Τρεις στρατηγικές: Τα “αφηγήματα” Μητσοτάκη, Τσίπρα, Ανδρουλάκη

 Τρεις στρατηγικές: Τα “αφηγήματα” Μητσοτάκη, Τσίπρα, Ανδρουλάκη

Ουδείς ανέμενε να πέσει η κυβέρνηση με την πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ που ολοκληρώθηκε με ένα μάλλον τυπικό αποτέλεσμα: 156-142(με το “παρών” του Κ. Μπογδάνου και την απουσία της Μαριέττας Γιαννάκου λόγω της περιπέτειας της υγείας της). Τόσο η κυβέρνηση, όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση μπορούν αν δηλώνουν ικανοποιημένες από την έκβαση. Καθένας έκανε τη “δουλειά” του. Ικανοποιημένος μπορεί να δηλώνει και ο Νίκος Ανδρουλάκης αφού αξιοποίησε την απουσία του -ως μη εκλεγμένος- από τη Βουλή για να επιβεβαιώσει το ΚΙΝ.ΑΛ πως εφεξής και μέχρι τις εκλογές θα κινηθεί με “δημιουργική αμφισημία”.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Κυβέρνηση, ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ΚΙΝ.ΑΛ ξεδίπλωσαν τις στρατηγικές τους καθώς έχουμε ήδη εισέλθει σε προεκλογική περίοδο που μπορεί να είναι μακρά (έως και 15 μήνες εφόσον επαληθευτεί η πρόθεση του Μαξίμου για διπλές κάλπες την άνοιξη του 2023) και θα κυριαρχήσει αναμφίβολα η πόλωση, τα διλήμματα και η οξύτητα.

Η στρατηγική Μητσοτάκη

Η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη απέβλεπε στο να δημιουργήσει συνθήκες σύγκρισης της δικής του διακυβέρνησης με εκείνη του πολιτικού του αντιπάλου. Πρόκειται για ανόμοια πράγματα, ωστόσο ο πρωθυπουργός προσπάθησε να ποντάρει σε μία υπόσχεση μέλλοντος και να προσπεράσει -όσο αυτό είναι εφικτό- τα μεγάλα σφάλματα και τις αποτυχίες της κυβερνητικής διαχείρισης στην πανδημία, τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες και εσχάτως στην “Ελπίδα”.

Το πλήγμα, ωστόσο, που έχει δεχθεί η κυβέρνηση στον σκληρό πυρήνα της διαχειριστικής της επάρκειας είναι σοβαρό και αναμφίβολα της στοιχίζει πολιτικά και πιθανότατα θα της στοιχίσει και εκλογικά. Όχι, όμως, περισσότερο από τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα όπως η ακρίβεια και η έκρηξη ανατιμήσεων την οποία μέχρις ώρας δεν φαίνεται να μπορεί να αντιμετωπίσει.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει να παίζει το χαρτί της αρνητικής συναισθηματικής φόρτισης που προκαλεί η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά με τις αναφορές στην τραγωδία στο Μάτι, και σκοπό να κρατά ζωντανό το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο στο συλλογικό υποσυνείδητο μερίδας των κεντρώων ψηφοφόρων. Ωστόσο, είναι αρκετά δύσκολο να εξισορροπείται η αντι-ΣΥΡΙΖΑ μνήμη με την οργή και απογοήτευση από τα κυβερνητικά πεπραγμένα της Ν.Δ, ιδιαίτερα όταν υπάρχει πλέον το νέο ΚΙΝ.ΑΛ ως εναλλακτικός υποδοχέας αυτών των ψήφων. Γι αυτό και προσπάθησε, αφενός να παρουσιάσει τον Νίκο Ανδρουλάκη ως παρακολούθημα του Αλέξη Τσίπρα για να μοχλεύσει το εκλογικό ακροατήριο της κεντροαριστεράς, αφετέρου να του επιτεθεί και να τον εκθέσει για “ασάφεια” ώστε να δημιουργήσει ανάχωμα σε διαρροές κεντρώων ψηφοφόρων.

Το “αφήγημα” Τσίπρα

O Αλέξης Τσίπρας, από την πλευρά του, προσπάθησε, και σε μεγάλο βαθμό το κατόρθωσε, να αναδειχθεί ως ακόμα κραταιός και μοναδικός πόλος απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Περιχαράκωσε τον χώρο του, δε, έναντι του Νίκου Ανδρουλάκη, ενώ παράλληλα “ανάγκασε” το όλον του ΣΥΡΙΖΑ να τον χειροκροτά. Αυτή η συσπείρωση είναι μεν πολύτιμη ενόψει συνεδρίου αλλά και με το ενδεχόμενο ενός εκλογικού αιφνιδιασμού, ωστόσο δεν είναι βέβαιο πως θα διατηρηθεί καθώς οι διαφωνούντες των τάσεων απλώς ανέστειλαν την αμφισβήτηση και δεν θα την εγκαταλλείψουν εύκολα.

Από την άλλη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απευθύνεται όχι μόνο στο εκλογικό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στο ευρύτερο φάσμα της κοινωνίας που εμφανίζεται απογοητευμένη από τις προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει η Ν.Δ με την ανάληψη της εξουσίας το 2019.

Καταψηφίστηκε η πρόταση μομφής κατά Σταϊκούρα – Αντιπαράθεση για οικονομία  και ελληνοτουρκικά | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Επέμεινε, βεβαίως, στο θέμα Φουρθιώτη, όχι γιατί πιστεύει πως θα κριθούν οι εκλογές από τις “στενές επαφές” κυβερνητικών στελεχών με την περσόνα της trash-TV που είναι και υπόδικος αλλά επειδή θα αξιοποιεί πλέον ο,τιδήποτε μπορεί να οξύνει το πολιτικό κλίμα και να βαθύνει τη διαχωριστική γραμμή, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και η Ν.Δ ως αξιωματική αντιπολίτευση (από το Μακεδονικό μέχρι τα …βοσκοτόπια και τον Πετσίτη).

Αυτή η στρατηγική έχει ρίσκο. Όπως και στην περίπτωση της στρατηγικής Μητσοτάκη, το γεγονός πως καλλιεργείται η εντύπωση (μένει να δούμε πόσο πραγματική είναι) ότι υπάρχει η “εναλλακτική Ανδρουλάκη”, ίσως προκαλέσει αντισυσπειρώσεις από ψηφοφόρους που θεωρούν παρωχημένη, αδιέξοδη και κουραστική την σύγκρουση του διπολισμού.

Η σχοινοβασία Ανδρουλάκη

Η στρατηγική του Νίκου Ανδρουλάκη, τέλος, είναι τόσο “μπερδεμένη”, όσο και σαφής. Πρόκειται για μία σχοινοβασία ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα με σκοπό να κερδίζει ψηφοφόρους και από τις δύο πλευρές υποσχόμενος μια αδιευκρίνιστη νεωτερικότητα. Παρότι η αποστροφή της παρέμβασης του πρωθυπουργού και η αναφορά του στον έμπειρο και ήπιο Κώστα Σκανδαλίδη ήταν σχεδόν προσβλητική, επί της ουσίας είχε δίκιο όταν αναφέρθηκε στην προσπάθεια να παρουσιαστεί ως νέο κάτι παλιό (ΚΙΝ.ΑΛ/ΠΑΣΟΚ).

Κι αυτό θα εντείνεται ακόμα περισσότερο όσο ο νέος αρχηγός δεν μπορεί να αποκοπεί από το τραυματικό παρελθόν του κόμματός του και τις μεγάλες ευθύνες που είχε στην πορεία της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες.

Υπό μία έννοια η σημαντικότερη προσφορά του ΚΙΝ.ΑΛ θα ήταν αυτό που περιέγραψε στην σύντομη ομιλία του ο Χάρης Καστανίδης, δηλαδή ένα σχέδιο ανόρθωσης της χώρας που θα ταυτιζόταν με την επούλωση των διχαστικών πληγών που άνοιξαν η χρεοκοπία και τα μνημόνια.

Η στρατηγική του ΚΙΝ.ΑΛ συνδυάζεται με την εντύπωση πως δεν προτίθεται να συναινέσει στην συμμετοχή του είτε σε κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, είτε υπό τον Αλέξη Τσίπρα. Είναι πρόωρο να προεξοφλήσει κανείς κάτι τέτοιο, εάν, όμως, αποδειχθεί αληθές, και με τα δεδομένα της απλής αναλογικής αλλά και τα όρια του δεύτερου εκλογικού νόμου (κλιμακωτό μπόνους), η αυτοδυναμία καθίσταται πολύ δύσκολη και μπορεί να δημιουργήσει εντελώς νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.