• 21 Οκτωβρίου, 2020

Ραγδαίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά: Δεύτερη ανάγνωση στο κείμενο της Συνόδου Κορυφής – Τα “κρυφά” σημεία και η… ειδική πλειοψηφία

 Ραγδαίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά: Δεύτερη ανάγνωση στο κείμενο της Συνόδου Κορυφής – Τα “κρυφά” σημεία και η… ειδική πλειοψηφία

Ραγδαίες προοιωνίζονται πλέον οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά (το Κυπριακό είναι ένα πιο σύνθετο ζήτημα), με ορόσημο τον Δεκέμβριο, μετά και το σήμα που έστειλε χθες η ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής ότι στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το μήνα αυτό θα επανεξετάσει τη στάση της. Πίεση που γίνεται εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη αν συνυπολογίσει κανείς ότι τότε τελειώνει η ισχυρή γερμανική προεδρία της Ε.Ε. και ακολουθεί η αδύναμη προεδρία της Πορτογαλίας…

Του Νίκου Παπαδημητρίου

Πάντως, μια πιο ψύχραιμη δεύτερη ματιά στο κείμενο στο οποίο κατέληξαν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βοηθά στο να εντοπίσει κανείς «παγίδες» που προφανώς και θα βρούμε μπροστά μας, αποτιμώντας εν τέλει αν το βάρος πέφτει στο «καρότο» ή στο «μαστίγιο» προς την Άγκυρα.

Τα ψιλά γράμματα

Διαβάζοντας, έτσι, το κείμενο συμπερασμάτων και αφού προσπεράσει κανείς το «τσάι και συμπάθεια» των εταίρων μας («πλήρης αλληλεγγύη», «σεβαστή κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα», κ.α.), εστιάζουμε σε αυτό που περιγράφηκε ως ο βασικός μοχλός πίεσης, αν όχι απειλή, της Ε.Ε. προς την Τουρκία. Ο λόγος για το άρθρο 215 της ΣΛΕΕ (δηλαδή της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε.), το οποίο και παραθέτουμε ολόκληρο:

«1. Όταν απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, προβλέπει τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από κοινή πρόταση του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, και της Επιτροπής, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα. Ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Εφόσον προβλέπεται από απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο μπορεί να λαμβάνει, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 1, περιοριστικά μέτρα έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή μη κρατικών οντοτήτων.

Οι πράξεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο περιέχουν τις αναγκαίες διατάξεις περί νομικών εγγυήσεων».

Με άλλα λόγια υπάρχει πρόβλεψη για διακοπή ή μείωση των σχέσεων με τρίτη χώρα, εν προκειμένω την Τουρκία, περιοριστικά μέτρα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα κ.ο.κ.

Όμως! Εκεί που εκτιμούμε ότι πρέπει να πέσει το βάρος, είναι σε μια …λεπτομέρεια της πρώτης παραγράφου: ότι εάν και εφόσον το Συμβούλιο αποφασίσει να σκληρύνει τη στάση της έναντι του Ρ. Τ. Ερντογάν τον Δεκέμβριο, τα μέτρα θα αποφασισθούν από το Συμβούλιο, όχι όμως με ομοφωνία αλλά με ΕΙΔΙΚΗ πλειοψηφία.

Η διάθεση όμως πλείστων -και σημαντικών- εταίρων μας να μην κακοκαρδίσουν την Άγκυρα (για ιστορικούς ή και οικονομικούς λόγους) είναι πασιφανής και έγινε αντιληπτή και στη Σύνοδο Κορυφής χθες-προχθές. Άρα, λοιπόν, εάν και εφόσον Αθήνα και Λευκωσία ζητήσουν κυρώσεις, η τράπουλα θα είναι από πριν σημαδεμένη, πόσο μάλλον που τις κυρώσεις θα εισηγηθεί ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, εν προκειμένω ο Ζ. Μπορέλ, ο οποίος συχνά πυκνά «ξεχνά» ποιος είναι το κράτος-μέλος και ποιος όχι.

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι ηλίου φαεινότερον ότι ήθελε να ρίξει το βάρος στη θετική ατζέντα, γι’ αυτό και το τυράκι προς το γείτονά μας, με Τελωνειακή Ένωση, βίζες, αλλά και «συνεχιζόμενη συνεργασία σε θέματα μετανάστευσης» (τι, άραγε, συνεπάγεται το τελευταίο;). Ας σημειωθεί επίσης ότι τόσο στην αναζωογόνηση της ευρω-τουρκικής ατζέντας όσο και στην προετοιμασία της πολυμερούς διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο κομβικό ρόλο θα παίξει ο κ. Μπορέλ…

Ο κυβερνητικός απολογισμός

Στον αντίποδα και τα «υπέρ» της χθεσινής απόφασης για την ελληνική πλευρά, οι ευρωπαίοι ηγέτες αναγνωρίζουν την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης ως μοναδικό θέμα των ελληνο-τουρκικών διερευνητικών συνομιλιών.

Στο δικό της απολογισμό η, κατά δήλωσή της, ικανοποιημένη ελληνική κυβέρνηση επικαλέστηκε το γεγονός ότι τα δύο πρώτα προσχέδια του κειμένου συμπερασμάτων ήταν αρνητικά για τα συμφέροντα Ελλάδας και Κύπρου, και άρα κατήγαγαν διπλωματική νίκη. Πέραν του ότι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί, είναι τι τελικώς συμφωνήθηκε -γιατί αυτό θα βρίσκουμε μπροστά μας- η επιχειρηματολογία ότι η διαπραγμάτευση ξεκίνησε από χειρότερα κείμενα μάλλον συνιστά έμμεση παραδοχή ότι οι δύο κυβερνήσεις δεν είχαν κινηθεί αρκετά στο διπλωματικό παρασκήνιο πριν τη συνεδρίαση της Συνόδου Κορυφής.

Φαίνεται, μάλιστα, ότι οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου δεν προσέγγισαν καν τον πήχη που είχαν θέσει, αφού ούτε η Αθήνα είδε την επιβολή κυρώσεων, ούτε η Λευκωσία τη διεύρυνση της λίστας των κυρώσεων με ονόματα προσώπων από την εταιρία γεωτρήσεων. Εξ ου και η σφοδρότατη αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα -και όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ, όπως έσπευσε να αντικρούσει ο Στέλιος Πέτσας- αλλά και στην Κύπρο.

Βεβαίως ο Κυριάκος Μητσοτάκης τις τελευταίες ημέρες είχε αλλάξει τη θέση του, επισημαίνοντας ότι οι κυρώσεις δεν αποτελούν λύση, αντιθέτως πολύ πιο παραγωγική είναι η απειλή των κυρώσεων. Ίσως να είχε δει κάτι… Αλλά ο Νίκος Αναστασιάδης είναι πολύ πιο εκτεθειμένος μετά τις απειλές για veto κ.ο.κ., ενώ κρίσιμη είναι η παράμετρος αν παρέμεινε μέχρι τέλους αρραγής η συμμαχία Αθηνών και Λευκωσίας…

Η τουρκική αντίδραση

Από την πλευρά της Άγκυρας, η αντίδραση του ΥΠΕΞ έδειξε εκνευρισμό για διατυπώσεις κυρίως, του κειμένου συμπερασμάτων, είναι, από την άλλη, σαφής η διάθεση της τουρκικής κυβέρνησης να ξεκινήσει διάλογο με την Αθήνα. Σε κάθε περίπτωση, η ουσιαστική -πέραν δηλαδή της απάντησης του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών- αντίδραση της άλλης πλευράς με τις δύο ακυρωτικές navtex στις διεκδικούμενες από την Άγκυρα, θάλασσες της Κρήτης και του Καστελλορίζου μόνο …ζορισμένη δεν δείχνει την άλλη πλευρά.

Είναι επίσης προφανές ότι η ευρωπαϊκή πρόσκληση προς τον Τούρκο Πρόεδρο να ξεκινήσει διάλογο και με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί κενό γράμμα, δεδομένης της σταθερής στάσης του εισβολέα σχεδόν 40 χρόνια τώρα.

Ήδη, άλλωστε, το τουρκικό ΥΠΕΞ στη χθεσινή ανακοίνωσή του απέρριψε το ευρωπαϊκό αίτημα για συνομιλίες με την κυπριακή κυβέρνηση την οποία και παραπέμπει στους Τουρκοκύπριους. Είναι, από την άλλη, πάντως, θέμα προς διερεύνηση κατά πόσο θα δούμε, σύντομα, ξεπάγωμα του διαλόγου στην Κύπρο, μεταξύ της κυβέρνησης Αναστασιάδη και των Τουρκοκυπρίων.

Κλείνοντας ένα ξεχωριστό θέμα είναι η πρωτοκόλληση του τουρκο-λιβυκού μνημονίου ταυτόχρονα μάλιστα με την ευρωπαϊκή συνεδρίαση.

Το γεγονός ότι δεν είχε πρωτοκολληθεί ως τώρα, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Μητσοτάκη το παρουσίασαν ως μια ελληνική επιτυχία, απότοκο της ισχυρής ελληνικής διπλωματίας. Τούτου δοθέντος είτε αυτό δεν ίσχυε εξ αρχής και η πρωτοκόλληση ήλθε η ώρα να γίνει είτε υπήρξε συναίνεση ως προς αυτό προκειμένου οι δύο πλευρές (Ελλάδα και Τουρκία) προσέλθουν στο τραπέζι του διαλόγου με όλα τα επιχειρήματά τους (ελληνο-ιταλικό σύμφωνο, ελληνο-αιγυπτιακό αλλά και τουρκολιβυκό)…