• 26 Ιανουαρίου, 2021

Πόση θα είναι τελικά η ανάπτυξη στην Ελλάδα; – Δύο διαπρεπείς οικονομολόγοι Πετράκης και Ρουμελιώτης μιλούν στο libre

 Πόση θα είναι τελικά η ανάπτυξη στην Ελλάδα; – Δύο διαπρεπείς οικονομολόγοι Πετράκης και Ρουμελιώτης μιλούν στο libre

Στην αυγή του νέου έτους, τα σενάρια για την ανάκαμψη – ανάπτυξη στην Ελλάδα και διεθνώς, δίνουν και παίρνουν, με άλλους οικονομολόγους να εμφανίζονται περισσότερο αισιόδοξοι κι άλλοι όχι. Όλοι πάντως εξαρτούν τις προβλέψεις τους από τις εκτιμήσεις άλλων επιστημονικών κλάδων, δεδομένου ότι από το πόσο γρήγορα θα περιορισθεί ο κοροναϊός εξαρτάται εν πολλοίς η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Του Νίκου Παπαδημητρίου 

Το libre συζήτησε με δύο διαπρεπείς οικονομολόγους και πανεπιστημιακούς, τον Παναγιώτη Πετράκη και τον Παναγιώτη Ρουμελιώτη, για τα τρία σενάρια, καλό, κακό κι ενδιάμεσο:

Σύμφωνα με τον Π. Πετράκη, «στο αναμενόμενο -και ενδιάμεσο- σενάριο, αυτό που θεωρούμε επικρατέστερο κατά 60%, αναμένουμε μια ανάπτυξη του επιπέδου του 4% (3,8% – 4,2%). Υπάρχει ένα αρνητικό σενάριο, το οποίο έχει να κάνει κυρίως με το ότι τα εμβόλια δεν θα διανεμηθούν εγκαίρως, θα υπάρξουν μεταλλάξεις που δεν θα αντιμετωπίζονται κ.α., το οποίο (σενάριο) θα έφερνε ανάπτυξη της τάξης του 1%.

Και, υπάρχει κι ένα πολύ καλύτερο σενάριο, το οποίο θα έφερνε ανάπτυξη της τάξης του 5,5% – 6%. Εάν έχουμε συσσώρευση εμβολίων και ανοσία του πληθυσμού γρηγορότερα από ό,τι φανταζόμαστε, τότε προφανώς αν έλθει η ανάκαμψη ένα τρίμηνο νωρίτερα, τότε πραγματικά μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο σενάριο».

Όμως, ο καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καλεί, μέσω του libre,

  • «σε όλα αυτά να συμπεριλάβουμε στη σκέψη μας το παράγοντα τυχαιότητας και τον παράγοντα των γεωστρατηγικών μεταβολών, γιατί θα έχουμε τον Μπάιντεν σε μια νέα εξέλιξη στις ΗΠΑ. Κάτι που ενδεχομένως επανατοποθετήσει ορισμένα πράγματα και δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν οι γεωστρατηγικές σχέσεις ευρύτερα. Αυτό είναι ένα θέμα που δεν έχει σχέση με τα βασικά σενάρια, πρέπει γενικά να το έχουμε υπόψη μας. Έχουμε, δηλαδή, ένα βαθμό αβεβαιότητας που αφορά κυρίως τις γεωστρατηγικές ισορροπίες».

Εν κατακλείδι, «είναι υγειονομικής φύσης το πρόβλημα φέτος, όπως ήταν και πέρυσι, δεν είναι οικονομικής –  πολιτικής, εκτός αν συμβούν πράγματα που δεν μπορούμε να φαντασθούμε», υπογραμμίζει κλείνοντας ο Π. Πετράκης.

Κατά τον Π. Ρουμελιώτη:

«Η πανδημία του Covid-19  προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία. Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις του Covid-19 θα είναι σοβαρότερες από εκείνες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009.

Ειδικότερα για το 2020, το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί κατά 4% περίπου σε παγκόσμια βάση, κατά 7,7% στην Ευρωζώνη, κατά 3,7% στις ΗΠΑ, ενώ εκείνο της Κίνας θα αυξηθεί μόλις κατά 1,8%. Στην Ελλάδα η μείωση του ΑΕΠ θα είναι ακόμα πιο σοβαρή (πάνω από 11% λόγω της μεγάλης εξάρτησης της οικονομίας της από τον τουρισμό).

Τα πρωτοφανή δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα που εφαρμόστηκαν από τις διάφορες χώρες, απλώς περιόρισαν τις καταστροφικές συνέπειες του Covid-19. Ωστόσο, η κατανάλωση μειώθηκε σημαντικά, λόγω των περιοριστικών μέτρων στη κυκλοφορία και της κάμψης γενικότερα της οικονομικής δραστηριότητας. Οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων αναμένεται να είναι σημαντικές. Η ανεργία θα αυξηθεί, ενώ οι επενδύσεις θα μειωθούν, καθώς οι επιχειρήσεις έχουν αναστείλει τα επενδυτικά σχέδια τους. Έτσι, ένα μέρος του παραγωγικού ιστού δεν ανανεώθηκε, επομένως θα περιοριστεί η παραγωγική βάση της οικονομίας», εκτιμά ο συνομιλητής μας.

Και, στο «δια ταύτα»:

  • «Βάσει των υγειονομικών και οικονομικών προβλέψεων, καταλήγουμε σε τρία κύρια σενάρια. Με βάση το πρώτο, αισιόδοξο, σενάριο (σενάριο V) η πανδημία προβλέπεται να ελεγχτεί έγκαιρα, δηλαδή μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2021, λόγω των εμβολιασμών ενός μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού και της ανοσίας που θα προκύψει στον υπόλοιπο πληθυσμό. Έτσι, σταδιακά θα αρθούν τα περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις πληθυσμού, θα επιτραπούν τα ταξίδια και θα επανέλθουν οι εργαζόμενοι στις εργασίες τους. Οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επιχειρήσεις (κυρίως με φορολογικά μέτρα και δάνεια εγγυημένα από το δημόσιο), ώστε να περιοριστούν οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων, μέχρι να ελεγχτεί πλήρως η πανδημία. Ταυτόχρονα, οι χώρες της ΕΕ και η Ελλάδα ειδικότερα θα καταφέρουν να αξιοποιήσουν έγκαιρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ θα συνεχίσει να είναι χαλαρή, ώστε τα επιτόκια να παραμείνουν χαμηλά και να μπορούν τα κράτη να αναχρηματοδοτούν το υψηλό χρέος τους, καθώς έτσι θα αποφευχθεί μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση.
  • Με βάση το, αισιόδοξο αυτό σενάριο, η παγκόσμια οικονομία προβλέπεται να ανακάμψει το 2021 με ρυθμό 4% περίπου, που είναι αρκετός για να καλύψει τις απώλειες του 2020. Ωστόσο, στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα η επανάκαμψη του ΑΕΠ το 2021 θα είναι βραδύτερη, περίπου 3,6% και θα χρειαστούν δυο χρόνια περίπου για να επανέλθει το ΑΕΠ στα επίπεδα του 2019.
  • Το δεύτερο σενάριο είναι λιγότερο αισιόδοξο (σενάριο U). Με βάση το σενάριο αυτό προβλέπεται να καθυστερήσει η ανάκαμψη της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας, λόγω του μη έγκαιρου και συντονισμένου εμβολιασμού των πληθυσμών των διαφόρων χωρών. Έτσι, δεν θα καταστεί δυνατό να απελευθερωθούν πλήρως οι μετακινήσεις και τα ταξίδια. Οι κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ δεν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν έγκαιρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και θα συνεχίσουν την ελαστική δημοσιονομική πολιτική. Έτσι, η ανάκαμψη της κατανάλωσης και των επενδύσεων θα καθυστερήσει και ο αριθμός των πτωχεύσεων θα είναι μεγαλύτερος.
  • Σύμφωνα με το τρίτο, απαισιόδοξο, σενάριο (σενάριο L), η παγκόσμια οικονομία δύσκολα θα ανακάμψει και θα παραμείνει σε στασιμότητα. Με βάση το σενάριο αυτό, ακόμα και να αντιμετωπιστεί η πανδημία, ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας θα συνεχιστεί, το διεθνές εμπόριο θα επηρεαστεί αρνητικά, τα  επιτόκια θα αυξηθούν και θα δυσκολέψουν την αναχρηματοδότηση του χρέους των κρατών, η χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεων θα μειωθεί δραστικά, λόγω των ‘φουσκών’ που έχουν δημιουργηθεί από τη χαλαρή νομισματική πολιτική και δεν αποκλείεται μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση».

Τέλος, όσον αφορά την Ελλάδα, ο ομ. Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Οικονομίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πάντειου Πανεπιστημίου προχωρά, μέσω του libre, στην εκτίμηση πως

  • «η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας είναι δυσκολότερη και θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν εύκολα και επαρκώς να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, λόγω των υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Θα χρειαστούν νέα κεφάλαια, για να προωθήσουν τις νέες τιτλοποιήσεις παλαιών και νέων προβληματικών δανείων, οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων δύσκολα θα αποτραπούν, καθώς για να αποφευχθούν, μόνο το κράτος θα μπορούσε να αναλάβει τα δάνεια τους προς τις τράπεζες και να διαγράψει τα χρέη τους προς το δημόσιο. Οι γραφειοκρατικές δυσκολίες και ο μεγαλύτερος χρόνος ωρίμανσης των επενδυτικών σχεδίων στην Ελλάδα, θα καθυστερήσουν τη χρηματοδότησή της από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Τέλος, το υπερβολικά υψηλό δημόσιο χρέος (209% του ΑΕΠ) θα δυσχεράνει ακόμα περισσότερο την άσκηση μιας ελαστικής δημοσιονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα μετά την επαναφορά σε ισχύ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης».