• 13 Απριλίου, 2021

Τι έχουν να πουν Μητσοτάκης και Ερντογάν; Επιδιώξεις και κίνδυνοι…

 Τι έχουν να πουν Μητσοτάκης και Ερντογάν; Επιδιώξεις και κίνδυνοι…

O τελευταίος (62ος) γύρος των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας και οι πολιτικές διαβουλεύσεις (ΓΓ Ελληνικού ΥΠ.ΕΞ με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών) πραγματοποιήθηκαν στην σκιά των πολύ πρόσφατων νέων τουρκικών προκλητικών ενεργειών. Είναι γνωστό πως η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε να τις αποφύγει διότι θα κατηγορούνταν ότι ναρκοθετεί τον διάλογο (απαίτηση, άλλωστε, του Βερολίνου αλλά και της νέας διοίκησης Μπάϊντεν), η δε τουρκική έχει πολλούς λόγους να διατηρεί την ψευδαίσθηση της προσαρμογής της σε μια ρητορική συνδιαλλαγής. Στόχος της, άλλωστε, είναι να κρατά ανοικτούς τους διαύλους της ευρωτουρκικής προσέγγισης και να μην ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός κυρώσεων στην Σύνοδο Κορυφής στις 25 και 26 Μαρτίου. Θεωρείται δεδομένο πως η έκθεση Μπορέλ απενεργοποιείται και η σχετική συζήτηση μετατίθεται (για ακόμα μία φορά) για την Σύνοδο του Ιουνίου.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Η σημαντική νέα εξέλιξη είναι αναμφίβολα η αποδοχή της τουρκικής πρόσκλησης για επίσκεψη του Νίκου Δένδια στην Άγκυρα, στις 14 Απριλίου, και η συνάντησή του με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Η απάντηση του τελευταίου σε δημοσιογραφικές ερωτήσεις -την επομένη των διερευνητικών επαφών- είναι ενδεικτική:

“Μετά από 5 χρόνια πραγματοποιήσαμε “συμβουλευτικές συνομιλίες”, παλαιότερα γνωστές ως διερευνητικές.Πραγματοποιήθηκαν σε πολύ θετικό κλίμα.Εξετάσθηκε τι συζητήθηκε σε προηγούμενες συναντήσεις κατά την διάρκεια αυτής της 20αετούς διαδικασίας και ποιες ιδέες προέκυψαν. Φυσικά υπάρχουν πολλά ζητήματα στο Αιγαίο, ειδικά μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.Εννοώ υπάρχουν πράγματα επί των οποίων δεν συμφωνούμε. Όλα αυτά έχουν συζητηθεί κατά το παρελθόν και συζητήθηκαν στη συνάντηση της Αθήνας.Ο σκοπός της δημιουργίας αυτού του μηχανισμού ήταν να αποφασίσουμε από κοινού πως θα επιλύσουμε αυτά τα υπάρχοντα προβλήματα.Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν ρεαλιστικό να περιμένουμε να επιλυθούν τα προβλήματα αυτά σε μια συνάντηση.Αυτές οι εναλλασσόμενες συναντήσεις θα συνεχιστούν την επόμενη περίοδο.Θα φιλοξενήσουμε εκ νέου τη συνάντηση. Μεταξύ ημών και της Ελλάδας υπάρχει ένας μηχανισμός για πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο υπουργείων”.

Οι δηλώσεις Τσαβούσογλου έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, η έμφαση που δίνει, δε, στο πολιτικό σκέλος των διαβουλεύσεων, πέραν, δηλαδή, της στενής ατζέντας των διρευνητικών επαφών, ακόμα μεγαλύτερο. Η διαδικασία επικυρώνεται με την συνάντηση Τσαβούσογλου-Δένδια στην Άγκυρα και λογικά αναμένει κανείς πως εν όψει της Συνόδου Κορυφής και αυτής της συνάντησης η Τουρκία θα μειώσει την ένταση. Υποκρύπτουν όλα αυτά κάτι περισσότερο; Μένει να το δούμε.

Το κλειδί ίσως είναι η διαρροή της πληροφορίας πως μετά τη συνάντηση Τσαβούσογλου-Δένδια θα ακολουθήσει πιθανώς μία συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο.

Αξίζει να σημειωθεί πως η επίσκεψη Δένδια στην τουρκική πρωτεύουσα θα πραγματοποιηθεί μόλις δύο εβδομάδες πριν την έναρξη της πενταμερούς για το Κυπριακό, από τις 27 μέχρι τις 29 Απριλίου στη Γενεύη. Και πρέπει να επισημανθεί πως σε αυτή την νέα φάση διαβουλεύσεων για το Κυπριακό η Τουρκία (έχοντας πλέον εγκαταστήσει δική της κυβέρνηση-“μαριονέτα” στα Κατεχόμενα) προσέρχεται για να ακυρώσει το κεκτημένο του Κραν Μοντανά (με υπογραφή Κοτζιά-Χριστοδουλίδη) και να ανοίξει το δρόμο για την διχοτόμηση του νησιού. “Λύση” με την οποία, σύμφωνα με τις ενδείξεις, έχουν συμβιβαστεί και ο ΓΓ του ΟΗΕ, και η Μεγάλη Βρετανία, ενώ αναμένεται να αποσαφηνιστεί η στάση της Ουάσιγκτον και του Βερολίνου.

Μια συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν είναι λογικό να εξυπηρετεί πρωτίστως τον τελευταίο. Έχει κάθε λόγο να πείσει τον αμερικανικό παράγοντα (την ώρα που δεν διαθέτει αρκετούς φίλους στην Ουάσιγκτον) και, φυσικά, τον ευρω-γερμανικό, καθώς επιχειρεί να αποκαταστήσει τη “φήμη” του ως περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Ανάλογες κινήσεις –που προσώρας δεν έχουν αποδώσει- κάνει και προς την Αίγυπτο, ενώ είναι βέβαιο πως θα αναζητήσει διαύλους και με το Ισραήλ. Το γεγονός, πάντως, πως η ελληνική πλευρά δείχνει να έχει αποδεχθεί την υποβάθμιση της στρατηγικής του EastMed, ένα μόλις χρόνο μετά τους διθυράμβους περί “ιστορικής συμφωνίας” κατά την υπογραφή της στην Αθήνα, αποτελεί κακό οιωνό.

Κάθε συνάντηση Αθήνας-Άγκυρας στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο έχει αξία και ενδιαφέρον όταν είναι καλά μελετημένη και σχεδιασμένη. Παλαιότερα τέτοιες συναντήσεις (που είχαν επικριθεί από τη Ν.Δ όταν ήταν αξιωματική αντιπολίτευση) αποσκοπούσαν κυρίως στην διατήρηση χαμηλής έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Αθήνα βρίσκεται μπροστά σε νέα μέτωπα, οι συμμαχίες στη νοτιοανατολική Μεσόγειο είτε αμφισβητούνται, είτε δεν είναι πια τόσο ισχυρές, η δε κυβέρνηση Αναστασιάδη μοιάζει ετοιμόροπη στη σκιά του γνωστού σκανδάλου με τις “χρυσές βίζες”.

Η Τουρκία –εάν κρίνουμε από τις δηλώσεις Τσαβούσογλου– αναβαθμίζει το πολιτικό σκέλος των διαβουλεύσεων και αφήνει ανοιχτές χαραμάδες ακόμα και για μια πορεία προς την Χάγη. Μέχρι ποιου σημείου είναι έτοιμη η ελληνική διπλωματία να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση; Τι προεργασία έχει γίνει με τη νέα ηγεσία στην Ουάσιγκτον και πως αντιδρά στις πιέσεις του γερμανικού παράγοντα; Κι ακόμα περισσότερο πόσο έχει επιδιωχθεί η εσωτερική πολιτική συνεννόηση; Στέρεες απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω δεν υπάρχουν ακόμα. Και πρέπει να υπάρξουν άμεσα, δεδομένου ότι ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να προσέλθει σε μια συνάντηση με τον Ερντογάν μόνο εφόσον έχει θέσει μια ευκρινή και διεκδικητική εθνική ατζέντα και όχι στη λογική του “βλέποντας και κάνοντας” και δη υπό την πίεση εξωγενών παραγόντων. Αλλιώς, εγκυμονούν μείζονες κίνδυνοι.

Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο libre.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα.