 επιλεγμένων τροφίμων προκύπτει ότι το τελευταίο 12μηνο οι τιμές έχουν αυξηθεί από 1,8% (στα ψάρια και θαλασσινά) έως 49,3% (στη ζάχαρη), ενώ σε σειρά πολύ βασικών ειδών διατροφής οι ανατιμήσεις πλησιάζουν ή υπερβαίνουν το 20%.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα άλλα βρώσιμα έλαια, και κυρίως το ηλιέλαιο. Μέσα σε έναν χρόνο η τιμή αυξήθηκε κατά 38,8%, λόγω Ουκρανικής κρίσης, ενώ σε επίπεδο Ε.Ε. κατά 45%. Κατά 27,5% έχει αυξηθεί η τιμή στο γιαούρτι, προϊόν στο οποίο καταγράφηκε και σημαντική υποχώρηση του όγκου πωλήσεων στην εγχώρια αγορά, κατά 26% στο φρέσκο γάλα, κατά 25,7% στα τυριά, κατά 24,4% στο ψωμί, προϊόν που επίσης επηρεάστηκε άμεσα από τον πόλεμο στην Ουκρανία λόγω των διαταραχών που προκλήθηκαν στη διεθνή αγορά μαλακού σιταριού. Κατά 23,20% έχει αυξηθεί η τιμή στις πατάτες και κατά 20,10% στο βούτυρο.

Από τα προϊόντα που εξετάζονται στο πλαίσιο της έρευνας της Eurostat, μονοψήφια αύξηση τιμών καταγράφηκε στην Ελλάδα μόνο σε τρία – στα ψάρια και θαλασσινά (1,8%), στα φρούτα (3,6%) και στο κρασί (9,4%).

Βέβαια οι αυξήσεις αυτές συνδυαζόμενες με τη μειωμένη αγοραστική δύναμη των πολιτών δίνει ένα “εκρηκτικό αποτέλεσμα” σε σχέση με την απειλή φτώχειας. Σύμφωνα μάλιστα. με στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα καταγράφεται το τρίτο υψηλότερο ποσοστό, μετά τη Ρουμανία και την Εσθονία, δαπανών για τρόφιμα, ποτά και εστίαση (29,6% το 2020 και 25,3% το 2021).