Γ. Μανιάτης: Ιστορικό καθήκον της γενιάς μας να παύσουμε την ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας και να θωρακίσουμε την οικονομία μας
EP Plenary session – The need for EU support towards a just transition and reconstruction in Syria
✨Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρή ενεργειακή εξάρτηση, με το 75% της ενέργειας να εισάγεται, παρά την πρόοδο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τις διεθνείς διασυνδέσεις.
✨Προβλήματα στα έργα υποδομής, όπως καθυστερήσεις στον East Med και τεχνικές δυσκολίες στον Κάθετο Διάδρομο, εμποδίζουν την αξιοποίηση εγχώριων και διασυνοριακών ενεργειακών πόρων.
✨Η κυβέρνηση άλλαξε στάση υπέρ της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, προωθώντας την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στη ΝΑ Ευρώπη με νέες στρατηγικές.
✨Η αξιοποίηση των υδρογονανθράκων μπορεί να μειώσει την εξάρτηση, να ενισχύσει την οικονομία και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, αλλά οι χαμένες ευκαιρίες παραμένουν ανεκπλήρωτες.
Κάθε φορά που συμβαίνει μια διεθνής κρίση, όπως τώρα με τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν, επανέρχονται στο προσκήνιο εκκλήσεις υπέρ της καλύτερης δυνατής διαχείρισης των συνεπειών στις αγορές καυσίμων και στην οικονομία. Κοινός παρονομαστής των προβλημάτων είναι η υπερβολική εξάρτηση της χώρας μας, στην πρώτη περίπτωση σε μια εισαγόμενη ενεργειακή πηγή και στη δεύτερη σε οικονομικές δραστηριότητες που επηρεάζεται από διεθνείς κρίσεις και αστάθμητους παράγοντες, όπως ο τουρισμός.
Του Γιάννη Μανιάτη*

Το πρόβλημα είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες, όπως άλλωστε και η λύση του. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια διευρυμένη παραγωγική βάση (αγροτικός τομέας, πρώτες ύλες, μεταποίηση, καινοτομία), η οποία βέβαια, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, απαιτεί πρωτίστως αδιάλειπτη και οικονομικά προσιτή ενέργεια, σημαντικό μέρος της οποίας θα παράγεται εγχώρια.
Και ενώ η χώρα μας έχει να επιδείξει διαχρονική σημαντική πρόοδο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (το 2025 το 47% της ζήτησης ηλεκτρισμού καλύφθηκε από ΑΠΕ), καθώς ήδη από το 2014 είχε κατακτήσει την 3η καλύτερη θέση παγκοσμίως στην κατά κεφαλήν παραγωγή από Φωτοβολταϊκά και την 7η καλύτερη στην Ευρώπη από Αιολικά, δυστυχώς στους υδρογονάνθρακες έμεινε καθηλωμένη, εξαιτίας πολυετούς και πέρα από κάθε λογική, εχθρικής κυβερνητικής στάσης. Έτσι το 2023, η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας από τρίτους προμηθευτές ήταν περίπου 75%, με το μ.ο. της ΕΕ-27 58%, ενώ αυτή της Δανίας, που εκτός από ΑΠΕ παράγει υδρογονάνθρακες, μόλις 40%. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση της Κύπρου, με βεβαιωμένα κοιτάσματα φυσικού αερίου (φ.α.), που ακόμα δεν έχει εκμεταλλευτεί και μια διφορούμενη στάση.
Αν και η κατάσταση είναι αρκετά καλύτερη στις μεγάλες διεθνείς διασυνδέσεις, οι οποίες αποτελούν τον δεύτερο πυλώνα της στρατηγικής που καθιερώσαμε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 (οι άλλες δύο ήταν η αξιοποίηση εγχώριων πηγών ενέργειας και η δραστική βελτίωση της Ενεργειακής Απόδοσης), θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτές αντιμετωπίζουν δυο σοβαρές προκλήσεις.
Α. Κάποιες δεν έχουν υλοποιηθεί, μετά από πολλά χρόνια σχεδιασμών και στήριξης από την ΕΕ, όπως ο East Med, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και Ελλάδας – Αιγύπτου, αλλά και η αντλησιοταμίευση στην Αμφιλοχία. Αξιοσημείωτο είναι ότι, με εξαίρεση την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Αιγύπτου που εντάχθηκε το 2024, όλες τις εντάξαμε στα έργα προτεραιότητας της ΕΕ, τα γνωστά PCIs, ήδη από το 2013, δίνοντάς τους έτσι πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και ταχύτερες διασυνοριακές αδειοδοτικές διαδικασίες.
Β. Εκείνες που υλοποιήθηκαν (π.χ. ο Συμπιεστής, στο πλαίσιο του Κάθετου Διαδρόμου, για την αναστροφή ροής φ.α. προς το Βορρά στο Σιδηρόκαστρο έγινε PCI το 2013 και γρήγορα κατασκευάστηκε), είτε αντιμετωπίζουν μακροχρόνια διασυνοριακά ρυθμιστικά προβλήματα που περιορίζουν τη λειτουργία τους, όπως ο Κάθετος Διάδρομος, είτε και καθυστερήσεις στην αναγκαία αναβάθμιση της μεταφορικής τους ικανότητας, όπως ο ΤΑΡ και ο IGB, αλλά και οι αναγκαίες ενισχύσεις στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την Ιταλία και τους βόρειους γείτονές μας (για να αξιοποιήσουμε την υπερπαραγωγή ΑΠΕ και στο μέλλον τις εισαγωγές από Αίγυπτο).
Ευτυχώς, λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως η όξυνση των διεθνών οικονομικών ανταγωνισμών, οι απανωτές γεωπολιτικές, που άμεσα μετατρέπονται σε ενεργειακές – οικονομικές κρίσεις, αλλά και η σημαντική στροφή των ΗΠΑ υπέρ των υδρογονανθράκων, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας άλλαξε δραστικά στάση. Έτσι, από τη δήλωση του κ. Μητσοτάκη από το βήμα της 76ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 2021 ότι οι «υδρογονάνθρακες είναι ένα αγαθό που χάνει την αξία του» και την αγωνιώδη έκκλησή του να σταματήσουμε «τις διαμάχες του προηγούμενου αιώνα», φτάσαμε στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για την αργοπορημένη υλοποίηση εθνικών στρατηγικών του 2010-2014 (υδρογονάνθρακες, Κάθετος Διάδρομος), που βέβαια μέχρι το 2019 απολάμβαναν σημαντική διακοινοβουλευτική συναίνεση (ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ-ΝΔ τα χρόνια της συγκυβέρνησης, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά το 2017).
Με την ενεργοποίηση, επιτέλους, του Κάθετου Διαδρόμου η Ελλάδα θα αξιοποιήσει μια τεράστια γεωπολιτική ευκαιρία, καθώς η ενεργειακή ασφάλεια της ΝΑ Ευρώπης και η πρόσβαση αμερικανικών, κυρίως, εξαγωγών LNG στην περιοχή, θα βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε εμάς. Παράλληλα, η αξιοποίηση των ελληνικών υδρογονανθράκων μπορεί να μειώσει τη μεγάλη μας ενεργειακή εξάρτηση, να διευκολύνει μια ομαλότερη πράσινη μετάβαση, να βελτιώσει τον γεωπολιτικό μας ρόλο στη περιοχή και να κατοχυρώσει στη πράξη τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο. Τέλος, να δημιουργήσει καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και σημαντικά έσοδα για τις Περιφέρειες και το ασφαλιστικό σύστημα, όπως ήδη έχουμε θεσμοθετήσει από το 2013 με το «Ταμείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Γενεών» (Ν.4162/2013).
Δυστυχώς βέβαια δεν θα επιστραφεί ποτέ το κόστος που ήδη πλήρωσαν οι Έλληνες πολίτες ή οι χαμένες ευκαιρίες για την πατρίδα μας. Εάν η κυβέρνηση είχε προχωρήσει με την παραγωγή ελληνικών υδρογονανθράκων στις αρχές της δεκαετίας μας, όπως σχεδιάζαμε το 2011, η ελληνική οικονομία θα είχε διαχειριστεί καλύτερα τις ενεργειακές κρίσεις των πολέμων, και προφανώς ήδη θα απολάμβανε, ως ασφαλής εναλλακτικός προμηθευτής, ισχυρά οικονομικά και πολιτικά οφέλη, καθώς η παγκόσμια οικονομία καταβάλει το οικονομικό κόστος εξάρτησης από τον Κόλπο (geopolitical risk premium).
Όμως, για να γίνουν πράξη όλα αυτά χρειάζεται να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τη θετική συγκυρία (και όχι μόνο το drill baby drill των ΗΠΑ), καθώς η Ευρώπη, πέρα από την απόφαση κατάργησης του ρωσικού αερίου, αποφάσισε να συνδυάσει τους υψηλούς ρυθμούς ενεργειακής μετάβασης, με την προώθηση των άλλων δυο βασικών στόχων αειφορίας, την Ενεργειακή Ασφάλεια και Οικονομικότητα, μεταξύ άλλων δίνοντας νέα πνοή στον Κάθετο Διάδρομο και τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες. Αυτό πρακτικά σημαίνει:
- Αξιοποίηση των πρωτοβουλιών που έχουν αναλάβει οι ΗΠΑ και η Ε. Επιτροπή για την αντιμετώπιση των τελευταίων εμποδίων λειτουργίας του Κάθετου Διαδρόμου, πριν επιλεγεί κάποια ρυθμιστικά απλούστερη, αλλά και δυστυχώς ανταγωνιστική προς εμάς επιλογή, όπως ο TurkStream.
- Κεφαλαιοποίηση της στήριξης της ΕΕ στον Διαβαλκανικό αγωγό (μέρος του Κάθετου Διαδρόμου) και στην ηλεκτρική διασύνδεση με Κύπρο, έργα που και τα δύο πρόσφατα εντάχθηκαν, με πρωτοβουλία της Ε. Επιτροπής, στις Ενεργειακές Λεωφόρους της ΕΕ.
- Αξιοποίηση πρόσφατων νομοθετικών προτάσεων της ΕΕ και ιδίως του Πακέτου για τα Δίκτυα Ενέργειας (Grids Package), αλλά και των 30 δις για έργα ενέργειας του χρηματοδοτικού εργαλείου CEF, για το οποίο είμαι Εισηγητής των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
- Επιτάχυνση της υλοποίησης του προγράμματος υδρογονανθράκων, με πρώτο βήμα την άρση όλων εκείνων των αιτιών που στο πρόσφατο παρελθόν μας καθυστέρησαν. Γιατί υπογραφές Συμβάσεων, όπως πρόσφατα με τη Chevron, είχαμε και στο παρελθόν, όμως αυτές ακολουθήθηκαν από αποχωρήσεις ενεργειακών κολοσσών, όπως οι Total και Repsol, αλλά και η δική μας HELLENiQ ENERGY που επέστρεψε μέρος των παραχωρήσεων, όπως στον Πατραϊκό το 2023.
Πιθανές νέες καθυστερήσεις στον Κάθετο Διάδρομο, ανάλογες εκείνων του προγράμματος υδρογονανθράκων, μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές επιπτώσεις στην υλοποίησή του. Πιθανή σταθεροποίηση των spot market τιμών LNG σε υψηλά επίπεδα, λόγω παρατεταμένης σύρραξης στο Ιράν, καθιστά δυσκολότερη τη σύναψη μακροχρόνιων συμβολαίων προμήθειας για τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης, ενώ υπάρχουν και εναλλακτικές διαδρομές χωρίς τα ρυθμιστικά προβλήματα του Κάθετου Διαδρόμου (τουρκικά LNG Terminals και TurkStream).
Τέλος, είναι απαραίτητο όλες οι διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές να εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή υπό το πρίσμα της οικονομικότητας. Η μαζική ανάπτυξη των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τις διορθωτικές κινήσεις στην αγορά ενέργειας, που επιδιώκουμε σε επίπεδο ΕΕ, δημιουργούν προσδοκία για σταδιακή μείωση των τιμών ηλεκτρισμού στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργείται προβληματισμός ως προς το πώς οι ακριβές νέες επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια θα μπορούσαν να είναι πραγματικά αποδοτικές για τους επενδυτές. Η οικονομική και πολιτική λογική επιβάλλει να αποφεύγεται κάθε μορφή ενίσχυσης μέσω δημόσιων πόρων προς μία τεχνολογία που είναι καινούρια και αμφιλεγόμενη για την Ελλάδα, όπως τα πυρηνικά. Παράλληλα, θα ήταν εξίσου προβληματική μια κυβερνητική ανοχή σε διατήρηση υψηλών τιμών, καθώς κάτι τέτοιο θα εξυπηρετεί τη βιωσιμότητα των πυρηνικών επενδύσεων, αλλά ταυτόχρονα θα ναρκοθετεί την ανταγωνιστικότητα και θα εγκλωβίζει τους πολίτες και τις ενεργοβόρες βιομηχανίες σε ένα καθεστώς εξάρτησης από τις εκάστοτε κυβερνητικές πολιτικές, με πρόσκαιρα επιδόματα και επιδοτήσεις.
*Καθ. Γιάννης Μανιάτης, Ευρωβουλευτής, Αντιπρόεδρος Σοσιαλιστών Δημοκρατών (S&D), πρ. Υπουργός